Β

βαβύλα ως βρώμιος

βαβύλα (η) - μαύρο και μεγάλο ζουζούνι < πιθανολόγηση: από βαβυλωνία = η ταυτόχρονη και θορυβώδης συζήτηση πολλών ατόμων, λόγω του ήχου που παράγει όταν πετά. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Βαβύλα ονομάζεται στα Βάτικα η κορυφή του βουνού, στο ψηλότερο σημείο στο δρόμο προς Βελανίδια.

βαβύλι (το) - κατάμαυρο (όταν αναφερόμαστε σε κάτι ή κάποιον με σκούρο χρώμα) < πιθανολόγηση: βαβύλα (από το χρώμα της). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

βάβω ή μπάμπω (η) - η γιαγιά < μσν. βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. βάβω (πρβ. μσν. μπάμπω) < σλαβ. babo, κλητ. της λ. baba

βαγένι (το) - ξύλινο δοχείο για κρασί, βαρέλι < ουσ. βάγνα η(;) < μεσν. λατ. vagna < αραβ.waghna

βάγια (η) - τροφός, παραμάνα, υπηρέτρια < μτγν. βαΐα

βαγιούλι (το) - πετσέτα,συνήθως υφαντή, που χρησιμοποιούσαν στην κουζίνα, για σκούπισμα αλλά και για σκέπασμα του ψωμιού κ.λ.π. Επίσης με τέτοιες πετσέτες δίπλωναν το φαγητό που έπαιρναν μαζί στη δουλειά, στα κτήματα κ.λ.π. Από ελάχιστες αναφορές της λέξης στο διαδίκτυο, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στη Ρειχιά, Χάρακα, Άγιο Δημήτριο Μονεμβάσιας κ.λ.π. < ''...Από την ιταλική λέξη bajulo = ο βασταχτής, ο φωρτομένος, ο αχθοφόρος και αυτή από τη λατινική λέξη bajulus.... Την ίδια ετυμολογική προέλευση έχει και το μπαούλο, όπως και το μπαουλάρω. Η λέξη φορτωμένη με έννοιες συνηθιζόταν στα χωριά της Μονεμβασίας και των Βατίκων και είναι απομεινάρι της Βενετικής κατοχής στις δύο αυτές περιοχές. Έτσι λεγόταν βαγιούλι το κοινώς λεγόμενο ταγάρι, το οποίο είναι μετεξέλιξη της βυζαντινής λέξης τάγιστρον. Επίσης λέγανε βαγιούλια και τις υφαντές σταυρωτές και ζουναράτες πετσέτες, που χρησιμοποιούνταν, όπως και τα ταγάρια, για τη μεταφορά διαφόρων ειδών" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Τζώρτζης Ανωμήτρης "Οι παρά το κάστρο των Βατίκων οικισμοί") ||«...Τα χαράματα της νύχτας του χειμώνα και κοντά στη χαραυγή, δειλά-δειλά κατηφόριζαν από τις πλαγιές οι Λαχιώτες, Παραδεισιώτες και οι διπλανοί Φαρακλιώτες και Μεσοχωρίτες και λίγοι Καμαριώτες, τραταροψαράδες, ζευγολάτες, αμπελοσκαφτάδες του πρωινού ξυπνήματος και του σκληρού μόχθου για το μεροκάματο, κρατώντας το φανάρι και το βαγιούλι τους με λίγο σμιγό ψωμί με καμιά ελιά και λίγο ασκοτύρι, που τα συνόδευαν με κανα κομάτι τροφαντή λαχανόπιτα μαζί με ασκοπάιδα, σαν επιδόρπιο και την απαραίτητη φλάσκα με τη ρετσίνα...» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Ο ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ Πέτρος Γ. Κουντούρης) || «...Πρώτα βγάζανε τα λαγάνια, μετά τις κουλούρες κι ύστερα τα καρβέλια. Αμέσως τα τυλίγανε στο μεσάλι ή στο βαγιόλι...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

βαγιονιά (η) - φοινικιά < βάγιο < μτγν. βάιον < βάις = κλαδί από φοίνικα

βάζια (τα) - (ναυτ.) τα στηρίγματα και οι σκάρες πάνω τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραμονή ενός σκάφους στη στεριά αλλά και για την ανέλκυση και την καθέλκυσή του < ίσως από αρχ. βάω μελ.βάσω από όπου και η βάση (Άρης Στουγιαννίδης, www.stougiannidis.gr)

βαθικά (τα) - (ναυτ.) η μέγιστη μέτρηση του βυθίσματος του σκάφους στο νερό (αυτό το σκάφος έχει βαθικά 2 μέτρα) < βάθος

βαΐζω - γέρνω, παίρνω κλίση< βάγιο < μτγν. βάιον < βάις = κλαδί από φοίνικα βάϊσμα, βαϊσμένος-η-ο

βακέτα (η) ή βακέτα (τα) - 1.δέρμα που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή αδιάβροχων παπουτσιών. Αφού την κάνανε υπόξανθη χάρη στο βελανίδι και τον πεύκο, τη λαδώνανε. Για να φτιάξουν την βακέτα, χρησιμοποιούσαν μοσχαρίσιο δέρμα 2. τα φτιαγμένα από βακέτα παπούτσια < ιταλικά vaccheta || « Για παπούτσια οι γυναίκες φοράγανε λουστρίνια μαύρα στις σκόλες και τις καθημερινές χοντρά δερμάτινα παπούτσια, τα βακέτα, καφετί χρώμα.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") || «Για τις γυναίκες ήταν αρκετό κάθε χρόνο ένα ζευγάρι πέτσινες από βακέτα με προκαδούρα παντόφλες, που έφερνε το φθινόπωρο ο μπάρμπα-Βασίλης ο Αραπαντζής από τα Βελανίδια...» (Γιάγκος Κοντός «ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ»)

βακούφι (το) - 1. ακίνητο που είναι αφιερωμένο σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα, σε μοναστήρι ή ναό, στις μουσουλμανικές χώρες 2. ακίνητο μοναστηριού < τουρκ. vakif

βάκουφος-η-ο - 1. μαγκούφης, έρημος 2. χωρίς να του δώσουν σημασία, χωρίς να τον πάρουν είδηση < βακούφι

βαλμάς (ο)- ο ιδιοκτήτης αλόγων ή μουλαριών στον οποίον ανέθεταν το όργωμα των χωραφιών < σλαβ. valmo = αλωνιστικό ζώο, κυρίως άλογο ή μουλάρι |«...Και οι γνώριμες, όμορφες και παραδοσιακές εικόνες των θεριστάδων, των βαλμάδων στα διάσπαρτα αλώνια του κάμπου και των γύρω χωριών μας έσβησαν πλέον.» (Εφημερίδα ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ- Πέτρος Κουντούρης «ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΕΣ»)

βαπορέτο (το) ή βαπορέτα (η) - (ναυτ.) ο βραστήρας, ο αποστακτήρας νερού < αγγλ. evaporator

βαργεστίζω - χάνω την υπομονή μου, αποκάμνω, μπουχτίζω < τουρκ. vazgecmek = παραιτούμαι, εγκαταλείπω βαργεστημένος-η-ο

βαργωμώ ή βαργωμίζω - βαρυγγωμώ, βαρυθυμώ < βαρυγνωμώ <βαρογνωμώ βαργωμισμένος-η-ο, βαργώμισμα

βάρδα - (επιφων.) φυλάξου, πρόσεχε, παραμέρισε, φύγε, απόφυγε < βενετ. varda

βαρδαλήθειας (ο) - αυτός που αποφεύγει να λέει αλήθεια, ψεύτης < βάρδα + αλήθεια. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

βαρδάρι (το) - 1. εξάρτημα του μύλου, ένα από τα ξυλαράκια τα οποία ήταν σε επαφή με τις μυλόπετρες και με τον κραδασμό τους προωθούσαν το σιτάρι να πέφτει στην τρύπα της μυλόπετρας 2. (ναυτ.) ένα από τα συρματόσχοινα (ή σχοινιά) από την κορυφή του ιστού μέχρι το επίστεγο, δεξιά και αριστερά της μεγίστης < ; ||  βαρδάρι δημ. συνήθ. εις πληθ. βαρδάρια ξύλα υπό την κοφινίδα του μύλου, άτινα διηνεκώς σαλευόμενα ρυθμίζουν την πτώσιν του προς άλεσιν γεννήματος εις την οπήν του μυλολίθου 2) μτφ. χαρακτηρισμός του φωνασκούντος, του παρενοχλούντος δια των φωνών αυτού : μα τι βαρδάρι πού σου είναι αυτός ο κουφός (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) '' 1) «Βαρδάρι», το μικρό ξύλινο περίεργο σκαντάλι, πού κάνει το σιτάρι να κατεβαίνη καί να χύνεται στην τρύπα της μυλόπετρας σιγά-σιγά, κατά το θέλημα του μυλωνά. Μεταφορ, «βαρδάρι μούγινες» = με σκότισες, (από τον ενοχλητικόν κρότο που κάνει το βαρδάρι). Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) - Τόμος Γ΄

βαρδιόλα (η) - ο χώρος του πλοίου στην οποία βρίσκεται η βάρδια. Παλιότερα ήταν έξω από τη γέφυρα, δεξιά και αριστερά αυτής, ή ψηλά στο κατάρτι, από όπου παρατηρούσαν με κιάλια ή χωρίς, τον ορίζοντα ή αν ερχόταν κάποιο πλοίο < βάρδια < βεν. vardia

βάρδουλο (το) - δερμάτινο κορδόνι με το οποίο ράβεται το δέρμα του παπουτσιού με την σόλα < τουρκ. vardula

βαρκαδιά (η)- 1. το φορτίο που χωράει σε μια βάρκα 2. η απόσταση που είναι ίση με το μήκος της βάρκας < βάρκα

βάρκαρχος (ο) - ο καπετάνιος της βάρκας < βάρκα + άρχων. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. || «Όπου δεν υπήρχε θάλασσα, όπως στα μεσόγεια και στα ορει­νά χωριά, πήγαινε καβάλα επί ταπεινού οναρίου, γιατί όπως, είπαμε, ήτανε φιλάσθενος και η καβαλλικάδα με το άλογο τον σμπαράλιαζε. Όπου θαλασσινό χωριό, άραζε η βάρκα με επι­βάτη τον Δεσπότη και βάρκαρχο τον Γιαννόπουλο και από εκεί όπως είπαμε κονταίνανε οι αποστάσεις και η κούραση ήτανε λιγότερη, επί της ράχεως του οναρίου.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

βαρκό (το) - έκταση γης στην οποία λιμνάζουν τα νερά της βροχής < ίσως μσν.τα βουρκά και βούλκος = βούρκος ή βαρικός επίθ.= που έχει πολλή υγρασία < επίθ. βαρύς + κατάλ.‑ικός. Αρκετές περιοχές με το όνομα αυτό στην περιοχή μας, με γνωστότερο το Βαρκό της Καστανιάς και την περιοχή πίσω από το παλιό "ΚΑΡΝΑΓΙΟ" στη Νεάπολη.

βαρυκαρδώ - μετανοιώνω, μετανοώ < βάρος + καρδιά βαρυκάρδισμα, βαρυκαρδισμένος-η-ο

βασκαίνω - 1. φθονώ 2. προξενώ σε κάπ. κακό με το βλέμμα, «ματιάζω» < αρχ. βασκαίνω βασκανία = μάτιασμα

βασταγό ή αβασταγό (το) - κάθε ζώο που το φορτώνουμε (άλογο, γαϊδούρι), υποζύγιο < μσν. επιθ. βασταγός = που αντέχει < θ. βασταγ- του βαστάζω (πρβ. ελνστ. βασταγή = μεταφορά) -ός

βαστάζος (ο) - χαμάλης, αχθοφόρος < αρχ. μτχ. βαστάζων < βαστάζω

βάτεμα (το) - γενετήσια πράξη στα ζώα < αρχ. βατέω < βαίνω βατεύω, βατεμένος-η-ο

βατίστα (η) - ύφασμα ντελικάτο και απαλό συνήθως βαμβακερό που λόγω της υφής του έφτιαχναν συνήθως εσώρουχα, νυχτικά και πουκάμισα < ιταλ. batista , αγγλ. batist βατιστένιος-η-ο

βατοκόπι (το) - σιδερένιος κλαδευτήρας σαν δρεπάνι, με τον οποίο κόβουν τους βάτους και γενικά τους θάμνους < βατοκοπώ < βάτος + κόπτω

βατουλιά (η) - συστάδα βάτων < βάτο

βατσιμάνης (ο) - (ναυτ.) αυτός που φυλάει βάρδια, που επιτηρεί για την ασφάλεια του πλοίου < αγγλ. watchman

βατσίνα (η) - 1. εμβόλιο κατά της ευλογιάς, δαμαλισμός 2. η ουλή που σχηματίζεται στο σώμα από το δαμαλισμό < ιταλ. vaccina < λατιν. baccinus = γελαδίσιος

βαΰζω ή βαβίζω - γαβγίζω < αρχ. βαΰζω

βαχερός-η-ο - τόπος με πολλά αμπέλια, πολλά κλήματα < Βάκχος < βακχερό < βαχερό. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.  Στον Άγιο Νικόλα υπάρχει σχετικό τοπωνύμιο ||"*βαχερό, το, (τοπωνύμιο), τόπος με πολλά αμπέλια, (ίσως από τη λέξη Βάκχος = βακχερός = βαχε- ρός = βαχερό), τόπος με πολύ βάκχο, δηλ. αμπέλια. Βάκχος, ένα άλλο όνομα του Διονύσου, θεού του αμπελιού και του κρασιού. ! " (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων")

βεδούρα (η) - καρδάρα, ξύλινος κάδος < ουσ. βεδούριον < σλαβ. Vedro || «βεδούρα (η) νεώτ.,δημ. κ.βιδούρα και βεδούρι (το ξύλινον ποιμενικόν αγγείον ομοιάζον πρός καδίσκον, στενούμενον ολίγον κατά τά χείλη, έν ώ πήγνυται το όξύγαλα , το γιαούρτι) συγγ. Καρδάρα βλΛ., πρβλ. μσν. βεδούριον '' είδ. ξύλινον μέτρον πρός μέτρησην σιτηρών 2) μτφ. ώς επιθετισμός, επί άνθρ. ειρωνικώς, ο παχύς και βραχύσωμος. Βεδούρι (το) δημ. ή βεδούρα βλΛ '' συνήθ. ή μικρή βεδούρα ή εκατέρωθεν έχουσα διάτρητους λαβάς, άφ' ών περάται σχοινίον ή σύρμα προς ανάρτησιν αυτής ή μεταφοράν» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

βελάδα (η) - επίσημο μαύρο αντρικό ένδυμα, περίπου όμοιο με το φράκο < βενετ. velada

βελέντζα (η) - βαρύ μάλλινο φλοκωτό κλινοσκέπασμα < μσν. βαλέντζα < ιταλ. (coperta da) Valenza || "ΒΕΛΕΝΤΖΑ , Σ. επάπλωμα μάλλινον. Από τών Ρωμαίων το vellus, το σημαίνον Μαλλίον προβάτου, Ιταλιστί vello, όθεν το επίθετον νilloso (velu), Χλαίναν την ονομάζει ο Όμηρος" (Αδ.Κοραή Άτακτα τόμος 4ος 1832)

βελόνι (το) - (ναυτ.) 1. το ξύλινο εργαλείο με το οποίο «ράβουν» και μπαλώνουν τα αλιευτικά δίχτυα, αλλιώς σαΐτα 2. η κεραία του γερανού, ο βραχίωνας που αυξομειώνεται το μήκος του 3. σιδερένιο εξάρτημα σαν μεντεσές πάνω στο οποίο (συνήθως δύο ή τρία από αυτά) στεριώνεται το τιμόνι του σκάφους 4. βελόνι πλώρης <; <μσν. βελόνιν, υποκορ. του αρχ. βελόνη

βεντέμα (η) - πλούσια σοδειά, αφθονία < βενετική vendemma = συγκομιδή

βερβερίτσα (η) - ο σκίουρος < σλαβ. ververitsa

βεργέτα (η) - βεργέτα είναι η βέρα ή γενικά το δαχτυλίδι χωρίς πέτρα, είναι όμως και το σκουλαρίκι-κρίκος. Δάνειο από τα ιταλικά, ασφαλώς, ίσως από το ιταλικό verghetta (που όμως σημαίνει «ραβδάκι»), ίσως από το ενετικό veretta (μικρή βέρα) κατ' επίδραση της βέργας· λέξη ήδη μεσαιωνική. Με τη σημασία του σκουλαρικιού λέγεται ή λεγόταν κυρίως στα Επτάνησα και τη Δυτική Ελλάδα· με τη σημασία της βέρας πολύ ευρύτερα, ακόμα και στον Πόντο (Ν.Σαραντάκος "ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ") || "...β) βεργέτες ήσαν σκουλαρίκα αποτελούμενα από έναν κρίκο που μέσα είχε στόλισμα..." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) || « Η θειά Αγγελικώ ήταν μια λεπτή, ψηλή γυναίκα και φορούσε πάντα ένα κίτρινο τσεμπέρι με διάφορα σχέδια. Στ' αυτιά της κρέμονταν δύο μεγάλα σκουλαρίκια - βεργέτες τα έλεγαν - κι ήταν πάντα καθαρή και καλοντυμένη κι έμοιαζε με αρχόντισσα...» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

βεργίζω - κάμπτομαι, λυγίζω σαν βέργα < ουσ. βέργα + κατάλ. -ίζω

βεργολύγερος-η-ο - που η κορμοστασιά του είναι λεπτή και λυγερή σαν βέργα < βεργόλικος < ουσ. βέργα + ηλικία. Ο τ. με επίδρ. του επιθ. λυγερός βεργόλικος-η-ο < βεργόλυγος-η-ο

βέργουλος-η-ο - 1. ο λεπτός σαν βέργα και ευλύγιστος 2. (ναυτ.) μικρό και εύχρηστο πλεούμενο < πιθανολόγηση: βέργα. Ελάχιστες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από κάποια νησιά, όπως ο Πόρος, η Πάρος και η Σάμος και αυτές σχετικά με κάποιο βέργουλο σκαρί ||  «...Έπιανε ο λυράρης το θεϊκό αυτό μουσικό όργανο, άγγιζε τις κορδές με το βέργουλο δοξάρι και ξεχυνό­ταν θεία μελωδία...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης - ΟΙ ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΥ)

βερέμης -ισσα-ικο - 1. ασθενικός, αρρωστιάρης, καχεκτικός, χτικιάρης 2. μελαγχολικός, κακός, ζηλιάρης, δύστροπος < τουρκ. verem

βερεσές (ο) ή βερεσέ (το) - πίστωση, χρέος < τουρκ. veresiye

βερίνα (η) - (πήρε βερίνα) 1. έστριψε, τσάκισε, έκαμε θηλιά 2. μτφ. «πήρε βερίνα» πήρε ανάποδες, τσαντίστηκε < ιταλ.verina ή γαλλ.verine βερινιάζω, βερινιασμένος-η-ο

βέρτζινος-η-ο - 1. ο ρέστος, ο απένταρος, ο άφραγκος 2. αγνός, παρθένος, αθώος (η έννοια αυτή επικρατεί στη ρεμπέτικη φρασεολογία κυρίως) < ιταλ. vergine = παρθένος ||"Αλίμονο που καρτερεί το γιώμα 'πό το χωρίο....Και το χωρίο γεύτηκε και κείνος περιμένει! - Αλίμονο σ' εκείνον που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον εαυτό του και περιμένει από άλλους. Γιατί μπορεί να μείνει και βέρτζινος (εις το τίποτα)-" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια")

βετούλι (το) - τράγος ή κατσίκα που έχουν ηλικία μικρότερη του ενός χρόνου, τραγάκι, κατσικάκι < βιτούλιον < λατιν. vitulus

βηλάρι (το) - ύφασμα του αργαλειού < λατ. velarium βηλαρικός-η-ο = υφαντός

βήσαλο (το) - χαλίκι, πετραδάκι < λατ. besalis

βιάτζο ή βιάτζιο (το) - το ταξίδι, η μετακίνηση, η διαδρομή < ιταλ. viaggio. Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές της λέξης, οι οποίες προέρχονται από παλιά ζακυνθινά γραπτά ως βιάτζιο, ενώ συναντάται και στα Εφτάνησα ως βιάτζο ||«Τη στάχτη του τσιγάρου, δεν τηνέ τίνα­ζε. Σουραύλιαζε, μασούριαζε και έπεφτε μοναχή της όταν έκα­νε τα βιάτζα του στα τραπέζια ή άμα νταλαβεριζότανε στην κουζίνα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

βίγλα ή βίγγλα (η) - 1. σκοπιά, φυλάκιο σε επίκαιρη θέση βιγγλάτορας = σκοπός, φρουρός 2. παγίδα, ενέδρα < λατιν. vigilia ή από το viglare < vigilare βιγγλίζω

βιδάνιο (το) - χρηματικό βοήθημα στο μαγαζί από χρήματα που παίζονται στη χαρτοπαιξία < ιταλ. guadagno < βεν. vadagno

βιδέλο (το) - 1. το μικρό της αγελάδας που δε συμπλήρωσε ένα έτος, το μοσχάρι 2. κρέας, δέρμα μοσχαριού < ιταλ. vitello

βιζαβί - 1. απέναντι 2. ακριβώς, όπως έπρεπε, ταιριαστό < γαλλ. vis a vis

βίκος (ο) ή βίκα (η) - 1. σταμνί για κρασί, αλίπαστα κ.ά. 2. κτηνοτροφικό φυτό < μτγν βικίον < αρχ. βίκος

βιλαέτι (το) - γενική διοίκηση, νομαρχία< τουρκ. vilayet

βιλάι (το) - λεπτό σκοινί το οποίο είναι δεμένο στους κάβους των πλοίων και στην άκρη του υπάρχει μπάλα καλυμμένη από πλεγμένο λεπτό σκοινί και το οποίο πετιέται από το πλοίο κατά την πρόσδεση για να μπορούν στη συνέχεια να τραβήξουν τους κάβους από την προβλήτα < Το βιλάι είναι αγγλικό και προέρχεται από το heaving line. Παλιότερα, όταν οι Έλληνες ναυτικοί κατέπλεαν σε αγγλικό λιμάνι άκουγαν τους Άγγλους καβοδέτες να τους ζητάνε το αρμίδι, το heaving line. Οι Έλληνες που δεν γνώριζαν αγγλικά το άκουγαν χηβιλάι και αργότερα το απλοποίησαν περισσότερο σε βιλάι (el.wikipedia.org)

βίντσι ή βίντζι (το) - (ναυτ.) βαρούλκο, ανυψωτικό μηχάνημα, γερανός < αγγλ. winch βιντσάρω ή βιντζάρω, βιντσαρισμένος-η-ο ή βιντζαρισμένος-η-ο

βιράρω - (ναυτ.) σηκώνω κάτι συνήθως τραβώντας το (βιράρω την άγκυρα)

βίρα (πρόσταγμα) < ιταλ. vira < virare = τραβώ βιραρισμένος-η-ο

βίτσα (η) - 1. βέργα, λεπτό ραβδί 2. μαστίγιο < μσν. βίτσα < σλαβ.vitsa < λατ. vitea βιτσιά = χτύπημα από βίτσα, βιτσίζω

βλάμης-ισσα-ικο - 1. αδελφοποιητός, σύντροφος, φίλος 2. αγαπητικός 3. παλικαράς, κουτσαβάκης, νταής < αλβαν. vlam

βλυχάδι (το) ή βλυχάδα (η) - πηγή ή πηγάδι που βγάζει βλυχό (γλυφό) νερό < μτγν. επίθ. βλυχός < γλιφός < λιχός

βογάρω - (ναυτ.) 1. κινώ και διευθύνω την πορεία του πλοίου (πιο συχνά αναφέρεται στα ρυμουλκά τα οποία «βογάρουν» τα πλοία 2. κοπηλατώ < ιταλ. vogare βόγα (ναυτ.πρόσταγμα), βογατζής || "...Τις παράγγελναν 5-7 ή 8 "μπάγκων", δηλ. με 10-14 ή 16 κουπιά που τα τραβούσαν όλα σύμφωνα με μια κίνηση και ένα ρυθμό, με το εγιαλέσα-εγιαμόλα που έκανε ένας που τραβούσε ένα από τα πισινά κουπιά, που τον έλεγαν και βογατζή, μα έπαιζε και σπουδαίο ρόλο. Άμα ο βογατζής ήταν καλός, ήτανε το κουπί πιο ξεκούραστο και το καΐκι έτρεχε γρογορότερα...." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι")

βολά (η) - φορά, περίσταση < ουσ. βολή || "ΒΟΛΑ, οιον Mίαν βολάν, Δύο, τρεις, τέσσαρας, πολλάς βολάς. Από το Βάλλω βήμα Βολή, και Δωρικώς Βολά, συνώνυμον τού Πληγή. Συνώνυμον έχει τό Φορά, επειδή λέγομεν και Μίαν βολάν, και Μίαν φοράν. Ζ. Φορά" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

βολάζω - κάνω θόρυβο πετώντας πέτρες στη θάλασσα ή χτυπώντας τη βάρκα για να τρομάξουν τα ψάρια και να πέσουν στα δίχτυα βόλασμα μσν. βόλος= ρίξιμο < αρχ. βόλος ||«Βολάζω (ρίπτω τόν γρίπον εις την θάλασσαν να ψαρεύσω), ρ. άμ.»Βάλλω» Χαλάω( τήν σαγήνην). Βόλασμα (τό ρίψιμον του γρίπου είς τήν θάλασσαν). » Βόλος» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

βολή (η) - άνεση, ευκολία, κατάλληλη μεταχείριση < αρχ. βολή = ρίξιμο των ζαριών

βόλι (το) - 1. μεταλλική σφαίρα διαμέτρου ως και 10 εκατοστών, που χρησιμοποιούσαν στους μύλους ή στα ελαιοτριβεία για την περιστροφή των μυλόπετρων ή την ανύψωσή τους < βολώ < βάλλω 2. Ως βόλια στην περιοχή μας λέμε και τις μεγάλες μυλόπετρες του ελαιοτριβείου < πιθανολόγηση: βολαίος = σφοδρός, βίαιος || "...Ήταν όλα με ένα μεγάλο βόλι που το γύριζαν τα άλογα και έσπαζαν τις ελιές..." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β'- Δ.Αρώνης "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΜΠΟΥ ΒΟΙΩΝ") '' Και τι δεν είχε φέρει η θάλασσα και τα καΐκια μας! Μυλόπετρες και βόλια* των παλιών ελαιοτριβείων, λαδόσταμνες, στάμνες του νερού......*βαρύτατες κυλινδρικές πέτρες για το άλεσμα των ελιών" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") || «Για το κόψιμο (πολτοποίηση) του ελαιοκάρπου το ελαιοτριβείο αυτό είχε ένα βόλι όρθιο, που γύριζε πάνω σε άλλο βόλι οριζόντια στρωμένο» (Γιάγκος Κοντός «ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ»)

βόλτα (η) - (ναυτ.) περιφορά του σκοινιού γύρω από άλλο σκοινί ή από κάποιο αντικείμενο, όπως δέστρα, πίντα κ.λ.π. εκφρ. "βάλε βόλτα" = πέρνα το σκοινί να δέσουμε και μτφ. κάτσε, άραξε < ιταλ. volta

βολτατζάρω - 1. (ναυτ.) πλαίω κάνοντας βόλτες οι στροφές (είτε αναγνωριστικές είτε ψάχνοντας την κατάλληλη στιγμή) προκειμένου να προσεγγίσω κάπου 2. μτφ. χρησιμοποιείται και για ανθρώπους < ιταλ. volteggiare = στριφογυρίζω, τριγυρίζω ||«Βολτατζάρω (πλαίω με βόλταις), ρ.αμ. (ναυτ.). «Διαδραμείν, πλαγιάζειν) (Λουκιαν.Πλ ή Ευχ.), διαδρομαίς χρήσθαι...» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

βολύμι (το) - μολύβι < αναγραμματισμός

βόρβορος (ο) - 1. βρομερή λάσπη, βούρκος 2. μτφ. ηθικός ξεπεσμός, διαφθορά < αρχ. βόρβορος

βορδώνι (το) - 1. ημίονος αρσενικός, μουλάρι 2. όνος, γάιδαρος < ουσ. βορδώνιον < μτγν. ουσ. βόρδων < βουρδών

βορδωνίζομαι - βασανίζομαι, ταλαιπωριέμαι, χτυπιέμαι < μσν.βουρδώνι βορδωνισμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά ||«Πολλές βολές, τους λιγκρίζανε, από την κουζίνα και άλλα φαγητά και βορδωνιζότανε ο κόσμος και έπεφτε ακράτητος στο δεύτερο και στο τρίτο πιάτο.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

βοριαδέλα (η) - δυνατός βοριάς (χαρακτηριστικό και της περιοχής μας) < βοριάς + καταλ. δέλα (που δηλώνει μεγέθυνση και δύναμη). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

βοτανίζω - ξεχορταριάζω, αφαιρώ αγριόχορτα από καλλιέργεια < ελνστ. βοτανίζω < πιθανολόγηση: αρχ.βοτάνη = χορτάρι βοτάνισμα, βοτανισμένος-η-ο

βούθουλας (το) - βόθρος, λάκκος < αρχ. βόθυνος

βούκινο (το) - 1. χάλκινη σάλπιγγα των Βυζαντινών 2. κοχύλι από μεγάλο όστρακο, που χρησιμεύει για σάλπιγγα 3. έκφρ. έγινε βούκινο (το έμαθε όλος ο κόσμος) < μσν. βούκινον < λατιν. bucina

βουκέντρα (η) - ραβδί με σιδερένιο καρφί στη μια άκρη, με το οποίο κεντούν τα βόδια για να τρέχουν γρηγορότερα < μσν. βουκέντριν < βουκέντριον < αρχ. βούκεντρον

βουρβουρίζω - γουργουλίζω, κοχλάζω, βουΐζω < ηχοποίητη λέξη από τον ήχο βουρ βουρ

βούργια (η) - ταγάρι, ντουρβάς, συν. από προβιά ζώου < μσν. βούλγια < λατιν. bulgea (κελτικής αρχής) || «...Θα ήτανε παράλειψη που ο τόπος δεν σηκώνει, αν δεν σημείωνα εδώ τον Μέντη τον Αντώνη. Ήταν μεγάλος κυνηγός εις τα καλά τα χρόνια και γιόμιζε τη βούργια του μ΄ορδίκια και τρυγόνια...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΡΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΤΣΑΤΙΡΕΣ»

βουρλιά (η) ή βούρλο (το) - 1. τούφα από βούρλα 2. αρμαθιά από όμοια πράγματα περασμένα σε βούρλο 3. σπάρτινο σκοινί (ναυτ.) < μσν. βούρλον < μτγν. βρούλλον < βρύλλον

βουρλίζω - 1. τρελαίνω, εξαγριώνω 2. βουρλίζομαι, εξαγριώνομαι, γίνομαι έξαλλος 3. κυριεύομαι από δυνατή και ακράτητη επιθυμία 4. διασκεδάζω με θόρυβο 5. λυσσομανώ (θάλασσα ή αέρας) βουρλισμένος-η-ο < μσν. βουρλίζω= τρέμω σαν βούρλο < βούρλ(ο) -ίζω

βούτα (η) - μεγάλο ξύλινο δοχείο για τη μεταφορά σταφυλιών στον τρύγο και γενικά κάθε μεγάλο δοχείο ή λεκάνη όπως αυτό που χρησιμοποιούν οι ψαράδες για τα παραγάδια ή τη διατήρηση ζωντανών ψαριών για δόλωμα < μτγν. λατιν. butta

βούταμο (το) - υδρόφιλο φυτό, επιστ.ονομασία Butomus umbellatus ||'' Κοντά στις όχθες των ποταμών, στους βάλτους και στα υγρά μέρη φυτρώνει ένα υδρόφιλο φυτό, που λέγεται βούταμο ή βούτομο. Η λέξη είναι σύνθετη από το ουσιαστικό βους = βόδι και το ρήμα τέμνω = κόβω, αφού το βούταμο αποτελεί μία από τις τροφές των βοδιών, που λέγεται και βούταμος (www.kakouri.gr/papers/kakouri49.pdf) || « Στη συνέχεια φορτώσαμε στο Λευκόχωμα της Καλαμάτας βούταμο, ένα είδος φυτού που χρησιμοποιούσαν παλιά οι σαμαρτζήδες για να γεμίσουν τα σαμάρια...» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

βουτσάς (ο) - βαρελάς βουτσί ή βουτσέλα - το βαρέλι < μσν. βουτσίν < βουτσίον < βουτίον βουτσέλι = μικρό ξύλινο δοχείο ταξιδιώτη, αγρότη κ.λ.π.για μεταφορά νερού

βραγιά (η) - 1. αυλάκι κήπου, όχι το σκαμμένο μέρος αλλά ο όχθος από τα σκαμμένα χώματα 2. φυσικός φράχτης κήπου < ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) bra(ia) -ιά

βρακοζώνι (το) - ζώνη της βράκας ή του βρακιού < βράκα + ζώνη

βρακοθηλιά (η) - θηλιά μέσα από την οποία περνά το βρακοζώνι < βράκα + θηλιά

βραστούρα (η) - καυτό ρόφημα (τσάι, χαμομήλι κ.τ.λ.) < βράζω

βρετίκια (τα) - αμοιβή που δίνεται σ' αυτόν που βρίσκει κάτι χαμένο < ευρετικά < αρχ. ευρετικός < ευρίσκω

βρεχάμενα (τα) - (ναυτ.) τα μέρη του σκάφους που βρίσκονται μέσα στη θάλασσα < βρέχομαι

βρεχτούρα (η) - 1. ραντιστήρι, ποτιστήρι 2. αγιαστούρα < βρέχω

βρούβα (η) - 1. φαγώσιμο χόρτο 2. βρούβες = διάφορα χόρτα 3. μτφ. μην τρώς βρούβες (μην είσαι αφελής, ευκολόπιστος) 4.μτφ. πάει για βρούβες (πάει χαμένος άσκοπα) < μσν. βρούβα

βρώμιος-α-ο - βρωμερός, ακάθαρτος, λερός, κυρίως για ψάρια και κρέατα που έχουν αρχίσει να σαπίζουν και να βρωμάνε < βρώμικος