Α(2η)

αναφουφούδιασμα ως αψίκορος

αναφουφούδιασμα (το) - 1. ανασήκωμα φτερών, φτερούγισμα 2. μτφ. λανάρισμα, ξάσιμο (μαλλιά, πούπουλα) < ανά + φουφουδιάζω - λιάζω < πουπουλιάζω αναφουφουδιασμένος-η-ο, αναφουφουδιάζω  ||« αναφουφουδιάζω δημ. κ. Αναφουφουλιάζω μτχ. Αναφουφουδιασμένος ανοίγω ολίγον, ανασηκώνω τα πτερά μου, επί πτηνών : αναφουφούδιασεν ο κόκορας ζυγώνοντας την κότα, « Αναφουφουδιασμένα έχει τά φτερά του το πουλί στον ύπνο του 2) μτβ. αραιώ, ξανταίνω, αναπουπουλιάζω, επι πτίλων, βάμβακας, ερίων : αναφουφουδιάζω το μπαμπάκι από το πάπλωμα, - το μαλλί του στρώματος» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

αναφουρφούλιασμα - ομαδική ανησυχία και αντίδραση, για κάποια αναποδιά ή για κάποιο γεγονός < πιθανολόγηση: αναφουφούδιασμα ίσως σε συνδυασμό με ηχομιμητικό φουρ-φουρ αναφουρφουλιασμένος-η-ο.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || "Με το ζύγωμα της βάρκας στο κεφαλόσκαλο αναφουρφούλιασε το ανθρωπολόι. Βροχή τα καλωσορίσματα στο γιατρό, αλλά τα μάτια «γαρίδα» στις νεράιδες." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

αναφύρω - αναμιγνύω, ανακατεύω < αρχ. αναφυρόω. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Λέσβο.

αναχαράζω - αναμασώ την τροφή, μηρυκάζω < ανά + χαράζω

αναχάσκω - ανοίγω το στόμα < αρχ. αναχάσκω

αναχαύνταλος-η-ο - ο άτονος, αποχαυνωμένος, αδρανής < πιθανολόγηση: χαυνταλώνω < χαύνος-η-ο = άτονος, αποχαυνωμένος < αρχ. χαύνος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ανεμοδούρα (η) - 1. ανεμοδείχτης 2. ανεμοστρόβιλος 3. μτφ.άνθρωπος άστατος, αλλοπρόσαλλος, που αλλάζει εύκολα γνώμη και αποφάσεις < μσν. ανεμοδούριον

ανεμοδόχος (ο) - (ναυτ.) κυλινδρικός σωλήνας με καμπή στην άκρη για να μην μπαίνει νερό, στο ανώτερο κατάστρωμα πλοίου για να εισέρχεται φρέσκος αέρας στο εσωτερικό του πλοίου < άνεμος + δέχομαι

ανεμοπαράμυθο (το) - το παραμύθι που διασώθηκε από στόμα σε στόμα, που το 'φερε ο άνεμος δηλαδή < άνεμος + παραμύθιΔεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ανεμοσούρι (το) - δυνατός άνεμος με βοή < άνεμος + συρίζω ανεμοσούρισμα, ανεμοσουρίζει

ανεμούριο (το) - (ναυτ.) στενόμακρος σάκος κωνικού σχήματος, ανοιχτός και από τις δύο πλευρές, που είναι προσαρμοσμένος στην κορυφή ιστίου και δείχνει τη διεύθυνση του ανέμου < ελνστ. ανεμούριον = ανεμόμυλος

ανεσούσουμος-η-ο - αφύσικος, με παράξενες συνήθειες < αν στερ.+ σουσούμι < μσν. σουσούμιν < συσσήμιον < μτγν. σύσσημον = συνθηματικό σημείο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Στην Κρήτη φαίνεται να χρησιμοποιείται το ασούσουμος ως παραμορφωμένος, αγνώριστος || «...Από τη μέση και κάτω φορούσε ένα ανεσούσουμο πράγμα, τσίμα-τσίμα κολλημένο στο πετσί του που έμοιαζε με σωλήνα στον οποίον είχανε μπει μέσα τα μεριά και τα κανιά του και έφτανε μέχρι τα στραγάλια των ποδιών του....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

ανθίζομαι - παίρνω είδηση, καταλαβαίνω, υποπτεύομαι, μυρίζομαι < άνθ(ος) -ίζομαι κατά το μυρίζομαι

ανταίνω - προσκρούω σε εμπόδιο, μπλέκομαι (αόρ. έντεσα) < αρχ. αντάω

αντάρα (η) - 1. το σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας από σύννεφα ομίχλης που προμηνύει φοβερή καταιγίδα και με επέκταση φοβερή κακοκαιρία ή δυνατός άνεμος. 2. το σκοτείνιασμα από τους καπνούς, ο θόρυβος και η οχλοβοή στο πεδίο της μάχης 3. (μτφ.) φασαρία, αναστάτωση, αναμπουμπούλα 4. (μτφ.) στεναχώρια, σκοτούρα < μσν. αντάρα < ανταρ(άσσω) < αρχ. αναταράσσω ανταριασμένος-η-ο, ανταριάζω

ανταυγάζω - 1. λάμπω 2. συναγωνίζομαι κάποιον στη λάμψη < μτγν. ανταυγάζω ανταύγασμα

αντεροκόψιμο (το) - κόψιμο,διάρροια, κωλιάντζα < άντερα + κόψιμο

αντερί (το) μακρύ ανδρικό ένδυμα με μανίκια < τουρκ. entari = χιτώνας

αντέτι (το) - συνήθεια, έθιμο < τουρκ. adet (από τα αραβ.)

αντζούγια (η) - παστή σαρδέλα< ιταλ. acciuga

αντηρίδα (η) - αντιστήριγμα, υποστήριγμα < αρχ. αντηρίς < αντερείδω

αντί (το) - ξύλινο κυλινδρικό εξάρτημα του παραδοσιακού αργαλειού, στο οποίο τυλίγεται το στημόνι ή το ύφασμα: Υπάρχει το μπρος και το πίσω αντί, (μπροσταντί και πισαντί) σε οριζόντιο αργαλειό και το πάνω και το κάτω κάτω αντί, σε κατακόρυφο αργαλειό < αρχ. αντίον

αντιβούισμα (το) - αντήχηση, αντίλαλος < αντί + βοή αντιβουΐζω

αντίβουο (το) - βοή που έρχεται από μακριά σαν από οχλοβοή ανθρώπων ή από ανεμοδαρμένο δάσος ή από τρικυμισμένη θάλασσα < αντί + βοή

αντίγαμος (ο) - γιορταστική συγκέντρωση - εκδήλωση που γίνονταν συνήθως την επόμενη Κυριακή από την Κυριακή του γάμου, με την οποία αφενός έκλεινε ο εορτασμός του γάμου και αφετέρου σηματοδοτείτο η έναρξη της κοινής ζωής των νεονύμφων < αντί + γάμος || "Τη Δευτέρα μετά το γάμο, γίνεται τραπέζι και διασκέδαση με συμμετοχή λιγότερων καλεσμένων. Η εκδήλωση αυτή λέγεται αντίγαμος. Εάν η νύφη ευρεθεί παρθένος, το γεγονός εορτάζεται με δεύτερο τραπέζι το λεγόμενο αντίγαμο που βαστά όλη τη Δευτέρα μέχρι αργά το βράδυ" (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ). Από το παραπάνω φαίνεται ότι υπάρχουν δύο εκδοχές για την ημέρα του αντίγαμου και την δεύτερη εκδοχή, δηλαδή της επομένης ημέρας της Δευτέρας, τη συναντάμε και σε περιγραφή παραδοσιακών γάμων από τα Κουφονήσια, την Ίμβρο, αλλά και από την Κύπρο, ενώ συνηθέστερη είναι η πρώτη εκδοχή της επόμενης Κυριακής.

αντίδικο (το) - το αντίθετο επιχείρημα, η αντίθετη άποψη < πιθανολόγηση: αντίδικος σε συνδ. με το αντίθετο δίκιο || "*αντίδικό μου, σου, του, η αντα­πάντηση που θίγει κάποιον. Μη μου τα λες αυτά, γιατί θα σου πω το αντίδικό σου." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων")

αντιδονώ - 1. αντηχώ 2. ηχώ, βγάζω ήχο χαρούμενο ή θρηνητικό < πρόθ. αντί + αρχ. δονώ αντιδόνισμα

αντιξύλισμα (το) - το πέταγμα μικρών κομματιών ξύλου κατά το σπάσιμό του ή το κόψιμό του < αντί + ξύλο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά ||"*αντιξυλίζω, γ' πρόσ. αντί ξυλίζει. Το ξύλο στο σπάσιμο αντιξυλίζει (πετά μικρά κομμάτια), που μπο­ρεί να τραυματίσουν μάτια η πρό­σωπο" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων"

αντικαυλίζω - αντιτίθεμαι, αντιπαραβάλω, πάω κόντρα στη θέληση του άλλου < αντί + καυλός. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

αντιμάμαλο (το) - 1. παλινδρομικό κύμα, το κύμα που παλινδρομεί αφού χτυπήσει σε βραχώδη ακτή ή το απωθήσει παραπλέον πλοίο 2. θαλασσοταραχή που προέρχεται από σύγκρουση κυμάτων με αντίθετη φορά 3. μτφ. δυσκολία, ταλαιπωρία, αντίσταση που προβάλλει κάποιος στηριζόμενος κάπου < αντί + μάμαλο (η λέξη μάμαλο όμως που λογικά είναι το αρχικό κύμα, δεν ξέρω να χρησιμοποιείται με την έννοια αυτή και δεν γνωρίζω από που μπορεί να προέρχεται) || "Ενθυμούμαι το διά τού με Μαμαλίζω, λέξιν τινών νησιωτών τού Αιγαίου πελάγους, σημαίνουσα, ώς μ. έλεγε τις φίλος, τό κοπανίζω, ή κόπτω εις λεπτά" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 1ος 1828)

αντιμονή (η) - (ναυτ.) το τραβέρσο, η πλεύση δηλαδή κόντρα στον καιρό με ταχύτητα τέτοια ώστε απλά να κρατιέται το πλοίο χωρίς να παρασυρθεί ή προχωρώντας πολύ αργά, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία. Αντίστοιχα για τα ιστιοφόρα χρησιμοποιώντας μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης) < αντί + μένω || αντιμονή η' νεώτ. ναυτ. ή πράξις του αντιμένω βλ-λ. ήτοι ή ελάττωσις της ταχύτητας πλοίου καταληφθέντος εν πλω υπό σφοδράς τρικυμίας ή δι' έτερον τινά λόγον, δημ. τραβέρσο (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

αντίπασχα (το) - η πρώτη Kυριακή μετά το Πάσχα, η Kυριακή του Θωμά ή η εβδομάδα που ακολουθεί την εβδομάδα του Πάσχα < πρόθ. αντί + ουσ. Πάσχα

αντισκόβω - 1. αντικρούω, απωθώ, αντιστέκομαι 2. προβάλλω αντιρρήσεις 3. πνέω αντίθετα  < αντι-* + κόπτω. Ο τ. αντισκόβω ή αντισκόφτω προήλθε από την προσθήκη του -σ- πριν από σύμφωνο στημέση της λέξης. Πρόκειται για γλωσσικό φαινόμενο που παρατηρείται πολύ σπάνια (σε αντίθεση με την προσθήκη του-σ-στην αρχή λέξεων, η οποία είναι πολύ πιο συχνή) και που εξηγείται είτε από αναλογία προς άλλες συγγενείς λέξεις είτε από παρετυμολογία (https://greek_greek.enacademic.com) ||...Θυμάσαι που ο κύρης σου σε είχε αντισκόψει και σου 'λεγε αλλού να πας, να μείνεις στη στεριά..." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' - Κ.Γ.Καταγάς "Ο ναύκληρος").  Σπάνια σε χρήση λέξη, που φαίνεται να χρησιμοποιείται  στα Εφτάνησα και στην Γορτυνία

αντράλα (η) - ζαλάδα, ίλιγγος, σκοτοδίνη < αντραλίζω < εντραλίζω < μσν. τραλίζω αντραλίζω-ομαι, αντραλεμένος-η-ο

αντράκλα (η) - το φυτό γλιστρίδα < ανδρακλείδα < αρχ. ανδράχν(η)

αντριπηδάω - επιδεικνύω αντρισμό, δύναμη, υπεροχή, με αναπηδήματα < άντρας + πηδάω αντριπήδημα (αντριπηδάει σαν το κατσίκι). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «...Στην Αγορά, στον Βροντά, στο βράχο, στις γειτονιές χωριστές παρέες οι αντίθετοι ψηφοφόροι, πιωμένοι, πατημένοι στα γράδα, καθένας για τον δήμαρχό του αλαλάζανε, ξεφώνιζαν: ζήτω ο Σκουντρής, ζήτω ο Κουτσούκαλης, αντριπηδούσαν σαν κριάρια πριν από ερωτικό σμίξιμο στο κοπάδι και αν δεν ήταν ο αστυνόμος με τους χωροφύλακες να κάνουν περατζάδες, πέρα-δώθε, πάνω-κάτω, θα συνέβαιναν τραγικά πράγματα από τους φανατικούς οπαδούς των δύο υποψηφίων. (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ - Τζώρτζης Ανωμήτρης («∆ΗΜΑΡΧΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΣΤΑ 1896»)

αντρομίδα (η) - 1. χοντρή μάλλινη κουβέρτα 2. πολύχρωμο χαλί 3. γενικά χοντρό ρούχο < μτγν ανδρομίς = είδος υποδήματος, βαρύ πανωφόρι || «Ανδραμίδα (προφ. κοιν. Αντραμίδα. Είδος μάλλινου παρδαλού υφάσματος, [Τουρκ. Κιλίμι, ίσως η Αβρανίς (του Ησυχ.), (η μάλλον Η Ενδρομίς (του Ορειβασίου). «Εστω ένδρομίς, έκ τετραδαχτυλιαίων διαστημάτων εκτετρημένη, και τάς αρχάς κατερράφθω επιμηκεσι ξύλοις τετράγωνοι; Κεφ. λζ'.), (τ, Ίσως παρωνυμείται άπο την πόλιν Αδραμμύττιον...)» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

ανυφαντής (ο) και ανυφαντού (η) - 1. υφαντής, αυτός που υφαίνει 2. αράχνη < μσν. ανυφαντής < ανυφαίνω < ανά + υφαίνω

ανώφλι (το) - οριζόντιο, ξύλινο, πέτρινο ή μαρμάρινο δοκάρι, που κλείνει το επάνω μέρος ενός ανοίγματος και συγκρατεί τα βάρη της τοιχοποιίας, υπέρθυρο. Aντιθ. κατώφλι < μσν. ανώφλι < ελνστ. ή μσν. ανώφλιον < άνω + αρχ. φλι(ά)

αξαγόρευτος-η-ο - που δεν έχει εξομολογηθεί, αξομολόγητος < στερ. α‑ + ξαγορεύω

αξάι ή ξάι ή ξάγι (το) - το μερίδιο σε είδος που δίνεται ως αμοιβή στο μυλωνά, το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, δοχείο, συνηθ. αλευροκόσκινο, το οποίο αποτελούσε μέτρο υπολογισμού των δημητριακών < λατ. exagium || «ξάγι (μέτρον βαρύτητας, ζυγίζον 4 δέγκια ή 1 και 1/3 δράμι, το έκτον δηλ. της ουγκιάς. Εις την Ελλάδα ονομάζεται το διδόμενον εις τον μυλωνάν ή εληοτριβιάρην). «Εξάγιον (κυρ. η ζυγαριά)» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

αξελέστατος-η-ο ή ξελέστατος-η-ο - ο ατημέλητος στην ενδυμασία αυτός που φοράει φθαρμένα ρούχα, κακοντυμένος, ασουλούπωτος < εξωλέστατος < ομηρ. εξόλλυμι= καταστρέφω εντελώς < εκ + όλλυμι (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Εκτός από την παρακάτω αναφορά στα Άτακτα του Κοράη, μόνο 2 αναφορές της λέξης και αυτές από την Χίο || "ΑΞΕΛΕΣΤΑΤΟΣ, χυδαϊσμένον από το Εξωλέστατος. Αλλ' εις ήμας σήμερον συνωνυμεί σχεδόν με το Κακίστης διαγωγής, άξιος απωλείας άνθρωπος, ώς και εις τούς παλαιούς" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

απαλλάιτικα ή απαλλαΐτικα (απαλάιτικα ή απαλαΐτικα) (τα) - ανταλλαγή εργασίας με εργασία, πολύ συνηθισμένη τακτική παλιότερα στο μάζεμα των ελιών, αλλά και άλλων γεωργικών εργασιών ή στο χτίσιμο σπιτιών κ.λ.π.< πιθανολόγηση: (αλλαγή ή απαλλαγή; Η παρακάτω αναφορά ως απελαΐτικα πιθ. να παραπέμπει στην αρχαία σπαρτιάτικη απέλλα και το αρχαίο Λακωνικό απελλάζω = εκκλησιάζω με την έννοια της ομαδικότητας). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά|| «...Ειδικότερα, ο τρόπος πληρωμής των ψαράδων και των καπε­τάνιων είναι ένα μεγάλο θέμα που δείχνει τη νοοτροπία της συγκεκριμένης κοινωνίας, στην οποία υπήρχαν ακόμα προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγω­γής· για παράδειγμα τα απελαΐτικα: συνδρομή συλλογική των κατοίκων στο θέρο, στον τρύγο, στο κτίσιμο σπιτιού κ.λ.π.» [ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ Μορφές Αλιείας στη Νοτιοανατολική Λακωνία (Βάτικα)]

απαλλαξίδι (το) - το άπλυτο εσώρουχο < από + άλλαξα < αλλάζω

απανταχούσα (η) - επίπληξη (του έδωσε ο δάσκαλος μια απανταχούσα!) < εκκλ. απανταχούσα (επιστολή που πήγαινε παντού προκειμένου να αποκηρύξει κάτι) < απανταχού

άπαρση (η) - (ναυτ.) το σήκωμα της άγκυρας και οι χειρισμοί για τον απόπλου του πλοίου, η αναχώρηση, κοινά το σαλπάρισμα < από + άρση (αίρω=υψώνω)

απελάτης (ο) - 1. ζωοκλέφτης 2. ληστής στα σύνορα του Βυζαντινού Κράτους 3. γενναίος πολεμιστής, παλικάρι < μτγν. ουσ. απελάτης

απερίκοπος-η-ο - 1. (προκ. για τόπο) που δεν μπορείς να κόψεις δρόμο για να τον φτάσεις, δυσπρόσιτος, απρόσιτος 2. απόμακρος, παράμερος < στερ. α‑ + επίθ.περίκοπος < περικόπτω- επίρρ. περίκοπα ή περικοπά

απήγανος (ο) - φυτό με άσχημη μυρωδιά. Φρ. «ξορκισμένος με τον απήγανο» = κατάρα για ανεπιθύμητα πρόσωπα ή πράγματα < αρχ. πήγανον < πήγνυμι

απηλιώτης (ο) - αέρας που φυσάει από την ανατολή, ο λεβάντες < αρχ. απηλιώτης < από + ήλιος

απιθώνω - τοποθετώ, ακουμπώ κάτι κάτω, αποθέτω < μσν. αποθώνω < από + ομηρ. τίθτημι = θέτω απιθωμένος-η-ο, απίθωμα

απίκο ή απίκου - 1. (ναυτ.) κάθετα, κατακόρυφα (η άγκυρα είναι απίκο). Στο ψάρεμα (είμαι απίκο) = είμαι πάνω από τον τόπο που έχω επιλέξει για ψάρεμα 2. είμαι έτοιμος, σε ετοιμότητα (να είσαι απίκο γιατί σε λίγο σαλπάρουμε) < ιταλ. α picco = καθέτως

απίστομα ή πίστομα - επίρρ. επίστομα, μπρούμυτα, με το κεφάλι προς τα κάτω <επί + στόμα

απλάδα (η) - σκεύος φαγητού πλατύ και ρηχό, πιατέλα < μσν. απλάδενα < ιταλ. pladene ή piadena < ουσ. πλαθάνη η < αρχ. ουσ. πλάθανον, με επίδρ. του απλώνω

απλάδι (το) - είδος διχτυού ψαρέματος με φαρδιά ανοίγματα < άπλα

απλύχωρος-η-ο - ο απλόχωρος, ο ευρύχωρος < απλός (απλωτός) + χώρος . Η λέξη αναφέρεται στο βιβλίο (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων" και η μοναδική αναφορά αυτής από τη σελίδα της Ακαδημίας Αθηνών (https://repository.academyofathens.gr/document/144657.pdf).

αποβόρι (το) - ελαφρός αέρας που φυσάει μετά από δυνατό βοριά από την ίδια κατεύθυνση < από + βοριάς

αποβρόχι (το) - η υγρασία και η ψύχρα που επικρατούν στην ατμόσφαιρα μετά τη βροχή, καθώς και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα < από + βροχή

αποδέλοιπος-η-ο - αυτός που απομένει, υπόλοιπος, ρέστος < από + δελοιπός < φρ. οι δε λοιποί

αποδεσιά (η) - ξυπολυσιά < α στερ. + ποδεσιά < ποδένω  || «...Στα χρόνια της κατοχής, ο τόπος μας πέρασε του Κάη τα βά­σανα, πείνα, γδύμνια, αποδεσιά, στερήσεις και ακόμα βασανί­στηκε από ψείρες, ψύλλους, κορέους...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

αποδιαλεγούδι (το) - αυτό που απομένει από τη διαλογή, το σκάρτο, κατώτερης ποιότητας, άχρηστο < αποδιαλέγω

αποθαλάσσωμα (το) - 1. το τέλειωμα της φουρτούνας, το διάστημα που έχει πάψει ο άνεμος και που η θάλασσα έχει ακόμα αναταραχή, η οποία σταδιακά εξασθενεί 2. το μέρος της θάλασσας που απαγγιάζει, που προφυλάσσεται από την φουρτούνα < από + θαλάσσωμα αποθαλασσώνει. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Χρησιμοποιείται  η λέξη αποθαλασσιά, σημαίνοντας το βουβό κύμα, τη ρεστία, που απομένει μετά από θαλασσοταραχή.

αποκάρωμα (το) - τάση για ύπνο από κούραση, υπερβολική ζέστη ή άλλη αιτία αποκάρωση, αποκαρώνω < μσν. αποκαρ(ώ) = ρίχνω σε λήθαργο - ώνω< απο-αρχ. καρώ αποκαρωμένος-η-ο

αποκατίδι (το) - 1. απομεινάρι 2. αυτός-η-ό που βρίσκεται κάτω από άλλον, αποκατιανός 3. μτφ. αυτός-η-ό που έχει κατώτερη ποιότητα ή αξία < από + κάτω

αποκόβω - απομακρύνω τα μικρά αρνιά από τη μάνα τους, για να μην βυζαίνουν προκειμένου να μπορώ να την αρμέγω < από + αρχ. κόπτω αποκόψιμο, απόκομμα, αποκομμένος-η-ο

αποκοτιά (η) - 1. η (υπερβολική) τόλμη 2. η τολμηρή, η ριψοκίνδυνη ενέργεια < μσν. απόκοτος ή < αποκοτώ αποκοτώ, απόκοτος-η-ο

απολειφάδι ή απογλειφάδι (το) - 1. μικρό υπόλειμμα από κάτι που χρησιμοποιήθηκε, που καταναλώθηκε, απομεινάρι 2. (μτφ., μειωτ.) α) για άνθρωπο ιδιαίτερα μικρόσωμο, αδύνατο, καχεκτικό β) για οτιδήποτε ασήμαντο ή ανάξιο λόγου < από + λειφάδιον < λείπω

απολυστάρω - ρίχνω,πετάω, εξαπολύω (του απολυστάρω μια σφαλιάρα, μια πέτρα) < απολυταρώ < αρχ. απολταρώ αόρ. επολυτάριξα = ρίχνω (με δύναμη) μακριά, εκσφενδονίζω, εξαπολύω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, μοναδική σχετική αναφορά  η παρακάτω: «απολυταριά (ή δημ. βολή λίθου ή ροπάλου ριπτομένη κατ' ανθρώπου ή ζώου, η ρίψις βρόχου, συρτοθηλιάς προς άγραν θηράματος» «απολυταρρίχνω δημ. βάλλω τι μεθ' ορμής'' απορρίπτω τι ως άχρηστον 2) μτφ.περιφρονών απορρίπτω τι, δεν του αποδίδω σημασίαν» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

απόνερο (το) - (ναυτ.) κύμα που δημιουργείται από το αυλάκι που σχηματίζει ένα πλεούμενο, καθώς διασχίζει τη θάλασσα < από + νερό

απονύχτερος-η-ο - εκείνος που μένει τη νύχτα έξω από το σπίτι του, ο ξενύχτης < από + αρχ. νύκτερος || «Ένας θεόρατος γέρος, κοτσωνάτος, από την Ελίκα, μπάρ­μπας της Νικόλ, τόφερε ο διάτανος και έμεινε απονύχτερος ε­κείνο το βράδυ και άραξε στο σπίτι της ανηψιάς του....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

απόπατος (ο) - χώρος ή μικρό δωμάτιο ειδικά για αποπάτηση, αποχωρητήριο, αφοδευτήριο, μέρος, καμπινές < αρχ. απόπατος < αποπατώ = παραμερίζω από τον δρόμο

απόπυρος-η-ο - 1. αυτός που διατηρεί πύρα, ζεστασιά μετά από φωτιά (βάλτο στο φούρνο τώρα που είναι απόπυρος) 2. μτφ. για κάποιον που είναι «ζεστός» που είναι σε ετοιμότητα < από + πυρά

απορδοσκελώ - περνώ πάνω από κάποιον ή κάτι, με δρασκελισμό απορδοσκέλισμα, απορδοσκελισμένος,-η-ο. Ιδιαίτερα περίεργη, ως προς το πρώτο συνθετικό της, λέξη, η οποία δεν χρησιμοποιείται πουθενά αλλού, με χρήση στα Βάτικα, απ' όσο ξέρω, κυρίως στον Άγιο Νικόλα. Η ενέργεια αυτή, συνδεόταν με πολλές λαϊκές δοξασίες, κυρίως θεωρείτο γρουσουζιά για τον άνθρωπο ή το αντικείμενο που βρισκόταν από κάτω. Αν αυτό ήταν μικρό παιδί, λέγανε ότι δεν θα ψηλώσει και έπρεπε αυτός που το έκανε να περάσει και αντίθετα για να μην πιάσει η γρουσουζιά. Επίσης, όπως θα δούμε και πιο κάτω, θεωρείτο μεγάλη γρουσουζιά για τα εργαλεία των ψαράδων (οι οποίοι ούτως ή άλλως διακρίνονταν για τις προλήψεις τους). Ως προς την ετυμολογία της λέξης είναι μυστήριο. Στο βιβλίο ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ τόμος Α', σε άρθρο του Γ.Ν.Μιχαλέτου «Η γλώσα των Βατίκων» αναγράφονται τα πιο κάτω : απορδοσκελώ, περνώ από πάνω, υπερπηδώ, ίσως η πρωτότυπη λέ­ξη είναι πορτοσκελώ (πόρτα +σκέλος) με ανάπτυξη προθέματος α, πιθανώτερο από τις α.ε.λ. α + πορδή + σκέλος = απορδοσκελώ = υπερπηδώ με άνεση, (χωρίς να πέρδομαι), κάποιο εμπόδιο, π. χ. Απορδοσκέλησα το κατώφλι του σπιτιού μου ή απορδοσκέλησα έ­ναν τοίχο, ή τα παιδιά απορδοσκελούν τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού.". Δεν ξέρω αν μπορεί να ισχύει κάποια από αυτές τις εκδοχές, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν προϋποθέτει δεδομένη άνεση. Θα μπορούσε να πιθανολογηθεί, κάποια σκωπτική παραφθορά της λέξης αποδρασκελώ, η οποία όμως και αυτή δεν συναντάται ιδιαίτερα. Σε χρήση στην περιοχή μας και μάλλον επίσης μόνο σε αυτή, είναι και το αποσκελώ, αποσκέλισμα, αποσκελισμένος-η-ο με την ίδια ακριβώς έννοια, η οποία πιθανά να συνδέεται με την αρχ. λέξη επισκέλισις (η) (επί + σκέλος)= το πρώτο πήδημα του ίππου κατά το κάλπασμα, η πρώτη δρασκελιά, σε Ξεν. || « Του κοριτσιού το δράσκελο εφτά χρόνια άστοχο! Αυτό το λέμε όταν απορδοσκελίσει (δρασκελίσει) κορίτσι άνθρωπο ή πράγμα, γιατί δεν είναι καλό. Ότι απορδοσκελίσει κορίτσι, εφτά χρόνια δεν προκόβει. Ο παππούς κάποτε που μπάλωνε τη τράτα πάνω στην Κάρυστο περάσανε λέει τέσσερις κοπέλες. Δύο απορδοσκελίσαν τη τράτα... Πεισμώσανε οι τρατάρηδες και τις βάλανε μπροστά: -γαϊδάρες με τα δόντια μας θα σας κόψωμε! Δε θέλανε ν' απορδοσκελίσουνε τα δίχτυα τους, γιατί φοβόντουσα μη και δεν πιάσουνε ψάρια ή ξεσκιστούνε... Το βράδυ που καλάρανε την τράτα, τη βγάλανε κομμάτια! Ο παππούς δεν άφηνε να απορδοσκελούν τα κεροσάκουλά του ούτε οι κόρες του. Δεν επιτρέπεται καμιά γυναίκα να απορδοσκελίσει άντρα» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια") || «Για τον νεκρό λένε ότι βρυκολακιάζει άμα τον αποσκελήσει ή γάτα ...... (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "Στοιχεία Λαϊκού Πολιτισμού") || «Αποφεύγαμε να βάζουμε γυναίκες στο καΐκι. Δεν πρέπει να αποσκελάνε, γιατί τα δίχτυα είναι γεμάτα σταυρούς.»...... «Όταν κανείς ήταν άρρωστος, τον πηγαίνανε στην εκκλησία και τον ξαπλώνανε στο δάπεδο. Εκεί τον αποσκέλαγε ο παπάς με το πετραχήλι στο κεφάλι ή τον περνάγανε κάτω από τον Επιτάφιο.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

απορίχνω - αποβάλω, χάνω το παιδί, κάνω έκτρωση < από + ρίχνω

απόστα - επίτηδες < ιταλ. apposta

αποστή (η) - 1. ο τόπος που επιλέγεται για ψάρεμα, ο ψαρότοπος (ξέρω μια καλή αποστή) 2. η διαδικασία του ψαρέματος σε συνδυασμό με τον ψαρότοπο (κάναμε μια καλή αποστή, στη βραδινή αποστή είχε ψάρια) < πιθανολόγηση: ιταλ. appostare = στήνω ενέδρα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της με την έννοια αυτή, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

αποσπερίτης (ο) - ο πλανήτης 'Εσπερος (Αφροδίτη), όταν εμφανίζεται πρώτος την εσπέρα, μετά τη δύση του ήλιου, και εξαφανίζεται τελευταίος, το πρωί, ως Αυγερινός < από + αρχ. εσπέρα

αποσπερνός-η-ο - που συμβαίνει ή που γίνεται αποβραδίς, βραδινός < μσν. αποσπερινός < από + αρχ. εσπέρα αποσπερού = απόψε το βράδυ

αποσπόρι (το) - 1. το τελευταίο σε σειρά γέννησης, το στερνό παιδί 2. μειωτικά για παιδί που γεννήθηκε από ηλικιωμένους γονείς < από + σπόρι

αποσώνω - 1. τελειώνω, αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει, ολοκληρώνω μια δουλειά 2. ξοδεύω ή καταναλώνω κάτι εντελώς < από + σώνω

αποτάζω - αποκτώ, βάζω κατά μέρος κάτι, μαζεύω περίσσευμα < αποτάσσω = 1. αποκτώ 2. εξουσιάζω < αρχ. υποτάσσω

αποτάσσω - απομακρύνομαι (αποτάσσεται του Σατανά) < αρχ. αποτάσσω

αποφαούδια (τα) - τα αποφάγια < από + φαγητό

αποχή (η) - (ναυτ.) το σημείο του βυθού που αλλάζει το βάθος του, σαν πλαγιά βουνού ή η σύστασή του γίνεται βραχώδης και πλούσια σε βλάστηση και συνήθως είναι τόπος που συγκεντρώνει αρκετά ψάρια < ;

αποχυμένος-η-ο - επίθετο το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση ψαριών, χταποδιών κ.λ.π., όταν έχουν γεννήσει πρόσφατα και είναι αδυνατισμένα με σάρκα πλαδαρή και μαλακή < πιθανολόγηση : αποχύνω = 1) διασκορπίζομαι 2) απομακρύνομαι, αποχυμένος = πλημμυρισμένος, ξεχειλισμένος < μτγν. αποχύνω  ||  «.................3) δημ. αμτβ. επί τών Ιχθύων, εκχύνω τα ωά μου είς τόν αιγιαλόν.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

αραβίδα (η)-κοντό ελαφρύ και επαναληπτικό ντουφέκι < ; || «Την ημέρα της συνθηκολόγησης, ο αδερφός μου Παναγιώτης πήρε από τους Ιταλούς μια αραβίδα και ένα πανέρι σφαίρες...» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

αραλίκι (το) - κατάσταση ανάπαυσης, απραξίας, καθισιό, τεμπελιά < τουρκ. aralik = διακοπή, παύση

αραμπάς (ο) - άμαξα, κάρο < τουρκ. araba αραμπατζής = οδηγός του κάρου

αραπόσυκο (το) - φραγκόσυκο < αραπιά + σύκο (στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857, αναφέρεται: φραγκοσυκηά «συκή η Ινδική» (Θεοφρ. Φυτ.Α' 12), οπότε προφανώς θεωρήθηκε σαν προέλευση η «αραπιά» αραποσυκιά Επίσης διαβάζουμε στο «https://fonitisydras.com» «Λέγεται πως η Αραπιά έβγαζε τα αραπόσυκα και από εκεί μας ήρθε το φρούτο αυτό. Οι Φράγκοι όμως είχαν καταλάβει την Αραπιά και έτσι το αραπόσυκο έφτασε να λέγεται φραγκόσυκο»  ||  «αραποσυκιά 'η' δημ. το φυτόν απουντία η Ινδική συκή, συνών. δημ. φραγκοσυκιά, φαραοσυκιά, μπαρμπαροσυκιά» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

άρατος-η-ο - άφαντος, αυτός που εξαφανίζεται αμέσως < αρχ. αόρατος < α στερ.+ οράω = βλέπω συνήθως αναφέρεται στν φρ. «άρατος κι απήλατος» και αναφέρεται στον φευγάτο, τον εξαφανισμένο. απήλατος < πιθανολόγηση: ομηρ. απηλεγής = αυτός που δεν μεριμνά για τίποτα, που δεν νοιάζεται για τις συνέπειες ή αρχ. απηλιαστής = αυτός που κρύβεται από τον ήλιο άρατος. Η παρακάτω εκδοχή συναντιέται στο βιβλίο "ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ" του Ν.Σαραντάκου: "Σημαίνει αόρατος, άφαντος. Η λέξη συνήθως είναι εύχρηστη στη φρ. «έγινε άρατος», δηλαδή εξαφανίστηκε, τράπηκε σε φυγή, που ακόμα ακούγεται, ιδίως στην Πελοπόννησο και την Ήπειρο. Η φράση γεννήθηκε από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο: στα εγκαίνια εκκλησίας, ο επίσκοπος μπροστά στην πύλη της εκκλησίας φωνάζει «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών» και ένας ιερέας που βρίσκεται μέσα στον ναό και υποκρίνεται τον διάβολο τρέπεται σε φυγή. Κάτι παρόμοιο γίνεται και κατά την επάνοδο στον ναό μετά την Ανάσταση, στο προαύλιο. Αυτό το «άρατε πύλας» παρερμηνεύθηκε και γεννήθηκε η φρ.«έγινε άρατος πύλατος», για όποιον το βάζει στα πόδια, και συχνότερα το σκέτο «έγινε άρατος».

άραχλος-η-ο - ή άραχνος-η-ο - σκοτεινός, πένθιμος, αραχνιασμένος, άθλιος δυστυχής, κακότυχος, συφοριασμένος< άραχνος < αράχνη

αρβαλάω ή αρβαλίζω - 1. κάνω θόρυβο, φασαρία χτυπώντας αρβάλια και συνκδ. κάνω γενικά φασαρία από βίαιη μεταφορά αντικειμένων 2. μτφ. για άνθρωπο = έχω σαλέψει, έχω χάσει τα λογικά μου 3. μτφ. για αντικείμενο = έχει χαλάσει, έχει σχεδόν αχρηστευτεί < πιθ. αρβάλι ή ίσως βαλλίζω = πηδώ κατά τη διάρκεια χωρού αρβάλημα, αρβάλα αρβαλημένος-η-ο

αρβάλι (το) - μεταλική χειρολαβή, συνήθως λέβητα, κατσαρόλας κ.λ.π. < ;

αργάτο (το) - (βάζω αργάτο ) ή αργατάρω - συναγωνίζομαι , αναμετριέμαι, παραβγαίνω με κάποιον, συνήθως στο τρέξιμο < ;  Η λέξη στον τόπο μας είναι σε ευρεία χρήση, δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, καθώς επίσης δεν υπάρχει κάποια πιθανή συσχέτιση της.   || «O καπτά - Ζέππος έτρεξε για να του βάλει αργάτο, κι απ' το Τσιρίγο έφερε ένα λαγό βαρβάτο, που πήρε σβάρνα τα βουνά να βρει, τις λαγουδίνες γιατί όπως το θελε κι αυτός, το θέλανε κ' εκείνες» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΡΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΤΣΑΤΙΡΕΣ»

αργάζω-ομαι - 1. κατεργάζομαι δέρματα. 2. σκληραίνω, ροζιάζω < αρχ. οργάζω αργασμένος-η-ο, αργαστό-η-ο

άργητα (η) - καθυστέρηση, η αργοπορία άργητο - 1. καθυστερημένο, αργοπορημένο 2. με τη φράση «δεν είναι άργητο» αναφερόμαστε σε κάτι που περιμένουμε να γίνει όπου να ναι, που δεν θα αργήσει να γίνει ή που είναι πιθανό να γίνει < αργώ

αργομεντάρω - 1. προβάλλω επιχειρήματα 2. συμπεραίνω < ιταλ. argomentare αργομέντο = το επιχείρημα, ο συλλογισμός. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Η μόνη αναφορά της λέξης αργομέντο υπάρχει σε κάποιο στίχο έργου του Γεωργίου Χορτάτση, από την Κρήτη, με τίτλο «Κατσούρμπος» https://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_19/08.html

αριά (η) - είδος βελανιδιάς (δρυός) που υπάρχει στην περιοχή μας < ;

αριάνι (το) - 1. ξυνόγαλο< τουρκ. ayran 2. αραιό χαρμάνι ή μίγμα, όπως το αραιό τσιμέντο < αραιό 

αριβάρω - φτάνω, έρχομαι, καταπλέω < ιταλ. arrivare

αρίδα (η) - 1. είδος εργαλείου, τρυπάνι ξυλουργικό, γεωτρήσεων κ.λ.π. 2. μτφ. το πόδι (άπλωσε τις αρίδες του) < αρχ. αρίς αρίδι = μικρό τρυπάνι

αριολόγος (ο) - μεγάλο κόσκινο, με μεγαλύτερες τρύπες, για το κοσκίνισμα καρπών (σιταριού κ.λ.π.) ή και οικοδομικών υλικών (χώμα, χαλίκι κ.λ.π.) < πιθανολόγηση: αρίλογος ή αρήλογος ή αρηλόγος (ηρολόγος κατά μία εκδοχή, που ξεχώριζε την ήρα, δηλαδή το ζιζάνιο του σταριού). Περιορισμένης χρήσης λέξης με αναφορά σε κάποια λεξικά.

άριστον (το) - 1. μεσημβρινό γεύμα 2. γεύμα < αρχ. ουσ. άριστον προάριστον = πρόγευμα

άρκαλος-η-ο - 1. σκοτεινός, μυστηριώδης 2. ατσούμπαλος, κακοφτιαγμένος 3. ο ασβός < πιθανολόγηση: ιταλ. arcano= σκοτεινός, μυστηριώδης < αρχαία αρ = γη + καλιά = φωλιά, σπηλιά. Η λέξη άρκαλος σαν ονομασία του ασβού, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Κρήτη.

αρκουδόβατος (ο) ή αρκουδόβατο (το) - αναρριχώμενος βάτος, με λογχοειδή φύλλα και μικρούς κόκκινους καρπούς < αρκούδα + βάτο

αρμαθιά (η) ή αρμαθερό (το) - σύνολο όμοιων πραγμάτων που είναι περασμένα σε κλωστή, νήμα, σύρμα κ.λ.π. < ορμαθός = σειρά < είρω = συνδέω αρμαθιάζω-ομαι, αρμάθιασμα, αρμαθιασμένος-η-ο

άρμακας (ο) ή αρμάκι (το) - σωρός από πέτρες < αρχ. έρμαξ

αρμαμέντο (το) - εξοπλισμός, σύνεργα, αρμάτωμα (κυρίως πλοίου) < ιταλ.armament = εξοπλισμός πλοίου < ελλην. άρμα. Στο Βυζάντιο αρμαμέντα λέγονταν τα εργαστήρια κατασκευής όπλων και αργότερα τα χρόνια του 1821, αρμεμέντα λέγονταν τα οπλισμένα πολεμικά πλοία και με τις έννοιες αυτές, υπάρχουν κάποιες λίγες αναφορές της.

αρματώνω - (ναυτ.) 1. (κυρ. για σκάφη) εφοδιάζω με τα απαραίτητα όργανα ή εξαρτήματα 2. ετοιμάζω τον εξοπλισμό ψαρέματος, δίχτυα, παραγάδια κ.λ.π. < μσν. αρματώνω αρμάτωμα, αρματωσιά, αρματωμένος-η-ο

άρμενο (το) - 1. ιστίο, πανί πλοίου 2. (συνεκδ.) ιστιοφόρο πλοίο < αρχ. ουσ. άρμενον

αρμίδι ή ορμίδι ή αρμίθι (το) - 1. λεπτό, πυκνά πλεγμένο σκοινί (το αρμίδι της σκότας, του φλόκου) 2. λεπτός σπάγκος αρματωμένος με αγκίστρια για ψάρεμα, η πετονιά < ορμιά

αρμολόι (το) - το κλείσιμο των αρμών χτισμένων πετρών, με τσιμέντο ή άλλα υλικά (παλιότερα) < ελνστ. αρμολογώ = συνδέω αρμολογημένος-η-ο

αρναούτης-ισσα-ικο - 1. αυτός που κατάγεται από την Aλβανία (κυρ. τη βόρεια), Aρβανίτης. 2. (μτφ., μειωτ.) αρναούτης, ως χαρακτηρισμός ανθρώπου πεισματάρη και ξεροκέφαλου < τουρκ. Arnavut < μσν. Aρβανίτης

αρόδο - (ναυτ.) για πλοίο που μένει σταματημένο, αγκυροβολημένο ή όχι, έξω από το λιμάνι ή σε υπήνεμο μέρος (στη ράδα) < βενετ. rota < ιταλ.rada

αροικώ ή αροικάω - ακούω, καταλαβαίνω < αγροικώ, γροικώ

αρούκατος-η-ο - άτσαλος, ασουλούπωτος, απεριποίητος, ατσούμπαλος < ;

αρπακώνω - αρπάζω, κρατώ, πιάνω γερά < αρπάζω αρπακωμένος-η-ο, αρπάκωμα

αρπάρο - (επιρ.) σύμφωνα, όμοια, ίδια, συνήθως στη φράση «πάμε αρπάρο», δηλαδή πάμε σύμφωνα < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού ή λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της || «αρπάρο (είμαστε ίδιοι, ίσιοι, πάμε σύμφωνα) «Πόσο χρονώ είσαι; - Εβδομήντα -Ε, πάμε αρπάρο» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") 

αρσανάς (ο) - ναύσταθμος, ναυπηγείο < παλαιότ. ιταλ. arsena - παλαιότ. βεν. (και ιταλ.) arzana

άρτα ρήματα - 1. λόγια που δεν κάνει να ειπωθούν 2. μτφ. άνω κάτω, μπάχαλο, ανακατωσούρα< άρρητος + ρήμα

άρτεμα (το) ή αρτεμί (το) - 1. καρύκευμα 2. καθετί που δεν είναι νηστίσιμο 3. μτφ. στόλισμα (λόγος, διήγηση) < αρχ. άρτυμα < αρτύω

αρτεύομαι = τρώγω κάτι μη νηστίσιμο αρτεμένος-η-ο

αρτεύω - 1. καρυκεύω (φαγητό) 2. κάνω κάποιον να παραβεί τη θρησκευτική νηστεία, να φάει απαγορευμένη τροφή την ημέρα της νηστείας

αρτέμονας (ο) - (ναυτ.) το πανί φλόκος < ελνστ. αρτέμων

άρτζι μπούρτζι ή άρτσι μπούρτσι - επίρρ. χωρίς τάξη ή λογική συνοχή, ανάκατα, φύρδην μίγδην, παλ. σημ.: κατάλυση των πάντων < μσν. αρτζιβούριν (από τα αρμεν.) = κατάλυση της νηστείας την Τετάρτη και Παρασκευή της εβδομάδας του Τελώνη και Φαρισαίου

ασκέλα (η) - άγριο βολβώδες φυτό, που φυτρώνει κοντά στις παραθαλάσσιες περιοχές, το οποίο λέμε και αγριοκρεμμύδα ή  σκυλοκρέμμυδο και σκυλοκρεμμύδα. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας  το θεωρούν σύμβολο της καλοτυχίας και γούρι και γι' αυτό, τον βολβό με τα φύλλα του, τον κρεμάνε στις πόρτες τους την πρωτοχρονιά < ; (επιστ.ονομ. Scilla maritima) || "Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς βγάζουν μια ασκέλα (άγριο κρεμμύδι) από το χωράφι τους και τη βάζουν μέσα στο σπίτι πίσω από την πόρτα ή κάτω από καναπέ ή κρεβάτι. Την κρατούν όλο το χρόνο για γούρι" (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ)

ασίκης-ισσα-ικο - λεβέντης, παλικαράς, που συνδυάζει σωματικά και ψυχικά χαρίσματα. Στις γλώσσες της Ανατολής σημαίνει τραγουδιστής, πλανόδιος οργανοπαίκτης, τροβαδούρος, ενώ στα αραβικά, απ' όπου και προέρχεται, εραστής < αραβ. asik ασίκικος-η-ο = αυτός που ταιριάζει σε ασίκη ασικλίκι = 1. λεβεντιά 2. προκλητικότητα

ασκόλυμπρος (ο) - αγκινάρα και περισσότερο κάποιο άγριο είδος αγκινάρας < αρχ. ουσ.σκόλυμος  || "ΣΚΟΛΥΜΒΡΟΣ, Δ. Σκόλυμος, Ελλ. ό Βελλώνιος τον ήκουσεν ονομαζόμενον Ασκόλυμβρος, εις δε την Λήμνον νήσον Σκομβρόβολος. Κατά δε τον Αγγλον έκδότην τού Θεοφράστου (Stackhouse, IXXXν), όνομάζεται σήμερον από τούς Γραικούς, Σκόλυμος, Σκόλυμβρος, και Κεφαλάγκαθο. Το τελευταίον όνομα τούτο Κεφαλάγκαθο εξηγείται από τον Διοσκορίδην (ΠΙ, 16) «Σκόλυμος... καυλόν ανίησι μακρόν, περίπλεον φύλλων, εφ' ου KEΦAΛH AΚΑΝΘΩΔΗΣ». Φέρει και ο Ησύχιος « Σκόλυμος, ο εσθιόμενος» βολβός» και «Σκόλυμος, λάχανο, άγριον ακανθώδες». Οι φυτολόγοι διστάζουν, άν ο Σκόλυμος του Διοσκερίδου ήναι ο αυτός μέ τού Θεοφράστου τον Σκόλυμον." (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

ασκοφούτης (ο) - μεγάλος βάτραχος των βάλτων < ; (πιθανολόγηση: ασκός επειδή η κοιλιά του είναι σαν ασκός;). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά|| «Εχθροί των μελισσών είναι πολλοί. Ο ασκοφούτης, μεγάλος βάτραχος μάυρος, που ζει στους βάλτους, ξύνει το μελισσοκόφινο και οι μέλισσες αγριεύονται και βγαίνουν έξω. Τότε αυτός βγάζει τη γλώσσα του και οι μέλισσες κολλάνε πάνω κι αυτός τος καταπίνει...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

ασλάνι (το) - λιοντάρι < τουρκ. aslan

άσπα (η) - Ως άσπα λέμε την κάθετη πλευρά επιφάνειας χώματος που έχει προκύψει από διάβρωση και που συνεχίζει να είναι επικίνδυνη για περαιτέρω διάβρωση από νερά κ.λ.π. Σχετικά τοπωνύμια στον Άγιο Νικόλα στις παραλίες '' Άσπες " που είναι γνωστές και ως «μικρή άσπα» και «μεγάλη άσπα». Το ίδιο όνομα έχει παραλία της Κρήτης, με χαρακτηριστικό και αυτής τα κάθετα βράχια και τις κατολισθήσεις (Άσπες οι (στσ" Άσπες) Πρόκειται για την περιοχή νότια τού Μπιριντζί- Κουλέ (όπου βρίσκεται η οικία Θ. Πελαντάκη). Άσπα, η = κρημνώδης περιοχή, όπου πολλά χώματα κατέπεσαν από διάβρωση (https://historicalcrete.ims.forth.gr) . Στα Κύθηρα επίσης, λένε άσπα τον χωμάτινο γκρεμό, καθώς και το ελαφρό σχεδόν αφρώδες ηφαιστειακό πέτρωμα. Στη Σαντορίνη ως άσπα ονομάζουν την θηραϊκή γη, το μαλακό χώμα που καλύπτει το ανώτερο στρώμα του εδάφους του νησιού, προερχόμενο από το ηφαίστειο. Οι δυο αυτές έννοιες της λέξης είναι πιθανό να συσχετίζονται, είτε λόγω της σύστασης των χωμάτων, είτε λόγω της μορφολογίας του εδάφους της Σαντορίνης που είναι κρημνώδεις < πιθανολόγηση: το μόνο που μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικό είναι το αρχ. παιπάλη και μεταγ. πασπάλη και πάσπαλη (το οποίο βέβαια είχε την έννοια του λεπτού άλευρου και κάθε ουσίας τριμμένης σε λεπτή σκόνη)

ασπάλακας (ο) - τυφλοπόντικας < αρχ. ασπάλαξ

ασπάλαθρος ή ασπάλαθος (ο) - ακανθώδης θάμνος < αρχ. ασπάλαθος

ασπετάρω - 1. περιμένω, προσδοκώ 2. (προκ. για ιδιοκτησία) ανήκω < ιταλ. aspettare < βεν. aspetar

ασπρογάλιασμα (το) - 1. το λευκό του αφρού των κυμάτων σε ώρα τρικυμίας 2. το φώτισμα του ουρανού κατά την ανατολή < άσπρο + γάλα ασπρογαλιάζω, ασπρογαλιασμένος-η-ο

ασπρούδι (το) - αυτό που είναι λευκό, (Θωπευτ.) αυτός που έχει λευκό πρόσωπο, που είναι γενικά λευκός < επίθ. άσπρος + κατάλ. ‑ούδι. Στα Βάτικα, Ασπρούδια λέγεται περιοχή μετά την Πούντα προς τον Κουλεντιανό Πύργο, λόγω των άσπρων βράχων που υπάρχουν στην ακτή.

αστάλαγος-η-ο -ατέλειωτος, άφθονος. Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει πολύ δυνατή βροχή «ρίχνει τον αστάλαγο» < πιθανολόγηση: χωρίς στάλες, αλλά με συνεχή ροή ή < αστάλακτος = ατέλειωτος, άφθονος επίθ. (προκ. για δάκρυ) που δεν εστάλαξε ολοκληρωτικά < μτγν. επίθ. αστάλακτος. Ελάχιστες αναφορές της λέξηςο, φαίνεται ότι μόνο εδώ και στα Κύθηρα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δυνατή βροχή.

αστρικό (το) - το αστραποβρόντι, το αστροπελέκι < αστέρι (που έρχεται από τα αστέρια) || «Άγιος Λουκάς ανοίγει τα αστρικά και ο Άγιος Αντώνης τα σφαλά! Του Άγιου Λουκά (με το παλιό ημερολόγιο στο τέλος Οκτωβρίου) αρχίζει ο χειμώνας και του Αγίου Αντωνίου (στις 30 Ιανουαρίου με το παλιό) τελειώνει, φεύγει ο βαρύς χειμώνας. -Τ' είναι τα' αστρικά; - Είν' η βαρυχειμωνία, που πέφτει χαλάζι, π' αστραφτομπουμπουνίζει» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Μηνάς Αναστασάκης "Θησαυρίσματα του λαού μας") 

αστρίτης (ο) - είδος φιδιού με στίγματα επάνω στο σώμα του με σχήμα σαν τα αστέρια < αρχ. αστήρ

αστρολάβος (ο) - (ναυτ.) κυκλικός χάρτης αστέρων που μπορεί να περιστρέφεται, ή σφαιρικό όργανο, ώστε να υπολογίζει κανείς τις θέσεις του ήλιου και των αστεριών σε οποιαδήποτε ώρα της μέρας ολοκλήρου του χρόνου < αρχ. αστρολάβος < αστήρ + λαμβάνω

αστροπελέκι (το) - 1. κεραυνός, αστραπή 2. περιπαικτικά για άνθρωπο που δεν είναι και πολύ έξυπνος, που λέει και κάνει κοτσάνες < μσν. αστροπελέκιν < αστραποπελέκι

ασυγκούμιαστος-η-ο - αταίριαστος, ασυνδύαστος, άσχετος < στερ. α + συγκουμιάζω = ταιριάζω, συνδυάζω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ασύσταγα - ανοικοκύρευτα, χωρίς τάξη, χωρίς κανονικό ρυθμό < ασύσταγος-η-ο = που υστερεί σε παράστημα σε εξωτερική εμφάνιση < α + συσταίνω. Μόνο ως προ το επίθετο υπάρχουν κάποιες ελάχιστες αναφορές,  φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Κέρκυρα ως ανοικοκύρευτος, ενώ σαν έλλειψη τάξης και σοβαρότητας αναφέρεται η ασυσταγιά στο «https://greek_greek.enacademic.com»

ασύφταγος-η-ο - 1. απρόφταστος 2. αχόρταστος και αχόρταγος 3. ανικανοποίητος, ακόρεστος. Φρ. «μου ήρθε το ασύφταγο» = απρόοπτο που με κάνει να τρέχω και να μην προλαβαίνω < συφταστός < συφτάνω. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται μόνο στη Λευκάδα και ίσως απέναντι στην Αιτωλοακαρνανία.

ατζέμ πιλάφι (το) - πιλάφι που είναι μαγειρεμένο με περσικό τρόπο < τουρκ. acem = περσικός + πιλάφι 

ατλάζι (το) - στιλπνό μεταξωτό ύφασμα < τουρκ. atlas ατλαζένιος-η-ο

ατομοδρόμωνας (ο)(ναυτ.): παλαιότερος τύπος πολεμικού σκάφους, ξύλινου ή μεταλλικού ιστιοφόρου, που έφερε και ατμομηχανή < ατμός + δρόμωνας. Περιορισμένης χρήσης λέξη, κυρίως γνωστή από τις περιηγήσεις των παλιών βασιλιάδων ανά την Ελλάδα, όπως και του Όθωνα το 1862 που είχε έρθει στα Βάτικα με τον ατμοδρόμωνα "ΑΜΑΛΙΑ".

ατσίδι (το) - νυφίτσα ή κουνάβι < αρχ. ικτίς

ατσούμπαλος-η-ο - 1. απεριποίητος, ατημέλητος 2. για άνθρωπο αδέξιο, άγαρμπο, που κάνει ζημιές κτλ. < πιθανολόγηση ελνστ. σιπαλός = άσχημος, άμορφος

αυγάζω - 1. α) εμφανίζομαι, ανατέλλω, ξημερώνω β) φωτίζω 2. μτφ. διαφωτίζω < αρχ. αυγάζω

αφιόνι (το) - 1. όπιο, άγρια παπαρούνα 2. υπνωτικό < τουρκ. afyon αφιόνισμα, αφιονίζω, αφιονισμένος-η-ο

αφορμίζω - κακοφορμίζω, ερεθίζομαι, μολύνομαι (συνήθως για κάποια πληγή, κάποια εκδορά ή κάποιο σπυρί ) < μσν. αφορμίζω < μσν. φορμίζω < αφορμ(ή) -ίζω αφορμισμένος-η-ο, αφόρμισμα

αφουγκράζομαι - ακούω με προσοχή, τεντώνω το αυτί μου για να ακούσω < μσν. αφ(ου)κράζομαι < αρχ. επακρόωμαι

αφούρα (η) - ελαφριά ομίχλη, μείωση της ορατότητας της ατμόσφαιρας λόγω ζέστης και υγρασίας < ιταλ. afa = πνιγηρή ατμόσφαιρα, afoso = αποπνικτικός, πνιγηρός. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Κρήτη.

αφούσα (η) - 1. άναμμα, λαύρα 2. μτφ. στενοχώρια, πλάκωμα < ιταλ. afa = πνιγηρή ατμόσφαιρα, afoso = αποπνικτικός, πνιγηρός. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Κρήτη.

αφριγκιάζομαι - βάζω αφτί και ακούω με προσοχή, κρυφακούω < επί + ακροάωμαι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

αχαμνός-η-ο - 1. αδύνατος, άπαχος, ισχνός, λιγνός, λιπόσαρκος 2. τα αχαμνά, οι γεννητικοί αδένες των αρσενικών < μσν. αχαμνός < μτγν. χαμνός < αρχ. χαυνός αχαμνίζω = χαλαρώνω, αδρανώ, αδυνατώ, εξασθενώ

αχάραγα - επίρρ. πριν χαράξει, πριν ξημερώσει < αχάραγ(ος) επίρρ. -α < α- χαρά(ζει) -γος

αχιουρές (ο) - ο αχιουρές, είναι το πολίτικο γλυκό ασουρές το οποίο δημιουργείται από όσπρια, σπόρους, ξηρούς καρπούς, φρούτα κ.λ.π. Μεταφορικά η λέξη περιγράφει, πράγμα ή πρόσωπο που δεν έχει αξία, καθώς επίσης λέγοντας τη φράση γίνανε αχιουρές, εννοούμε ότι καβγαδίσανε άγρια, γίνανε μαλλιά κουβάρια, μάλλον επειδή ο αχιουρές είναι ανακάτεμα πολλών υλικών. Επίσης, χρησιμοποιείτε θέλοντας να περιγράψει κάποιον ακούρευτο, αχτένιστο, ασυγύριστο «ρε σαν αχιουρές έγινες» ή «πως είσαι έτσι σαν αχιουρές;». Η λέξη από τις λίγες αναφορές της φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Κρήτη < τουρκ. asure

αχλή ή άχλη (η) - αραιή ομίχλη που καλύπτει την ατμόσφαιρα, καταχνιά < αρχ. αχλ(ύς)

αχολογώ - 1. αντιλαλώ, ηχώ 2. φωνάζω δυνατά ώστε να αντηχεί η φωνή μου 3. μτφ. διαδίδω, διαλαλώ< αρχ.δωρ.αχέω (ηχώ) + λόγο || "ΑΧΟΛΟΓΩ, βήμ. ουδέτ. σύνθ από το Ηχέω (Δωρικ. Αχέω) και το Λέγω. Αντιλαλώ, Ηχώ.... 2) Αχολογώ, φωνάζω τόσον σφοδρά, ώστε να αντηχή ή να αντιλαλή ή φωνή, Αλαλάζω, 3) Αχολογώ μεταβ Θρυλλώ ή Διαφημίζω......" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 5ος 1835)

αψέντι (το) - οινοπνευματώδες ποτό αρωματισμένο με φύλλα του φυτού αρτεμισία, αψιθιά < γαλλ. absinthe < λατιν. absinthium < ελλην. αψίνθιον

αψίκορος-η-ο - ευέξαπτος, οξύθυμος, αυτός που αλλάζει εύκολα διάθεση < αρχ. αψίκορος = που σιχαίνεται, που βαριέται γρήγορα αψικορώ, αψικορία