Μ(2η)

μελεύω ως μπαμπούζαλη

μελεύω - φαίνομαι, παρουσιάζομαι < ομηρ. μέλω = είμαι αντικείμενο φροντίδας ή σκέψης (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Συνήθως χρησιμοποιείται σε αρνητικό τύπο, δεν μελεύει τίποτα = δεν φαίνεται δεν εμφανίζεται κάποιο ψάρι ή κάποιος καρπός στην εποχή της συγκομιδής κ.τ.λ. Υπάρχουν κάποιες ελάχιστες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από Μεσσηνία και Αρκαδία όπου η λέξη ερμηνεύεται ως διατηρώ, εξοικονομώ.

Μελιγγάνες (οι) - 1. ∆αιμονικές μορφές που άρπαζαν ή έβλαφταν τα αβάφτιστα και ασαράντιστα νήπια. Για να μη βλαφτούν κρεμούσαν οι μανάδες στα κρεβατάκια τους εικονίσματα και δεν άφηναν τα ρούχα του μωρού έξω, μετά τη δύση του ηλίου 2. Τοποθεσία στο Φαρακλό < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Την ερμηνεία της λέξης παίρνουμε από τις σημειώσεις κειμένου του Τζώρτζη Ανωμήτρη «...Το «Παραδεισιώτικο κρεμμύδι» καλλιεργήθηκε στα Βάτικα σε θέσεις όπου υπήρχαν πηγές με τρεχούμενο νερό. Όπως σημειώνεται στην Έκθεση Καποδίστρια τέτοιες θέσεις υπήρχαν στο Φαρακλό, όπως, οι Μελιγγάνες, όπου και μεγάλες πεζούλες με πολλά κηπευτικά που ευδοκιμούσαν στην εκεί εύφορη γη...» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ- Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΡΕΜΜΥΔΙΟΥ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ»

μελίγγι (το) - κρόταφος, μηλίγγι < αρχ. ουσ. μήνιγξ || «ΜΗΛΙΓΓΑΣ, χυδ. Μέληγκας, Μίληγκας και Σμίλιγκας, Σ. Mέλιγος, Δ. Το Μήλιγγας (ορθότερον, Μήνιγγας) είναι από τών παλαιών το Μήνιγξ, το σημαίνον τον υμένα τον περισκεπάζοντα τον εγκέφαλον όστις είναι διπλούς, ένας λεπτότερος, καλύπτων αμέσως τον εγκέφαλου, δεύτερος επάνω τούτου, παχύτερος. Ο παρακμ. ελλ. έδωκε καταχρηστικώς το όνομα των Μηνίγγων και εις τους Κροτάφους διότι έως εις τούτους καταβαίνουν αι Μήνιγγες του εγκεφάλου. Ονομάζομεν ακόμη και ουδετ, πληθ. Μηλίγγια (Μηνίγκια Ελλ.), τα μεταξύ των ομμάτων και των αυτίων διαστήματα, δεξιά και αριστερά.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μελλιγγούνι ή μελιγκούνι (το) - μυρμήγκι < πιθανολόγηση: μσν. μελίτακας = μυρμήγκι < αλβαν.milingonë-a. Τη λέξη τη συναντάμε σε κάποιες λίγες αναφορές, από Κρήτη και ως μελιγκώνι από Αρκαδία και Μεσσηνία || «...μελιγγόνι (το) δημ. κ. μελιγγούνι είδος μικρού μύρμηκος : πήγαν στό γλυκό Μελιγγόνια»(Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

μελίγκρα (η) - είδος εντόμου, βλαβερού στις καλλιέργειες, που τρώει και έτσι καταστρέφει τα φύλλα των φυτών < ίσως αρχ. μελίκηρα, αλβ. milingre

μελίρρυτος-η-ο - αυτός από τον οποίο ρέει, στάζει μέλι, γλυκός < αρχ. μελίρρυτος < μέλι + ρυτός < ρέω || "...... Γλυκύτατος στο ψάλσιμο, μελίρρυτος στον προφορικό λόγο, αλλά και άτσαλος στη γλώσσα, όποτε έδινε αφορμή, ελάχιστη, ασήμαντη ή και ακούσιο σφάλμα ιερέως." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μελίχλωρος-η-ο - που έχει το χρώμα του μελιού και είναι τρυφερός και όχι ξεραμένος (η χρήση της λέξης διασώθηκε κυρίως από τα καφενεία και το ψητό το χταπόδι που πολλοί το προτιμούν μελίχλωρο, όχι καλά ψημένο) < αρχ. μελίχλωρος < μέλι + χλωρός

μέντικος (ο) - γιατρός < ιταλ.medico

μερελός-η-ο ή μερέλιας - τρελλός, αυτός που τα έχει χαμένα < πιθανολόγηση: βεν. murlon μερελιάζω. Η λέξη συναντάται στην Πελοπόννησο κυρίως ως μερελός και σπανιότερα ως μερέλιας.

μερεμέτι (το)- 1. επισκευή, επιδιόρθωση κυρίως οικοδομής φύσης 2. ξυλοδαρμός < τουρκ. meremet μερεμετίζω

μερτζάνι (το) - 1. το κοράλλι 2. κοσμήμα από κοράλλι < τουρκ.mercan

μεσάλι (το) ή μασάλα ή μεσάλα (η) - 1. πανί που σκέπαζαν στην πινακωτή τα άψητα ψωμιά 2. πετσέτα φαγητού, τραπεζομάντιλο < μσν. μεσάλιον < λατιν. mensalium < mensa = τραπέζι

μεσαριά (η) - άσπαρτο χωράφι ανάμεσα σε δύο σπαρμένα < μέση

μεσημεριάτης (ο) - φανταστικό πρόσωπο, που υποτίθεται ότι κυκλοφορούσε το μεσημέρι, την ώρα που όλοι πρέπει να ησυχάσουν και απειλούσε να πάρει ή να τιμωρήσει τα παιδιά που δεν υπάκουαν στην προτροπή να κοιμηθούν ή να κάτσουν ήσυχα τις μεσημεριανές ώρες («θα σε πάρει ο μεσημεριάτης» «θα φωνάξω τον μεσημεριάτη») < μεσημέρι

μέσιασμα (το) - το φτάσιμο στη μέση, η ολοκλήρωση της μισής προσπάθειας, ενέργειας, χρονικής περιόδου (το μέσιασμα του Φλεβάρη) < μέση μεσιάζω (μέσιασε το βαρέλι του κρασιού). Ελάχιστες αναφορές της λέξης, μία από Πάτρα και μια-δυο από Κρήτη, καθώς και από το Πολύδροσο Παρνασσού. 

μεσοβέζικος-η-ο - 1. συγκεχυμένος 2. πρόχειρος, αμφιλεγόμενος, που δεν δίνει μόνιμη λύση αλλά προσωρινή 3. αμφίβολης αξίας, όχι σίγουρος, αμφίβολης αποτελεσματικότητας 4. αυτός που δεν παίρνει το μέρος ούτε της μίας ούτε της άλλης πλευράς < τουρκ. musevves < βενετ. mezovento = άνεμος ενδιάμεσος

μεσοκόπισμα (το) - το μέσιασμα, το φτάσιμο στο μέσο μιας περιόδου, μιας ενέργειας < αρχ. μεσόκοπος < μέσος + -κόπος < κόπτω μεσοκοπώ, μεσοκοπισμένος-η-ο . Ελάχιστες αναφορές της λέξης, αλλά από διάφορες περιοχές, όπως την Αγιάσο Λέσβου και την Κύπρο || «Τέλος στα μεσοκοπίσματα του θεριστή (Ιούνη) που πέφτει ο ανθός των σταφυλιώνε (σταφυλοχώριση), τότε θειαφίζει ο αμπελουργός μόνο τα τσαμπιά όχι τα φύλλα» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μεταλλίκι - 1. παλιό τούρκικο χάλκινο νόμισμα αξίας 10 παράδων 2. γενικά τα χρήματα και κυρίως τα μεταλικά νομίσματα < τουρκ. metalik = μεταλλικό < μέταλλο

μεταπράτης-ισσα - μεταπωλητής, λιανοπωλητής < μτγν. μεταπιπράσκω

μετερίζι (το) - οχύρωμα, προμαχώνας, ταμπούρι < τουρκ. meteris

μετζαβόλτα (η) - (ναυτ.) κόμπος γνωστός ως ημίδεσμος, μισή βόλτα, δηλαδή μισή στροφή < ιταλ. mezzo=μισό + volta = στροφή

μετζάνα (η) - (ναυτ.) 1. ο ιστός (κατάρτι) της πρύμνης 2. το πανί (τριγωνικό) που προσαρτάται στο κατάρτι αυτό, αν πρόκειται για ιστιοφόρο < βεν. mezana

μετζάστρα - (ναυτ.) μεσίστια, η ύψωση της σημαίας στο μέσο του ιστού < ιταλ. λ. mezz` asta

μετζεσόλα (η)- το τμήμα του παπουτσιού που βρίσκεται ανάμεσα στη σόλα και στην εσωτερική επένδυση του πέλματος < ιταλ. mezze suole

μέτζος-η-ο - 1. μεσαίος 2. (πιθ.) μεσαίας ποιότητας < ιταλ. mezzo

μετρέσα (η) - γυναίκα που συζεί με τον εραστή της ή συντηρείται από αυτόν < γαλλ. maîtress(e)

μήγαρις - μήπως, σάματι, σάμπως, μπας (+ερωτηματική απάντηση): μήγαρις ξέρω πού είναι < αρχ. μή γάρ || «...μήγαρ ή μη γαρ (δημ. συνήθ. μήγαρι(ς) μόριον διστακτικόν, μ. επί ερωτηματικής απαντήσεως, μήπως, μή τάχα, σάμπως, σάματι, μπας και...» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

μηλαδέρφι (το) - ετεροθαλής αδελφός ή αδελφή < κατά παρετυμολογία από το αλληλάδελφος < αλλήλων + αδελφός

μηλίγγι (το) - κρόταφος < μσν. μηλίγγιν < μηνίγγιον < αρχ. μήνιγξ

μιλιούνι (το) - 1. εκατομμύριο 2. μτφ. άπειροι, αναρίθμητοι < ιταλ. millione

μίνα (η) - υπόνομος με γόμωση από εκρηκτική ύλη για την ανατίναξη εδάφους, σπάσιμο βράχου κ.τ.λ. < ιταλ. mina μινάρω - 1. ανοίγω μίνες, υπονομεύω 2. μτφ. επιδιώκω την καταστροφή κάποιου με κρυφά και ύπουλα μέσα

μινέσκω - μένω . Αυτός ο τύπος φαίνεται να χρησιμοποιείται στη Λακωνία, Αρκαδία και Μεσσηνία κυρίως, ενώ σαν μνέσκω το χρησιμοποιούν κάποιοι συγγραφείς και κυρίως ο Γιάννης Σκαρίμπας || « (έχουμε αρχαίο πρόσφυμα -σκ-) π.χ. Δεν μου μινέσκει ούτε δραχμή από τη δουλειά.» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") || «Το ζυμάρι που μίνεσκε (έμενε) στο σκαφίδι δε το πετούσανε...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") || «ΜΕΝΙΣΚΩ, Δ. ώς ταυτόσημον του Μένω (rester), κατά το Εύρω, Ευρίσκω, Στερώ, Στερίσκω. Λέγομεν κατά συγκοπήν και Μνίσκω έτι δε και μινέσκω ή Mναίσκω (ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ- ΑΤΑΚΤΑ τόμος 4ος 1832)»

μινάρω - 1. χαζολογάω, κάνω ανοησίες 2. αυνανίζομαι < ιταλ. minorita = ανηλικιότης

μίνιο (το) - οξείδιο του μολύβδου, μπογιά που περνιέται ως υπόστρωμα σε μέταλλα για να μη σκουριάζουν, αλλά και σε ξύλα < μίνιον < λατιν. minium

μιντέρι (το) - χαμηλό ανατολίτικο ανάκλιντρο, σοφάς < τουρκ.minder

μινυριάρης-α-ικο- αυτός που κλαψουρίζει, μουρμουρίζει, παραπονιέται με χαμηλή φωνή (με κλάψα), (συνηθέστερα αναφέρεται στο μικρό παιδί που είναι κλαψιάρικο και σιγοκλαίει < ομηρ.μινυρός = αυτός που θρηνολογεί σιγανά, που οδύρεται (Τζ.Ανωμήτρης δημ.εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) μινυρίζω, μινύρισμα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μίρμιλο (το) - πλήθος < ;  Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές της λέξης και αυτές προερχόμενες από την Κέρκυρα.

μιρμιράω ή μιρμιρίζω - 1. το βασανίζω, το παιδεύω το παραζαλίζω για να κάνω κάτι ή για να πάρω κάποια απόφαση 2. γκρινιάζω, παραπονιέμαι από κακομοιριά < μιρμίρης, μιρμίρισμα < πιθανολόγηση: αρχ. μερμηρίζω (μέρμερος) 1. είμαι γεμάτος έγνοιες, είμαι ανήσυχος ή σκεπτικός, έχω αμφιβολίες, σε Ομηρ. στέκομαι ανάμεσα σε δύο απόψεις 2. μηχανεύομαι, επιδιώκω.  Υπάρχουν κάποιες λίγες αναφορές του μιρμιρίζω και 1-2 του μιρμιράω, χωρίς δυνατότητα προσδιορισμού προέλευσης αυτών.

μίρλα (η) - συνεχής γκρίνια, συνεχές σιγανό κλάμα < τουρκ. miril = γκρίνια, παράπονο

μισή (η) - μισή οκά, συνήθως κρασιού < μισή || "...Έφερε, ο Τέσσερος, καργαρισμένη τη μισή: Τηνέ πήρε στα χέρια του, οσμίστηκε τη σπιρτάδα της και μπρουμούτισε πάνω της. Σταγόνα δεν έμεινε." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μισιακός-ια-ο ή μισακός ή μεσιακός - που ανήκει από μισός σε δύο άτομα, συνεταιρικός < επίθ. μισός + κατάλ. ‑ιακός

μισοκαδιάρικος-η-ο- 1. αυτός που χωράει ή που ζυγίζει μισή οκά 2. μτφ. οτιδήποτε μικρών διαστάσεων ή χοριτικότητας 3. μτφ. άνθρωπος πολύ μικροκαμωμένος και αδύνατος < μισό + οκά

μισοριξιά (η) - άνθρωπος ή ζώο αδύνατος, μικροκαμωμένος, αδύναμος και ασθενικός < μισή + ριξιά

μισότριβος-η-ο - 1. μισοτριμένος, μισοφθαρμένος 2. μτφ. για άνθρωπο που είναι στη μέση ηλικία, που έχει δηλαδή φθαρεί κατά το ήμισυ και η φυσική του κατάσταση και η υγεία του είναι έτσι κι έτσι < μισό + τρίβω

μιτάρι (το) - εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνάει η σαΐτα < μτγν. μιτάριον < αρχ. μίτος

μιτζίλαγρος - άγριο μπιζέλι < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της.

μιτώνω - περνώ τα νήματα μέσα από τα μιτάρια του αργαλειού < αρχ. μίτος

μίχος (ο) - είδος γλάρου, μικρότερος σε μέγεθος και επιθετικός < ;

μνυαουρίζω - κλαίω σιγανά, κλαψουρίζω < ομηρ. μινυρίζω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μόδι (το) - μέτρο χωρητικότητας σιτηρών και ξηρών καρπών, ίσο με 8,75 λίτρα < μτγν. μόδιος < λατιν. modius

μόδολο (το) - (ναυτ.) πλανιαρισμένο λεπτό ξύλο, πλατύ σε έκταση ανάλογη του ανοίγματος των ματιών του διχτυού ψαρέματος που ήθελαν να πλέξουν, το οποίο χρησιμοποιούσαν σαν αποστάτη για να μην μετρούν κάθε φορά την απόσταση < πιθανολόγηση: ιταλ. modulo = υπόδειγμα, παράδειγμα ή moddelo = υπόδειγμα, σχέδιο, πρόπλασμα. Μοναδική αναφορά της λέξης, η παρακάτω: «Για τα χειροποίητα δίχτυα χρησιμοποιούνται δύο εργαλεία: η σαΐτα και το καλούπι ή μόδολο. Το καλούπι είναι ένα λείο ορθογώνιο σανιδάκι που η διάμετρός του είναι ανάλογη με το άνοιγμα ματιού του διχτυού το οποίο πρόκειται να κατασκευαστεί.» (Εργασία Σπ.Τζοΐτη, σπουδαστή του Τμήματος Ιχθυοκομίας-Αλιείας του ΤΕΙ Μεσολογγίου) || «Σε κάθε δίχτυ βάζουμε δύο καλούμες, πάνω και κάτω. Στην πάνω καλούμα βάζαμε τα φελλά, τέσσερα μόδολα απόσταση και ένα φελλό...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μοιραίνω - αργώ να αποφασίσω για κάτι, καθυστερώ στην πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας, κάποιας δουλειάς κ.λ.π. < πιθανολόγηση: μοίρα (το αφήνω στην μοίρα του). Το ρήμα μοιραίνω το συναντάμε με την έννοια του καθορίζω, προδιαγράφω την μοίρα κάποιου και όχι με την παραπάνω έννοια που το χρησιμοποιούμε εδώ.

μοϊσμένος-η-ο - ζαλισμένος, θολωμένος, μπαϊλντισμένος μόισμα, μοΐζω < πιθανολόγηση: αρχ. μογέω (μόγος), αόρ. αʹεμόγησα, Επικ. μόγησα· I. 1. μοχθώ, υποφέρω, σε Όμηρ.... επιρρ. σημασία μόγις, με κόπο και δυσκολία, δύσκολα... σε Ομήρ. Ιλ. 2. στους Τραγ., υποφέρω στους κόπους, θλίβομαι, σε Αισχύλ. II. μτβ., κοπιάζω για κάτι, τι, σε Ανθ. ή ιταλ. mogio = σαστισμένος, μαζεμένος. Η λέξη δεν αναφέρεται πουθενά αλλού εκτός από  κάποια παλιά ελληνοαγγλικά λεξικά.

μόκο (το) - σιωπή, μουγγαμάρα, Φρ.«κάνε μόκο» < ιταλ. moco = τίποτε μόκος-ος-ο = άλαλος, μουγγός

μολαϊμίζω - καταπραΰνω, ηρεμώ, μαλακώνω (μολαΐμισε ο καιρός) μολαΐμικος-η-ο, μολαϊμισμένος-η-ο μολαΐμισμα < πιθανολόγηση: ιταλ. molle= μαλακός, απαλός, τρυφερός ή τουρκ. mulayim = ήπιος. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και στο χωριό Βαλσαμάτα Κεφαλλονιάς, στην περιοχή της Ρούμελης, καθώς και (κατά πληροφόρηση) στο Πήλιο Μαγνησίας.

μόλα επιφ.- (ναυτ.) πρόσταγμα που σημαίνει «άφησε!», «χαλάρωσε!», «λύσε!» (συν. ένα σκοινί < προστ. mola του βεν. molαr· πβ.αμολάρω

μολάρω - αφήνω κάτι χαλαρό, χαλαρώνω < ιταλ. mollare μολαρισμένος-η- ο, μολάρισμα || "ΜΟΛΑΡΩ, Σ. από το Ιταλικών Μolare. Ίσως από το Μωλύω, Ελλ. ο Ησύχιος (λέξις Μώλυς) φέρει « Μεμωλυσμένη, παρειμένη» και Μωλύτερον, άμβλύτερον ». (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 5ος 1835)

μολεύω - μολύνω, μιαίνω, ατιμάζω < μολύνω ‑εύω μόλεμα

μολυβίθρα (η) - 1. κυλινδρικό διαμπερές βαρίδι από μολύβι που περνιέται (μαζί με άλλα πολλά) ανά διαστήματα σε σχοινί στην κάτω πλευρά του διχτυού για να κρατιέται στο βυθό 2. γενικά κάθε βαρίδι ψαρέματος < μολύβι

μόμολο (το)- βρισιά για μικρό παιδί, για γέρο ή γενικά για ανίκανο άνθρωπο < βεν. momolo

μόμπιλο (το) - έπιπλο < βεν.mobile

μονάντερος-η-ο - αυτός που ενώ τρώει πάρα πολύ δεν παχαίνει < μονό + άντερο (μτφ. λες έχει ένα άντερο και δεν συγκρατεί τις τροφές για χώνεψη αλλά τις αποβάλει κατευθείαν)

μόνε - αλλά, πλην όμως, παρ' όλ' αυτά, μονάχα < ;

μόνε - μόνε - ήσυχα-ήσυχα, σιγά-σιγά, λάου-λάου < ;

μονέδα (η) - 1. νόμισμα 2. εκφρ. κόβει μονέδα (κερδίζει πολλά λεφτά) < μσν. μονέδα < βενετ. moneda

μονιά (η) - φωλιά αγριμιού < μσν. μονία < μόνος μονιάζω, μονιάς

μονολόγισμα ή μονολόισμα (το) - εργασία της καλλιέργειας αμπελιού, κατά την οποία μετά το δέσιμο των σταφυλιών, αφαιρούνται τα κλαδιά που δεν έχουν καρπό ώστε να τρέφονται καλύτερα αυτά στα οποία υπάρχουν σταφύλια < πιθανολόγηση :μόνο (μόνο αυτά που έχουν καρπό) + λογώ. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || ''Μονολόγισμα. Γίνεται μεταξύ 20ης Απριλίου και 10ης Μαΐου. Όταν το κλήμα βγάζει τα πρώτα φύλλα και βλαστάρια και πυκνώσει, τα αραιώνουν κόβοντας φύλλα και βλαστάρια χωρίς γέννα (δηλ. χωρίς σταφύλια) (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) || « Τον Ιούνη, όταν είχανε δέσει τα σταφύλια, αρχίζανε το μονολόισμα. Δηλαδή κόβανε τις βέργες που ήταν κοντά στη ρίζα (μούλοι), τα φύλλα που είχανε βγει πρώτα και τέλος, κορφολογούσανε (κόβανε τις κορφές)» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

μονονύχτι (το) - (ναυτ.) το ψάρεμα κατά το οποίο τα αλιευτικά εργαλεία, συνήθως τα δίχτυα, αφήνονται να ψαρέψουν μόνο κατά τη διάρκεια που έχει σκοτάδι < μόνο + νύχτα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μονόπετρο (το) - μεγάλος βράχος στο βυθό, ξεκομμένος από άλλους βράχους, που βρίσκεται είτε μέσα σε φυκιάδες είτε στην άμμο είτε στην αποχή και συνήθως αποτελεί καταφύγιο ψαριών < μονό + πέτρα

μόρα και κασίδα - εκφρ. Εκδοχή 1. < Μόρα = επιτιμητικά η σκουρόχρωμη και η ηλιοκαμένη γυναίκα < ιταλ. mora = αραπίνα β) μόρα = ο εφιάλτης, ο βραχνάς < αλβαν. mora. Κασίδα = 1. η πάθηση τριχόπτωση 2. μεγάλη βρομιά. Εκδοχή 2. Μόρα αρχαία λακωνική μοίρα (τμήμα) στρατού και κασίδα αρχαίο κράνος στρατιώτη και επειδή ανάλογα με το τμήμα είχαν και διαφορετικά χρώματα κασίδας (κράνους) έμεινε η φράση μόρα και κασίδα, δηλαδή ανάλογα την μόρα και το χρώμα της κασίδας (Άρης Στουγιαννίδης www.youtube.com/ watch?v=nHYRvG69JbI)

μοράβια ή μουράβια (η) - (ναυτ.) υφαλόχρωμα το οποίο εφαρμόζεται στα ύφαλα των πλοίων προκειμένου να μην πιάνουν μαλλί και μικροοργανισμούς < ιταλ. moravia μοράβιασμα, μοραβιάζω, μοραβιασμένος-η-ο

μορογάρω - καθυστερώ, αργώ, χρονοτριβώ < ιταλ. mora = καθυστέρηση υποχρέωσης < μοργάρω < μοργαίρω. Η λέξη εκτός από εδώ, χρησιμοποιείται κυρίως και στα Εφτάνησα || «ΜΟΡΓΑΡΩ. Ήκουσα Πελοποννησίους λέγοντας Μοργάρω, το Βραδύνω, πιθανόν ότι από άχρηστον παλαιών ρήμα Μοργαίρω, τού οποίου Ησύχιος μας έφύλαξε άλλον τύπον, «Μοργυλλεί, χρονουλκεί». Μετά τούτο αμέσως λέγει και «Μοργάται, ΠΑΡΩΠΤΑΙ» το όποιον ίσως πρέπει να διορθωθή ΠΕΡΙΣΠΑΤΑΙ. αυτός Ησύχιος φέρει και Μαρηγηλλά, άμφιπονεί, τραγγεύεται». Το Στραγγεύομαι (temporiser) είναι συνών, του Βραδύνω, ίσως και του Ρωμ. Moror.Ζ. και Μαργόνω. (Αδ.Κοραής Άτακτα)

μόρσα (η) - η μέγγενη < ιταλ. morsa

μοσκιός ή μοσχιός (ο) - είδος χταποδιού, με πιο κοντά πλοκάμια τα οποία έχουν μία σειρά βεντούζες αντί για δύο όπως του χταποδιού και κάπως μεγαλύτερη κουκούλα, κατώτερης ποιότητας από το χταπόδι γι αυτό συνήθως το χρησιμοποιούμε για δόλωμα, αλλού το ονομάζουν και μοσχοχτάποδο < πιθανολόγηση: μόσχος (μυρωδιά), επιστημονική ονομασία eledone moschata

μοσχάτο (το) - είδος σταφυλιού και το κρασί που παράγεται από αυτό < ιταλ. (vino) moscato

μοτόρι (το) - 1. ο κινητήρας 2. κάθε μηχάνημα που διαθέτει κινητήρα 3. το μηχανοκίνητο καΐκι μοτοράκι < ιταλ. motor(e)

μουβάρω - μετακινώ, κουνώ, ταράζω (και στην παθητική φωνή μετακινούμαι κ.λ.π.) < ιταλ. movire

μουγκανίζω - 1. (προκ. για ζώο) μουγκρίζω 2. (μεταφ.) βογγώ δυνατά (από πόνο) < μουγκαρίζω < μουγκρίζω < μυκανίζω < μυκώμαι μουγκάνισμα ή μουγκανητό

μούδα (η) - (ναυτ.) Επάνω στο πανί ράβονται οι «μούδες». Πρόκειται για οριζόντιες ενισχύσεις με ραμμένα σε ίσες αποστάσεις, σχοινάκια μικρού μήκους, τα «τσαμαντάνια», ή «μανταφούνια». Οι μούδες ράβονται παράλληλα προς την κάτω, συνήθως, πλευρά του πανιού και σε αποστάσεις ανάλογες με το μέγεθός του. Όταν ο άνεμος γίνεται ισχυρότερος, το πανί τυλίγεται για το διάστημα που ορίζει κάθε μούδα και δένεται με τα μανταφούνια. Από τους τύπους των πανιών που έχουνε μούδες, τα μεγαλύτερα διαθέτουν συνήθως τρεις σειρές και τα μικρότερα δύο (https://aegeanwoodenwalls.blogspot.gr/) < βεν. muda  μουδάρισμα, μουδάρω = δένω τις μούδες, εκφρ."λάσκα μούδες" (σαν ναυτ. πρόσταγμα) αλλά και μτφ. εννοώντας «παράτα μας», «χαλάρωσε» κ.λ.π.

μούκας (ο) - άνθρωπος που δεν μιλάει που είναι βαρύς και σκυθρωπός, όχι από στεναχώρια, αλλά λόγω ακοινώνητου χαρακτήρα < (ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΑΡΧΑΪΣΜΟΙ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΟΙ ΑΡΧΑΪΣΜΟΙ ΤΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- Α.Ι.Θαβώρης) μούκας. Π.: «λιγόλογος» < Ησυχ. μυκός- άφωνος. -Το μυ-κός είναι λ. ηχομιμητική: αρχ. μυ- = μου- + -κός (το -κ είναι συνοδίτης φθόγγος) και είναι η ίδια η μτγν. μογγός, αντί μουγγός, από ψευδή αποκατάσταση (Μάνεσης, Αεξ. Δελτ. ΔΑ', 1966-7, 11, 13, 40 κ.εξ.: π.χ. βονά (βουνά), φλοριά (φλουριά). ..................... Η λ. μούκας που αναφέρει η Π. προφανώς της Πιερίας, είναι και αυτή ηχομιμητική και σχηματίστηκε, κατά τη γνώμη μου, πάλι από το: μμμμ (= μου-) και την κατάλ. -κας, όπου το -κ- είναι συνοδίτης φθόγγος, όπως και στο: μυ-κ-ός και όπως από τα ηχομιμητικά μη = μέε και μυ = μου προ­ ήλθαν τα αρχ. ρήματα: μη-κ-ώμαι και μυ-κ-ώμαι και από το γρυ- τα νεοελλ. γρυ-κώ, α-γρυκώ κλπ. (Θαβώρης, 1976, 230), πρβλ. και Ησύχιο: μου-κίζεί· σιγή μέμφεται τοΐς χείλεσι. Η κατάλ. -κας είναι της κοινής Νεο­ελληνικής: π.χ. γιό-κας, μπαμπά-κας, όπως και η κατάλ. -κα, π.χ. μαμά-κα, γιαγιά-κα (ο X. Συμεωνίδης, 1975, 403-417, παραθέτει εφτά περιπτώσεις Ιδιωματικοί αρχαϊσμοί και βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα 73 στη νέα Ελληνική). Επίσης muka στα βουλγαρικά σημαίνει λύπη, στα κροάτικα μιζέρια και myka στα ρώσικα, πόνος, βάσανο. Η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Ήπειρο, στην Πιερία, στην Δ.Μακεδονία και αλλού.

μουλουχρίζω - 1. πασαλείβω κάποιον, τον βρομίζω 2. περιχέω, πιτσιλίζω λερώνω κάτι 3. μουλουχρίζομαι - πασαλείβομαι, λερώνομαι, πιτσιλίζομαι < πιθανολόγηση: μάλα (πολύ) + χρίζω (μάλλον όχι με την έννοια του αλίβω, όπως το νεοφώτιστο με άγιο μύρο ή στο ευχέλαιο τον πιστό με λάδι, αλλά με την έννοια του λερώνω, μολύνω από το αρχ. χραίνω ) μουλούχρισμα, μουλουχρισμένος-η-ο, μουλούχρης-ω-ικο.  Σπάνιες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Αγγελώνα Λακωνίας || "...Το πετσί του, τόβλεπε δεν τόβλεπε ο ήλιος, χειμώνα καλοκαίρι, ήτανε του κοράκου, σα ναντό είχανε μουλουχρίσει με μελάνι σουπιάς. Έτσι, από αυτό το χρώμα, του κολλήσανε το παράνομα, Σουπιάς. Το πραγματι­κό του όνομα έμεινε μόνο στα χαρτιά." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μουλώνω - 1. πεισμώνω, χωλιάζω 2. λουφάζω, κρύβομαι, στέκομαι ακίνητος και σιωπηλός < μσν. μουλλώνω < αρχ. μυλλώ ή μυλλαίνω = περιπαίζω μούλωμα, μουλωμένος-η-ο || «ΜΟΥΛΟΝΩ, Σ. Μουλώνω, Σ. Δ. και Μουλλώνω, Δ. σιωπώ επίτηδες, κάμνω τον κωφόν. Από το άχρηστον Μυλλόω, τού οποίου σώζεται τύπος Mυλλάω και Μυλλαίνω, Ελλ. από το Μύω (κλείω τα χείλη).» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μουλωχτός-η-ο - αυτός που κρύβει τις σκέψεις του, δεν εκδηλώνεται και ενεργεί κρυφά, ύπουλα, σιωπηλά < μουλώνω

μουνουχίζω - ευνουχίζω μουνούχος (ο) μουνούχι (το) < μσν. μουνουχίζω αρχ. ευνούχος < ευνή + έχω μουνούχισμα, μουνουχισμένος-ο μουνούχι = το ευνουχισμένο νεαρό κριάρι το οποίο προορίζεται για σφάξιμο και αποτελεί εκλεκτό κρέας || «ΜΟΥΝΟΥΧΟΣ, Σ. Μονούχος, Δ. Ευνούχος. Από το Μοναχός, ώς το εξηγούν τα Γλ. Sin gularis, μοναχός, απόκοπος» κατά την διόρθωσιν των κριτικών ίδε τας εις τον Ησύχ, σημ. λέξ. Θαλάμαι). Από τους Μοναχούς, ήγουν τους έκουσίως αγάμους, ώνομάσθησαν και οι ευνουχισμένοι, οι ακουσίως δηλαδή άγαμοι, Μοναχοί και Μονούχοι «Μονουχία μόνος βίος χωρίς γάμου» λέγει ό Φώτιος. (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μουντάρω - ορμώ, χιμώ, αρπάζω < ιταλ. montare = ανεβαίνω

μουντρούχης-α ή ω-ικο - βαρετός, μονόχνωτος, μίζερος < ίσως αλβαν. merdih = κρύος

μουράρω - προβάλλω με το πρόσωπο, γυρνώ κατά μέτωπο χωρίς φόβο, παλικαρίσια < μούρη μουράρισμα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || ".... Άκακος, κα­λόκαρδος, χωρατατζής, αυτοσχέδιος λαϊκός ηθοποιός, πειραχτήριο. Έτσι και τόβανε στο νου του κάτι, δεν κώλωνε. Μουράριζε και το κατάφερνε...." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μούργα (η) - αυτό που μένει στον πάτο δοχείου (λαδιού ή κρασιού), κατακάθι < λατιν. amurca ή < αρχ. αμόργη

μουργέλα (η) - 1. τεμπελιά, σπαρίλα, βαρεμάρα 2. μεγάλη μύγα που συνήθως πηγαίνει στα ζώα και που το τσίμπημά της στον άνθρωπο προκαλεί έντονη φλεγμονή και πολλές φορές αλεργική αντίδραση. Λέγεται και ντάβανος < ;

μουργόλαδο (το) - το σώσμα του λαδιού, ανακάτεμα από λάσπες , νερά και λάδι στον πάτο της στάμνας ή του βαρελιού < μούργα + λάδι  || "Στους όχτους της Ποταμιάς γαρελιάζανε τα πατόλαδα και τα μουργόλαδα και μαύριζε ο τόπος από αυτά τα κοιτάσματα που έλεγες ότι ανηφόρισε από τον Περσικό κόλπο, το ... Κουβέιτ με τις πετρελαιοπηγές του." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μουργοτσανάκα (η) - πήλινη λεκάνη < ; πιθανολόγηση: επειδή τη χρησιμοποιούσαν, είτε σαν νεροχύτη είτε γενικά για πλύσιμο θεωρήθηκε η τσανάκα σχετική με τη μούργα; Την ονομασία αυτή δεν τη συναντάμε αλλού, δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά || «Και τι δεν έχει φέρει η θάλασσα και τα καΐκια μας. Μυλόπετρες και βόλια των παλιών ελαιοτριβείων, λαδόσταμνες, στάμνες του νερού, μουργοτσανάκες (πήλινες λεκάνες), τσικάλια, κουτσουρόσταμνες, σταμνιά και κανατάκια για το κρύο νερό του καλοκαιριού...» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") 

μουρέλο (το) - μουρέλο εμείς λέμε την μακρόστενη λωρίδα κάποιου αντικειμένου (κόψε το δόλωμα μουρέλα, δηλαδή του μάκρους, λωρίδες). Με το ίδιο νόημα φαίνεται πως χρησιμοποιείται μόνο από ψαράδες και για το κόψιμο των ψαριών και των δολωμάτων. Σε μερικές τεχνικές εργασίες λένε την μακρόστενη λωρίδα μαρμάρου, πέτρας, ξύλου, που τοποθετείται κάθετα, στη μπροστινή πλευρά σκαλοπατιών κ.λ.π. Στην Κρήτη λένε το μικρό ελαιόδενδρο, καθώς επίσης και αναφέρεται: (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): κοινή ονομασία εργαλείου καταστρώματος πλοίου, ξύλινο κωνικό σουβλί για την διάνοιξη σχοινιών προκειμένου να περάσουν τα άκρα του και να δημιουργηθεί θηλιά, κοινώς γάσα < ;

μουρμουρέσα (η) - ζωύφιο της θάλασσας, σαν μεγάλη ψείρα, το οποίο τρώει τα πιασμένα ψάρια στα δίχτυα και στα παραγάδια, ξεκινώντας από τα σπάραχνα και το κεφάλι και που εμφανίζεται με το φως του ηλίου < ;  Ελάχιστες αναφορές της λέξης, χωρίς τη δυνατότητα τοπικού προσδιορισμού.

μουρντάρης-ισσα-ικο - 1. ακάθαρτος, βρόμικος 2. άνθρωπος που έχει κλίση σε ανήθικες πράξεις < τουρκ. murdar μουρντάρω, μουρντάρισμα μουρντάρικα ψάρια = τα μικρόψαρα μικρής αξίας, τέταρτης κατηγορίας (όπως ήταν χωρισμένα τα ψάρια)

μουρουνέλαιο (το) - λάδι που βγαίνει από το συκώτι του ψαριού μουρούνα και χρησιμοποιείται για τονωτικό < μουρούνα + έλαιο

μουρογαλιά ή μωρογαλιά ή μορογαλιά (η) - η κατάσταση του καιρού, όταν είναι άπνοια, με βαριά ατμόσφαιρα με τον ουρανό σαν σκεπασμένο από ένα αδιόρατο σύννεφο < πιθανολόγηση: Η λέξη μώρα ή μόρα έχει αρκετές εξηγήσεις στην ελληνική λαϊκή παράδοση, όλες συνυφασμένες με κάτι κακό και τρομακτικό. Μία από αυτές είναι και το πνίξιμο η δυσκολία στην αναπνοή. Έτσι είναι πιθανό λόγω της πιθανής δυσφορίας της παραπάνω καιρικής κατάστασης, να αποτελεί η μώρα/μόρα το κύριο συνθετικό της ονομασίας της. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Για δες μπονάτσα που 'ναι για δεν μωρογαλιά. Η αγάπη μου μισεύει και πάει στα μακρινά...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μουρτάτης-ισσα-ικο - αλλόθρησκος, βέβηλος < τουρκ. murtad < ελλην. μουρτάδες < μσν. λατιν. mordum, γερμ. αρχής

μουρτζούφλης-α-ικο - κατσούφης, στεναχωρημένος, βαρύς, συννεφιασμένος < μσν. μούρτζουφλος < μούντζα + βολώ ή από το μουτζότυφλος μουρτζουφλιάζω, μουρτζούφλιασμα μουρτζούφλα = μτφ.βαρύς,συννεφιασμένος καιρός

μούρτζωμα (το) - σουρούπωμα < ίσως μούρτζινος. (Προκ. για χρώμα αλόγου) μαυροκόκκινος < μούργινος < μούργα + κατάλ. ‑ινος ή < μτγν. επίθ. μούρσινος < μύρσινος < ουσ. μυρσίνη ή < αρχ. επίθ. αμόργινος μουρτζώνει

μουρχούτα (η)- 1. μεγάλη βαθιά πήλινη λεκάνη όπου τοποθετούσαν φαγητό 2. μτφ. αυτός που τρώει μεγάλες ποσότητες φαγητού < μσν. μουχρούτα < μουχρούτιν < τουρκ.mahrut

μουσαντένιος-α-ο- ψεύτικος, πλαστός, εικονικός < τουρκικό musanna= πλαστός, εικονικός, πλαστογραφημένος 

μουσκέτο (το) - παλαιό εμπροσθογεμές πυροβόλο όπλο, κοντό τουφέκι < ιταλ.moschetto

μούσκιο (το) - κυρίως στην έκφραση βάζω κάτι στο μούσκιο = το βάζω μέσα σε νερό για να μουσκέψει, να μουλιάσει < μουσκ(εύω) -ιο

μούσκλι ή μούσκλο (το) - τα χόρτα βρύα < μούσκλιον < μούσκλη < μούσκλος < λατιν. musculus

μούσκουλο (το) - ο μυς του σώματος < λατιν. musculus = μικρό ποντίκι

μουστερής (ο) - πελάτης, αγοραστής, επισκέπτης < τουρκ. musteri

μουστρούχι ή μουστρούχα (το) - φίμωτρο για τα ζώα, κυρίως για τα βόδια, τα γαϊδούρια και τα άλογα, προκειμένου να μην τρώνε αν τα έδεναν σε μέρη με καρπούς ή αποθηκευμένες ζωοτροφές < ;  Φαίνεται να υπάρχουν λίγες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από Μάνη και από Κρήτη , κυρίως ως μουστρούχα και ελάχιστες ως μουστρούχι.

μουστρούχης-ω (α)-ικο - κακοδιάθετος, μουτρωμένος, κατσουφιασμένος < μουστρούχι (σαν να φοράει φίμωτρο). Η λέξη ως μουστρούχης δεν έχει κάποια αναφορά, ενώ ελάχιστες αναφορές υπάρχουν ως μουστρούχω, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η προέλευσή τους.

μουτεύω - αλλάζω (συνήθως χρησ. για τον καιρό «μούτεψε ή θα μουτέψει ο καιρός») < ιταλ. muta = αλλάζω μούτεμα. Η λέξη συναντάται και σε άλλες περιοχές, αλλά με εντελώς διαφορετικές έννοιες όπως μαδώ, ξεπουπουλιάζω στην Κέρκυρα και στην Ήπειρο, δέρνω, πλακώνω στο ξύλο πάλι στην Ήπειρο, καθώς και σιωπώ, χάνω τη μιλιά μου στην Ευρυτανία και στα Δαρνακοχώρια Σερρών και ενώ στην Κρήτη φαίνεται να σημαίνει υποτάσσω-ομαι, αναγκάζω-ομαι σε υποταγή.

μούτι (το) - σκατό, συνήθως στην εκφρ. «τα έκανα μούτι» < αλβαν. mut

μούτουλη (η) - λάσπη < μούτιλη (παχύ στρώμα λάσπης στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, που έχει δημιουργηθεί από σάπια φύκια)

μουτσούνα (η) - 1. η μάσκα 2. έκφρ. κατέβασε τη μουτσούνα του (σκυθρώπιασε) 3. μειωτικά ή περιπαιχτικά για πρόσωπο < μσν. μούτσουνον = ρύγχος, μουσούδι < ιταλ. musone μουτσουνιάζω, μουτσουνιασμένος-η-ο, μουτσούνας, μουτσουνιάρης-α-ικο

μουτσουτσούνια (τα) - πείσματα, παιγνιδίσματα, νάζια «κάνω μουτσουτσούνια» = προσποιούμαι θυμό και άρνηση, κάνω πείσματα, δυστροπώ πιθ. < ουσ. μούτσουνον

μουχλάτσα (η) - η καιρική κατάσταση όταν υπάρχει έλειψη ορατότητας και πολύ υγρασία < ομηρ. ομίχλη < δωρικά ομίχλα < μούχλα (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ).   Η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται και στα χωριά Κυπαρίσσι, Χάρακας, καθώς και στα χωριά του Λεωνιδίου.

μουχρίτσα (η) - αγριόχορτο, ζιζάνιο των αγρών < μουχρός < αρχ. μόρυχος = αμυδρός

μούχρωμα (το) - 1. σκοτείνιασμα, θάμπωμα 2. το σούρουπο, το δειλινό < μουχρώνω, μουχρός-η-ο < αρχ. επίθ. μορυχός < ελνστ. μοριφός = λερωμένος, σκουρόχρωμος || «ΜΟΥΧΡΩNΩ. Μουχρώνω, Σ.). Το απρόσωπον μόνον, Μουχρόνει , είναι εις χρήσιν, σημαίνον την κλίση και πλησίασιν της ημέρας εις την νύκτα. Πιθανόν ότι έμεταμορφώθη από το όμιχλόω, Του λ ή τροπή εις τό ρ είναι συχνή τούδε ι εις την δίφθογγον ου μαρτυρείται και αφαίρεσης του αρχικού ο έχει παράδειγματα . Το ρηματικόν Μούχρωμα (Δείλη όψία, Αμφιλύκη, Κνέφας Ελλ.) είναι ακολούθως παραφθορά του Ομίχλωμα. Το άχρηστον τούτο, ώς και το χρηστών Ομίχλη, Ελ. Σημαίνει κυρίως σκίασιν ήλιου από νέφη, καταχνίαν, αλλά δύναται να σημαίνη και την υπό τον ορίζοντα κατάβασιν αυτού, ότε αρχίζει νύξ, ώς το έμεταχειρίσθησαν και οι Εβδ. μεταφράζοντες τον προφήτην Αμώς (δ, 13), «Ποιών όρθρον και ομίχλην» όπου αδιστάκτως Oμίχλη σημαίνει το Μούχρωμα.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μπαγαπόντης-ισσα-ικο - κατεργάρης, απατεώνας, τυχοδιώκτης, αλήτης < ιταλ. vagabondo μπαγαποντιά

μπαγάσας-ικη-ικο - 1. υβριστικός χαρακτηρισμός ατόμων φαύλων που στερούνταν πίστης, παλιανθρώπων ή διεφθαρμένων 2. κατεργαράκος, επιτήδειος, μαγκάκος (περισσότερο το χρησιμοποιούμαι με αυτή την έννοια, σαν φιλική προσφώνηση και όχι επιτιμητικά) < μεσαιωνική ελληνική μπαγάσα = πόρνη < ιταλική bagascia = πουτανίτσα

μπαγιαντέρα (η) - 1. Ινδή χορεύτρια 2. γενικά η χορεύτρια, η μπαλαρίνα < πορτογ.balaideira < γαλλ. bayad

μπαγιασόν (το) - ανδρικό ψάθινο σκληρό καπέλο, τελευταία λέξη της μόδας στην αρχή του 19ου αιώνα, προερχόμενο από την Αμερική και την Ευρώπη < ;  || "... Έφευγε τελευταίος. Έβγαινε στη στεριά, ο κουρούνης, έβα­ζε στις κάτω του χώρες το μπαγιασόν, σαν φύλλο συκής, άρπαζε το μπαστούνι και ανηφόριζε αδαμιαίος στον μπαξέ του Μαζα­ράκη που μοσκοβολούσε από τις λεϊμονοπορτοκαλιές." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπαγιόκο (το) - χρήματα, πλούτος < ιταλ. baiocco

μπάγκα (η) - 1. τραπέζι, πάγκος (με πιο γνωστή η μπάγκα του ψαράδικου, που τοποθετούν τα ψάρια)  2. η «μάνα» σε διάφορα παιχνίδια με χαρτιά (εκφρ. «τίναξε τη μπάγκα στον αέρα») < ιταλ. banca

μπάγκος ή μπαγκό (το) -   πάγκος-κάθισμα των παλιών τρατών στον οποίο κάθονταν οι κωπηλάτες του καϊκιού <  μσν. μπάγκο < μπάνκος < ιταλ. banco = τραπέζι ||Οι παλιότερες τράτες, οι οποίες είχαν, κατά τους πληροφορητές, έξι ως εννιά μπαγκό (καθίσματα) και κωπηλατούσαν κάδε φορά κουπί δώδεκα ή δεκαοκτώ κωπηλάτες,10 που εναλλάσσονταν (σκατζάρανε) όταν κουράζονταν, ήταν χαμηλές και μακρό­στενες, για να πλέουν στα ρηχά και να αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα.11 Η κωπηλασία γινόταν άλτα μπαγκό, δηλ. οι κωπηλάτες σηκώνονταν όρθιοι στο μπαγκό κάθε φορά που ρυθμικά κωπηλατούσαν. Τα μπαγκό τα χρησιμοποι­ούσαν και για τραπέζια' εκεί πάνω έτρωγαν τα μέλη του πληρώματος. Στις παλιές τράτες τα μισά μέλη του πληρώματος κοιμόνταν στο αμπάρι και τα άλλα μισά στην κουβέρτα (κατάστρωμα) του σκάφους. (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ'= Ελευθέριος Π.Αλεξάκης "μορφές αλιείας στη Νοτιοανατολική Λακωνίας (Βάτικα)|| "...Τα σκάφη αυτά, οι "τρατόβαρκες που τις λέγανε, είχανε ανάλογο μάκρος και πλάτος. Τα σκαρώνανε στους ταρσανάδες στις Σπέτσες και στην Ύδρα και στο Κρανίδι. Τις παράγγελναν 5-7 ή 8 "μπάγκων", δηλ. με 10-14 ή 16 κουπιά .......Μιλάμε για την παλιά εποχή, προ του 1920. Όλοι οι άντρες και τα παιδιά στην τράτα πηγαίνανε για να δουλέψουνε. Ολίγοι άνθρωποι δεν είχανε περάσει από το μπάγκο της τράτας..."(ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") . Σαν μπάγκο γνωρίζω τη λέξη, όπως και την έκφραση "άλτα μπάγκο", και ως μπαγκό μόνο στην παραπάνω αναφορά του Ελ.Αλεξάκη.

μπάγκος ή πάγκος (ο) - (ναυτ.) μεγάλη σε έκταση βαθινή ξέρα η οποία συνήθως συγκεντρώνει αρκετά ψάρια εκφρ. «αυτός ο μπάγκος βαστάει ψάρια» < ιταλ. banco

μπαζαρκάνος (ο) - πλανόδιος έμπορος, πραματευτής < τουρκ. bazαrgan

μπαζάρω - 1. εισχωρώ, μπαίνω σε βάθος 2. μαζεύω (κάνω μπάζα) < ιταλ. bazza μπαζάρισμα. Λίγο χρησιμοποιούμενη λέξη, τη συναντάμε με διάφορες ερμηνείες εκτός αυτών που σχετίζονται με την μπάζα ή κάποιες φορές τα μπάζα. Φαίνεται να υπάρχει ναυτικός όρος με την εξήγηση: τεντώνω το σχοινί και το πανί του πλοίου μέχρι να προσαρμοστούν καλά ή έλκομαι ώσπου να εφαρμόσω τελείως με κάτι. Επίσης υπάρχει η εξήγηση του φεύγω μακριά, απομακρύνομαι || " Έκανε, εκείνονε τον καιρό, την «πόστα», το κανονικό δρομο­λόγιο, το επιβατηγό «ΛΑΚΩΝΙΑ». Σαλπάριζε από τον Πει­ραιά, έπιανε τις μαγγιώρες «σκάλες» του Μοριά, Μονοβάσια, Βάτικα, Γύθειο, Γερολιμένα και μπαζάριζε μέχρι την Καλαμά­τα." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπάι - μήπως, μπας Ερωτηματικό επίρρημα (μπάι και πας στην αγορά;  μπάι και νομίζεις ότι θα έρθει; < αρχ. μην + πας. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού, εκτός από τον τόπο μας η λέξη.

μπαϊράκι (το) - παντιέρα, φλάμπουρο < τουρκ. bayrak

μπάινα (η) - (ναυτ.) το κεντρικό από τα φελά της τράτας, το οποίο είναι και μεγαλύτερο, σαν σημαδούρα, το οποίο χρησιμεύει και σαν σημάδι για το αν κατά το τράβηγμα του σάκου αυτός έρχεται ομοιόμορφα < ; Σπάνια χρησιμοποιούμενη λέξη, φαίνεται να χρησιμοποιείται στη Λευκάδα, αλλά και στη Θεσσαλία.

μπακανιάζω - κάνω μπάκα, κοιλιά, τρώγω πολύ < μπάκα = κοιλιά, χοντρή κοιλιά < αλβαν. bark-u μπακανιάρης-α-ικο

μπακαράς (ο) - είδος τυχερού παιχνιδιού με τραπουλόχαρτα < γαλλ. baccara

μπακίρι (το) - 1. χαλκός 2. χάλκινο σκέυος < τουρκ. bakir μπακιρένιος-α-ο, μπακιρτζής

μπακούρι (το) - ο ανύπαντρος, αυτός που δεν έχει σύντροφο < τουρκ. bakir = παρθένος

μπαλαμούτι (το) - 1. η λαθροχειρία στο χαρτοπαίγνιο 2. κόλπο, τέχνασμα, απάτη 3. ψέμα, παραμύθιασμα 4. χέρι, (βάζω χέρι σε κάποιον) ερωτικό θώπευμα < τούρκικο balamut (στην περ.4 με επίδραση της παλάμης) μπαλαμουτιάζω, μπαλαμουτιασμένος-η-ο

μπαλαμπάνης-ισσα-ικο - γιγαντόσωμος, πολύ ψηλός < τουρκ. balaban

μπαλάντζα ή παλάντζα (η) - 1. είδος ζυγαριάς που αποτελείται από έναν κανόνα με κινητό αντίβαρο (βαρίδι) και ένα δίσκο 2. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός προσώπου που αλλάζει γνώμη εύκολα, κατά τις περιστάσεις και κατά το συμφέρον του παλάντζας < βεν. balanza < λατιν. palanga < ελλην.φάλαγξ μπαλαντζάρω

μπαλάντζο ή παλάντζο (το) - ισολογισμός, ισοζύγιο, ισορροπία < ιταλ. balanzo

μπαλαούρο (το) - (ναυτ.) 1. αποθήκη σε πολεμικό πλοίο, που βρίσκεται κάτω από το πυροβολείο και χρησιμοποιείται ως χώρος φυλακής ή περιορισμού για τους τιμωρημένους 2. αποθήκη που βάζουν τα σκοινιά στα εμπορικά πλοία < ιταλ. ballauro = μικρό πλεούμενο των Aντιλλών

μπαλαρμάς (ο) - μεταλλικό βλήμα με χαραγμένες επιφάνειες < γαλλ. balle ramee = σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα

μπαλαφουμάδα (η) - μεγάλο φούντωμα φωτιάς, μεγάλη φλόγα < πιθανολόγηση:. ιταλ. baleno= λάμψη αστραπής ή μπάλα + fumata = κάπνισμα. Καμιά αναφορά ως μπαλαφουμάδα, κάποιες λίγες αναφορές υπάρχουν σχετικά με τον μπαλαφουμά ο οποίος είναι αυτοσχέδια εκρηκτική κατασκευή που έφτιαχναν κυρίως για τους εορτασμούς του Πάσχα. Στη σελίδα (https://taygetos-zeritis.blogspot.gr/2015/04/blog-post_28.html) συναντάμαι: «Εφημ. Καλαμάτας Θάρρος» 4.4.1900. ΟΛΙΓΗ ΚΟΣΜΙΟΤΗΣ ΕΞΩ ΤΩΝ ΝΑΩΝ.Εις όλους τους ναούς ιδία δε έξωθι του ναού του Αγίου Νικολάου καθ΄εκάστην εσπέραν των ολονυκτιών, αγυιόπαιδες συλλεγόμενοι βωμολοχούσιν αστεϊζόμενοι με μπαλαφουμάδες και σαϊτάκια, αποτελούντες δε αληθές πανδαιμόνιον πλήσσον σπουδαίως τους εν τοις ναοίς προσερχομένους και τους διαβάτας. Καλόν είναι η Αστυνομία να λάβη πρόνοιαν δι ενός αστυφύλακος εις έκαστον ναόν, ίνα αποσοβώνται Τα έκτροπα ταύτα τα οποία άλλως κατά τας ημέρας ταύτας δεν έχουσι θέσιν ουδέ συγχωρούνται καθ΄ οιονδήποτε τρόπον» καθώς και « Χρονογράφημα της εφημ. «Σημαία» την 23.4.1925 έγραφε, και μετέφερε το παράπονο πολλών κατοίκων της Καλαμάτας, για την εγκατάλειψη των πασχαλινών εθίμων, ακολουθώντας τις «επιταγές» της εποχή: « Μα Πάσχα είναι τούτο Χριστέ μου στο θεό σου ουφ! Ούτε ένας μπαλαφουμάς, ούτε ένα βαρελότο! Την τήν θέλω εγώ την μυρωδιά του ψητού χωρίς την μυρουδιά της μπαρούτης;...»

μπαλέστρα (η) - κοινή ονομασία ναυτικών γωνιομετρικών οργάνων κυρίως τού εξάντα («κατεβάζω τον Ήλιο με τη μπαλέστρα» - υπολογίζω το ύψος του ήλιου με τη χρήση εξάντα) < πιθανολόγηση: η ονομασία αυτή δόθηκε λόγω της ομοιότητας του σχήματος του εξάντα με το ομώνυμο παλιό πολεμικό μέσο, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη ρίψη βελών < ιταλ. balestra< λατ. ballista< βαλλιστής< βαλλίζω

μπαλιά ή κόστα (τα) - παιχνίδι που παίζουν, από τα παλιά χρόνια στον Άγιο Νικόλα, παραμονές του Πάσχα και κυρίως τη Μεγάλη Εβδομάδα, από δύο ομάδες αρκετών ατόμων, σε χωμάτινο χώρο, με σιδερένιες μπάλες < πιθανολόγηση: μπάλα + κόστα πιθανόν από το ναυτ. κόστα με την έννοια του πλησιάσματος (πλήρης περιγραφή του παιχνιδιού στη διεύθυνση: https://www.agiosnikolaos.net/index.php?option=com_content&task=view&id=382)

μπάλιασμα (το) - 1. το μάζεμα κοπαδιών συνήθως ψαριών ή άλλων ζώων κοντά κοντά ώστε να γίνονται σαν μπάλα 2. μάζεμα, συγκέντρωση διαφόρων αντικειμένων < μπάλα μπαλιάζω, μπαλιασμένος-η-ο

μπαλότσα (η) - 1. μεγάλο μπαλόνι που μπαίνει στα πλαϊνά των πλοίων για να μην συγκρούονται είτε μεταξύ τους είτε με την προβλήτα όταν τα πλοία είναι αραγμένα 2. μτφ. πολύ άσχημη γυναίκα < ;

μπαλντούμι (το) - σύνεργο του σαμαριού, λουρί που έδενε το σαμάρι κάτω από τη κοιλιά ή στα καπούλια του ζώου < σλαβ. baldim

μπαμπάλα (η) - το μεγάλο άσπρο πυκνό σύννεφο < πιθανολόγηση: από τουρκ. baba = όγκος + κατ. άλα. Καμία αναφορά της λέξης με αυτή την έννοια, υπάρχει ένα βουνό στο Κυπαρίσσι Λακωνίας με αυτή την ονομασία, που όμως σε κάποιες σελίδες αναφέρουν ότι προέρχεται από ένα μυθικό θεριό τη Μπάμπολα. Επίσης σε σελίδα του κέντρου λαογραφίας αναφέρεται: «Μπαμπάλα: Λέξις εκφοβητήριος προς τους παίδας σημαίνοντα κυρίως το σκότος και το έχον την όψιν σκοτεινήν και φοβεράν», με καταγραφή από Κρήτη το έτος 1888.

μπαμπαλής (o) - 1. ο πολύ γέρος, αυτός που χάνει τα λόγια του, που τρέμει (από πάρκινσον) 2. αυτός που μιλάει πολύ < αρχ. βαμβαλίζω ή βαμβαίνω = τραυλίζω, ψελλιζω, κτυπώ, χτυπάω τα δόντια μου, τρέμω < βλαχ. babaljuru

μπαμπαλίζω - μιλάω πολύ και λέω κουταμάρες < μπαμπαλής < βλαχ.babalire μπαμπάλισμα

μπάμπαλο (το) - μικρό κουρέλι < ίσως πάμπαλο < παμπάλαιον < αρχ. παμπάλαιος

μπαμπάς ή παπάς (ο) - (ναυτ.) ξύλινο, η μεταλλικό εξάρτημα της βάρκας σαν μικρό κολωνάκι, στο οποίο δένονται τα σκοινιά για την πρόσδεση ή το αγκυροβόλιο κ.λ.π. < ; || «μπαμπάς (ο) (τουρκ.) δημ. ο πατήρ βλ.λ.' 2) ειδ. έν το ναυτ. ον. ο. μερών του σκάφους και της έν γένει εξαρτήσεως του πλοίου κατά ζεύγη διατεταγμένων, οίον : μπαμπάδες του κορακιού (οι παραστάται) - μπαμπάδες του μπομπρέσσου (οι συστάται του προβόλου) - μπαμπάδες της αλυσίδας ή τής γούμενας (οι κίονες)» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

μπαμπάτσικος-η-ο - 1. ρωμαλέος, εύρωστος 2. μεγάλος σε διαστάσεις < τουρκ. babac

μπαμπόγερος (ο) - αυτός που είναι πάρα πολύ γέρος < μπάμπαλο + γέρος ή ουσ. μπάμπω + γέρος πιθ. αναλογ. προς το ουσ. μπαμπόγρια

μπαμπόγρια (η) - υβριστικός χαρακτηρισμός γριάς γυναίκας < μπάμπαλο + γριά ή μπάμπω (βάβω) + γριά

μπαμπούγερας (ο) - παράσιτο που μαζεύεται στο αποθηκευμένο σιτάρι ή στα ξερά όσπρια < ;  Ελάχιστες αναφορές της λέξης, προερχόμενες κυρίως από Μεσσηνία || «Μπαμπούγερας δ' έν Πελοποννήσω λέγεται το έν τους κυάμος και τή φακή έντομον» (Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις - Μέρος Β΄ Από τον Νικόλαο Πολίτη)

μπαμπούζαλη (η) - σκόνη, χνούδι, στάχτη < ; Μοναδική αναφορά της λέξης, από την εφημερίδα ΠΑΝΔΩΡΑ του 1864 όπου αναγράφεται: «Μπαμπούζαλη. Η επί των φορεμάτων επιτιθέμενος χνους ή κόνις» https://pleias.lis.upatras.gr/index.php/pandora/article/viewFile/15952/15938