Σ

σαββατιανό ως σκανταλόπετρα

σαββατιανό (το) - ποικιλία άσπρου σταφυλιού < Σάββατ(ο) -ιανός

σαβόρι (το) - παρασκεύασμα με ξίδι και δεντρολίβανο ή ρισμαρί για την καρύκευση των τηγανισμένων ψαριών που βοηθά και τη διατήρησή τους για μερικές μέρες < ιταλ. sapore

σαβούρα (η) - (ναυτ.) έρμα, πρόσθετο προσωρινό ή μόνιμο βάρος ώστε να αποκτήσει το σκάφος ευστάθεια < μσν. σαβούρα < λατιν. saburra σαβουρωμένος-η-ο,σαβουρώνω - βάζω σαβούρα, έρμα στο σκάφος μτφ. γεμίζω το στομάχι μου 

σαβουρντίζω ή σαβουρντάω-ώ - 1. παίρνω κάτι και το πετώ βίαια μακριά 2. πετάω κάτι άχρηστο 3. σαβούρντα ή σαβούρα = η τούμπα, το πέσιμο σαβουρντίζομαι, σαβουρντιέμαι ή σαβουρώνομαι < τουρκ. savurd < savurmak

σαγή (η)- το σύνολο των εξαρτημάτων που τοποθετούμε επάνω στο υποζύγιο, όταν πρόκειται να το ιππεύσουμε ή να το φορτώσουμε < ελνστ. σαγή, αρχ. σημ.= αποσκευή

σαγιάρω - 1. τοποθετώ τη σαγή 2. γενικά μετακινώ κάτι ίσια πάνω, σηκώνω κάποιο αντικείμενο προς τα πάνω < αρχ. σαγή < σάττω = φορτώνω σαγιάρισμα. Ελάχιστες αναφορές της λέξης, με έννοια ναυτικής προέλευσης, αυτό της προώθησης, προέκτασης του μπαστουνιού του φλόκου (μεσαίου πανιού). Στο «Λεξικόν Ελληνογαλλικόν και Γαλλοελληνικόν Τόμος Β'» από τον Αντώνιο Ηπίτη αναφέρεται « ...- έλω προς τι, ωθώ , pousser, // [ναυτ.] προέλκω δοράτιον, pousser un bout-dehors, κοινώς σαγιάρω, ήτοι ωθώ αυτό εις την θέσιν του...»

σάγισμα ή σάισμα (το) - 1. κομμάτι από χοντρό μάλλινο ύφασμα που στρώνουν πάνω στη ράχη υποζυγίων ή το χρησιμοποιούν σαν κλινοσκέπασμα 2. μτφ.ο επενδύτης, το παλτό κτλ.< σαγίζω = σαμαρώνω) < σαγή

σάγμα (το) - σαμάρι σαγματοποιείο, σαγματοποιός < αρχ. σάγμα < σάττω = σαμαρώνω και φορτώνω

σαγούλι (το) - το νήμα της στάθμης < τουρκ. sakul. Λίγες αναφορές της λέξης, με προέλευση όμως από την Νιγρίτα μέχρι την Κρήτη.

σαΐνι (το) - το γεράκι < τουρκ. sahin

σαΐτα (η) - 1. σαΐτα του αργαλειού ή της ανυφαντούς, εργαλείο του αργαλειού με το οποίο περνούν το υφάδι μέσα από τις κλωστές του στήμονα 2. παρόμοιο εργαλείο της ραπτομηχανής 3. (ναυτ.) το ξύλινο εργαλείο με το οποίο πλέκουν τα αλιευτικά δίχτυα, αλλιώς βελόνι < μσν. σαΐτα < σαγίττα < λατιν. sagitta

σάκκαινα (η) - μεγάλο τσουβάλι, μεγάλος σάκος < σάκκος. Από τις σπάνιες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και στο Βαρθολομιό Ηλείας || «Ζύγωσε, σιγά, σιγά, σα γάτα και ο Εναιφίλης και τόνε τσουβά­λιασε σε μία σάκκαινα. Δίπλωσε σβέλτα τη σάκκαινα και φυλά­κωσε τα πόδια του γάτη.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σακολέβα (η) - 1. μικρό πανί πλοίου που έχει το σχήμα τραπεζοειδούς 2. μικρό πλοιάριο, τρεχαντήρι ή ψαροπούλα που τα πανιά του έχουν τέτοιο σχήμα < μσν. σακολαίβα

σακουλεύομαι - αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση < τουρκ. sakullemek = σταθμίζω, αλφαδιάζω.

σαλαγώ ή σαλαγάω - 1. αναδίνω βοή, θόρυβο (για πλήθος ανθρώπων ή ζώων) 2. κατευθύνω με φωνές κοπάδι ζώων < μτγν. σαλαγέω = θορυβώ < σαλαγή = κραυγή σαλάγισμα, σάλαγος || "ΣΑΛΑΓΩ, κινώ διεγείρω, Σαλαγώ τα πρόβατα, τα βόδια, όταν καθήμενα, η αναπαυόμενα, τα διεγείρω, υπάγων αυτά εις βοσκήν, ή άλλον τόπον Η λέξις κα αι φράσεις είναι Ηπειρωτικαί. Το Σαλαγώ έμεινεν απαράλλακτον, ώς ελέγετο και από τους παλαιούς, και φανερόν ότι είναι της αυτής συγγενείας βήμα με το Σαλεύω" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 2ος 1928)

σαλάιδω (η) - γυναίκα όμορφη αλλά φαντασμένη, ματαιόδοξη και κενή που λέει παχιά λόγια και περιαυτολογεί < πιθανολόγηση: αρχ. σαλάκων (ο)= αλαζόνας, κομπορρήμων, ματαιόδοξος, ξιπασμένος ή αρχ. σαλάσσω = υπερφορτώνω, παραφορτώνω, παραγεμίζω Ελάχιστες αναφορές της λέξης, στην Ελίκα (στη σελίδα www.elika-tradition.gr) δίνεται η ερμηνεία της κουτσομπόλας, αυτής που λέει πολλά και κουτσομπολεύει.

σαλαμάστρα (η) - (ναυτ.) 1. πλεγμένο σκοινί 2. υλικό σε σχήμα σκοινιού που τοποθετείται γύρω από τον άξονα του σκάφους σε σημείο προς την ένωση με τη μηχανή για να μην μπαίνει νερό και για να μην τρίβεται ο άξονας < ιταλ. salmastra

σαλαμέτι ή σελαμέτι (το) - αισίως, καλά, ασφαλώς < πιθανολόγηση: τουρκ. selamet = ασφάλεια σαλαμετίζω. Σπάνια λέξη, συχνά στην Ελαφόνησο χρησιμοποιείται με την ευχή "καλό σαλαμέτι". Μοναδική αναφορά της λέξης, προερχόμενη από τη Μάνη, ως σαλαμετίζου με την εξήγηση προοδεύω, παρουσιάζω βελτίωση || ...Και όταν τσουβαλιάζανε έκαναν το σταυρό τους, ευχαριστώντας το Θεό και τον Άγιο Νικόλα και τον Άγιο Χαράλαμπο που βγάλανε το ταξίδι σελαμέτι (αισίως καλά) λέγοντας "κι από ταξιδιού" με το καλό να πάμε σπίτια μας!" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") || «Έπιανε τα ζα, τα ΄βανε να κοιτάνε την ανατολή κι έκανε το σταυρό του να πάνε όλα σε λαμέτι, χωρίς ζημιές κι αρρώστιες κι έριχνε το ζυγό στο σβέρκο των ζώνε» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

σαλαμούρα (η) - αλμυρό νερό που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση διαφόρων τροφίμων (ψαριών, καρπών), η άρμη, χαρακτηρισμός πολύ αρμυρού φαγητού < βενετ. salamora

σαλβάρι (το) - είδος φαρδιού παντελονιού, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση, παραδοσιακό ρούχο, κυρίως στην Aνατολή, από τα πολύ παλιά χρόνια < τουρκ. salvar από τα περσικά || "ΣΑΛΒΑΡΟΝ, είδος βρακίου, Αναξυρίς, Ελλ. Από το Τουρκικών Σαλβάρ τούτο δε από το χαλδαϊκόν Σαρββαλίν, μεταφρασθέν από τους Εβδ (Δαν, γ΄, 21) Σαράβαρα, από δε τον Σύμμαχον, Αναξυρίδες. Aπό το Σαράβαρα έπλάσαμεν το Σαλβάριον" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832) || «.......Κάτω-κάτω, για να στερεώνεται καλύτερα σφιγγότανε με λου­ριά. Είχε μορφή θυλάκου με πολλές σούρες. Όταν ήτανε φτιαγ­μένη από μπαμπακερό ύφασμα, λεγότανε βράκα ή βρακί, αν από μάλλινο, λεγότανε σαλβάρι. Η διάκριση αυτή, ήτανε καθα­ρά ελληνική, γιατί στα παράλια της Μικράς Ασίας, άσχετα προς το ύφασμα, οι τούρκοι την έλεγαν σαλβάρι.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σαλδαμάρικο (το) - μπακάλικο, παντοπωλείο < salgamarius < salgamina [:άλμη] (όπως εξηγείται πιο κάτω) . Σπάνια χρησιμοποιούμενη λέξη, ειδικά το σαλδαμάρικο δεν αναφέρεται πουθενά, ο σαλδαμάριος όμως, φαίνεται να είναι ο παντοπώλης του Βυζαντίου || «...Κατά το επαρχικόν δε βιβλίον (13,3) απηγορεύετο εις τους σαλδαμαρίους (παντοπώλας), ευπρεπείας χάριν, να εκθέτωσιν εις τας οδούς κατά τας Κυριακάς και δεσποτικάς εορτάς τα εμπορεύματά των ή όταν δια των οδών εγίνετο βασιλική προέλευσις.» (Φαίδων Κουκουλές «ΑΙ ΟΔΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΒΟΛΟΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΠΟΛΕΩΝ» 1948) || «...Είναι αξιοσημείωτο ότι τα αλίπαστα τρόφιμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στο Βυζάντιο και πωλούνταν από τους σαλδαμαρίος ή οψοπώλες....... Σαλμαδάριος/ σαλδαμάριος/ σαρδαμάριος/ σαλγαμάριος/ σαρμαδάριος/ σαμαρδάριος (< salgamarius < salgamina[:άλμη]), πωλητής αλίπαστων τροφίμων∙ ἁλμε(αι)οπώλης, πωλητής αγγουριών, γογγυλιών και παστών λάχανων, αλλά σταδιακά διεύρυνε την ποικιλία των εμπορευμάτων του ...... (Διπλωματική Εργασία Αθηνάς Ν.Μαλαπάνη στο «ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ -ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ» || «...Ακόμα, τα διάφορα πανικά και τα ψιλικά, κλωστές, τσικλιά, κουβαρί­στρες, βελόνες, λιβάνια, σταμπάδες, τσιγάρα, Τσιχριτζή, Φούκα και Καπερνάρου και γιομίζανε τα εμπορικά και τα μπακάλι­κα που τα λέγανε σαλδαμάρικα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σαλέπι (το) - 1. είδος φυτού 2. γλυκό ρόφημα που παρασκευάζεται από τη ρίζα αυτού του φυτού και πίνεται ως θερμαντικό, σαλεπιτζής < τουρκ. salep

σάλιαγκας (ο) - σαλιγκάρι < μσν. σαλίγκας < σιαλικός < αρχ.σίαλον

σάλμα (το) - 1. άχυρο 2. σάλματα = ότι απομένει από τα άχυρα μετά το αλώνισμα 3. σάλμα (η) = αχυρένια σκεπή καλύβας < τουρκ. salman = άχυρο, σανό ή salmak = αφήνω, παρατάω || «Για το τίποτα, για το πιο ασήμαντο πράγμα τσινούσε, μυγιαζότανε σαν το άλογο στο αλώνι που το τσιμπάνε οι αλογόμυγες και γιουργιάρει να πετάξει όξω χειρόβολα, άχυρα και σάλματα....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σαλουδάρω - χαιρετάω με πυροβολισμούς < ; Σπάνια λέξη, χωρίς κάποια πιθανή σύνδεσή της. Μοναδική αναφορά της, προερχόμενη από τη Μάνη, ως σαλουδάρου || «...Όταν γυρίζει στα βουνά με τόσους άλλους φίλους έχει μπροστά και πίσω του ένα κοπάδι σκύλους.Είναι αλήθεια πως λαγός δύσκολα του σκαλάρει και τα ορδυκοτρύγονα όλα τα σαλουδάρει....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΡΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΤΣΑΤΙΡΕΣ»)

σάλπα φούντο - (ναυτ.) πρόχειρο φουντάρισμα με προοπτική τη σύντομη αναχώρηση (σαλπάρισμα) < σαλπάρω (ιταλ.salpare) + φουντάρω (ιταλ. fundare)

σαλταπήδος (ο) - μεγάλο σάλτο, μεγάλο πήδημα, συνδυασμός του σάλτου με τον πήδο < ιταλ. salto + πήδημα 

σαλτάρι (το) - το δοξάρι της λύρας < πιθανολόγηση < σαλτάρω (αυτό που σαλτάρει από τη μία χορδή στην άλλη;). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Άναβε φωτιές ο Ντίγρης με το παίξιμό του. Ορθοκόρμιζε τη λύρα στο γόνατό του, γαργαλούσε με το σαλτάρι τα τέλια της και αναστέναζε ο ντουνιάς» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΟΙ ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΥ» || «Το σαλτάρι το έφτιαχναν από βέργα βάτου ή λυγιάς. Φρόντιζαν να είναι καμπύλο αλλά να λεπταίνει μπροστά, "όσο είναι το μικρό δάχτυλο γυναίκας", γιατί έπρεπε να λυγίζει χωρίς να σπάει. Είχε περίπου 50 πόντους μάκρος. Οι τρίχες του προέρχονταν από αλογοουρά. Τις έκοβαν από την ουρά, τις έδεναν με σπάγγο στη μια άκρη, τις στερέωναν στην εμπρός άκρη του σαλταριού, σε ειδική εγκοπή, τις έπλεναν και τις βούρτσιζαν καλά ώσπου να ξελιγδιάσουν. Τις τέντωναν και τις έδεναν σε ανάλογη εγκοπή, στο πίσω μέρος. Εδώ, που θα ήταν η χερολαβή, φρόντιζαν να πατρουνάρουν το σαλτάρι, να το φασκιώσουν δηλαδή σφιχτά με ένα κομμάτι ύφασμα. Η τρίχες έμεναν σχετικά χαλαρές. Ο λυρατζής τις τέντωνε κατάλληλα κατά το παίξιμο, καθώς πιάνοντας το σαλτάρι περνούσε τα δάχτυλά του ανάμεσα στο ξύλο και σ' αυτές. Όσο περισσότερο ήθελε να τις τεντώσει, τόσο άνοιγε τα δάχτυλα προς τις τρίχες, απομακρύνοντας την ευθεία τους από το ξύλινο τόξο.» (Μαριγούλα Κρητσιώτη «Η λύρα στα Βάτικα Λακωνίας») ||«Κι ο παππούς ο Ντίγρης, τον θυμάμαι που έλεγε στιχάκια. Έκανε απόκριες μια φορά στης πεθεράς μου το σπίτι (της κόρης του) είχαμε πάει μασκαράδες, εγώ τότε νεαρός, κι έλεγε: Η λύρα μου είναι καρυδιά - Και το σαλτάρι βάτο - Κι ανάθεμα τις κοπελιές - Που δε μου λένε να το!» (Τ.Ε.Ι. Ηπείρου Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Θέμα: Κοινωνικές μεταλλάξεις και ταυτοτικά σύμβολα: Η περίπτωση της λύρας στην Ελαφόνησο Λακωνίας 1930-1960. Της σπουδάστριας: Τζερεφού Ν. Αντωνίας Επόπτρια Καθηγήτρια: Μάργαρη Ν. Ζωή)

σάματις - σάμπως, μήπως < ως + άματι < άμα + ότι

σαμοβάρι (το) - μεταλλικός βραστήρας που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τσαγιού < ρωσ. samovar = που βράζει μόνο του

σαμαροσκούτι (το) - χοντρό ύφασμα που έβαζαν στην πλάτη των ζώων, κάτω από το σαμάρι < σαμάρι + σκουτί || «σαμαροσκούτι (το) δημ. κ. σαμαρόσκουτο κ.κτ. επέκτ. χονδρόν μάλλινον ή λινόν ύφασμα ή δέρμα ιδ. αίγός, τιθέμενον επί τής ράχεως των ζώων υπό το σάγμα ή ραπτόμενον υπό το τυλείαν τούτου, όπως συγκρατή το τύλωμα και σχηματίζει μαλακήν έπιφάνειαν επαφής επί του δέρματος τής ράχεως το ζώου.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

σαμουσάς (ο) - σπιτικό γλυκό παρόμοιο με τον μπακλαβά, παραδοσιακό από τους Βυζαντινούς ακόμα χρόνους < σουσάμι γιατί παλιότερα το πρόσθεταν στο γλυκό. < ίσως sesamum, se-samum και αναγραμματισμένο samu(m)-se, samusas

σαμπάνι (το) - (ναυτ.) σχοινί ή αλυσίδα για το κρέμασμα ή την άρση αντικειμένων (σακιών κ.τ.λ.) < ;   σαμπάνιασμα, σαμπανιάρω, σαμπανιαρισμένος-η-ο

σανταγριόλα (η) - φυτό το βυθού της θάλασσας, είδος πράσινου φυκιού < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.||«Στα τσίμπαλα, μαρούλια και σανταγριόλες (πρασινάδες της θάλασσας), βρίσκαμε καθαρά ψάρια: μπαρμπούνια, λιθρίνια, καρακούκους, καρκάνια, σκύλους, δροσίτες, χριστόψαρα καθώς και δράκαινες.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

σαπιοκολιάζω - σαπίζω. Χρησιμοποιείται κυριολεκτικά για τα φυτά που σαπίζουν οι ρίζες τους, αλλά και για άλλους καρπούς που σαπίζουν και μεταφορικά για κάποιον που κάθεται πολύ «τι σαπιοκολιάζεις τόσες ώρες;», (που έχει τον κίνδυνο να σαπίσει ο κώλος του...). Επίσης όπως φαίνεται πιο κάτω υπάρχει και το σαπόκολο, σαν ασθένεια των φυτών < πιθανολόγηση: σαπίζω + αρχ. κώλον = μέλος, άκρο του σώματος ιδίως το πόδι, μεγάλο κλαδί δέντρου σαπιοκόλιασμα, σαπιοκολιασμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Όλο τα Δωδεκαήμερο καίνε πολλά κούτσουρα για να μη πλησιάζουνε οι λυκούτσαρδοι...Τη στάχτη τη ρίχνουνε στα χωράφια για το σαπόκολλο» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

σαράφης (ο) - αυτός που αγοράζει και πουλά νομίσματα, αργυραμοιβός < τουρκ. sarraf από τα αραβικά σαράφικο = το κατάστημα του σαράφη

σαρδέλα (η) - το φυτό γεράνι και το λουλούδι του < σαρδέλα (λόγω της βαριάς μυρωδιάς που έχει, όπως και το αντίστοιχο ψάρι)

σαρίδι (το) - σκουπίδι < σαρώνω < μτγν. σαρόω < αρχ. σαίρω

σαρμάς (ο) - ο ντολμάς σαρμαδάκι υποκορ. < τουρκ. sarma (αρχική σημ.= τύλιγμα

σαρωμάτα (η) - σκούπα < σαρώνω = σκουπίζω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σαχλαμπούχλας-α-ικο - ο σαχλαμάρας, αυτός που κάνει σάχλες < σάχλα + μπούχλα (χωρίς δική της σημασία)

σάψαλο (το) - 1. κάθε τι σαθρό ετοιμόρροπο 2. μτφ. άνθρωπος εξασθενημένος από αρώστιες ή γηρατειά < σηψαλός < σήψη σαψαλιάζω, σαψάλιασμα

σβάρνα (η) - 1. γεωργικό εργαλείο για το σβάρνισμα 2. παίρνω σβάρνα - παρασύρω, συντρίβω < μσν. σβάρνα < αρχ. σλαβ. barna

σβαρνίζω - 1. συντρίβω βώλους χώματος 2. μτφ. στριφογυρίζω και σέρνω κάτι καταγής σβάρνισμα, σβαρνισμένος-η-ο

σβίγγα ή σβίγκα (η) - υφαντικό εργαλείο για το τύλιγμα των κλωστών σε καλάμια (χοντρά καλάμια) ή μασούρια (λεπτά καλάμια) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο διάσιμο του στημονιού ή την ύφανση στον αργαλειό. Αποτελείται από μια σανίδα που οι άκρες της καταλήγουν σε δυο βάσεις με κάθετους πασσάλους. Η πρώτη βάση συγκρατεί μια μεγάλη ρόδα που περιστρέφεται με χερούλι. Η δεύτερη συγκρατεί έναν άξονα για τα καλάμια. Η κίνηση μεταφέρεται αντίστροφα από τη ρόδα στον άξονα με μια χορδή. Η γυναίκα γυρνούσε με το δεξί της χέρι το χερούλι της σβίγγας ενώ με το αριστερό της κρατούσε την κλωστή που ξετυλιγόταν από μια ανέμη και τυλιγόταν έτσι στα καλάμια ή τα μασούρια που ήταν στερεωμένα στον άξονα της σβίγγας Τη λέξη τη συναντάμε σε πολλά μέρη της Ελάδας, κυρίως σαν σβίγα και σαν σβίγγ(κ)α στην Κρήτη και στην Φθιώτιδα. Σβίγα στην αρχαιότητα ονομαζόταν και ο μηχανισμός με τον οποίον εμφανίζονταν ή εξαφανίζονταν ηθοποιοί στη σκηνή του θεάτρου καθώς επίσης και ένας τροχός όπως περιγράφεται πιο κάτω στη σελίδα (www.friends-melt.gr/wp-content/uploads/2015/09/festival-afigisis.pdf) διαβάζουμε: «Τα μαγικά εργαλεία είναι ο ρόμβος [σβούρα], η ίυγξ [τροχίσκος, μαγική ρόδα] και ο γγόγγος [το σήμαντρο, χάλκινος δίσκος]. Η Ίυγξ, κατά τη Μυθολογία, είναι νύμφη, κόρη της Πειθούς και καταφέρνει με μάγια να προσελκύσει τον Δία. Η Ήρα, από τη ζήλια της, την μεταμορφώνει σε πουλί. Η συστροφή του αυχένα της ίυγγος για την προσέλκυση του ερωτικού ενδιαφέροντος του συντρόφου, αποτελεί τη σύνδεσή της με την ερωτική μαγεία. Την ίυγγα την έδεναν με τεντωμένα φτερά σε ένα περιστρεφόμενο τροχό, με την ελπίδα να φέρουν έτσι πίσω τους άπιστους εραστές. Όταν σταμάτησε αυτή η χρήση, η Ίυγξ δήλωνε το μαγικό τροχό. Έναν τροχό με τέσσερις ακτίνες, δηλαδή μια σβίγκα η σβίγα, ροδάνι, μαγγάνι: μαγγανείες... Ας ξαναπιάσουμε την ανέμη ή σβίγκα, την τετράκτινη ίυγγα. Είπαμε, λοιπόν, ότι η μαγεία της αγάπης ήταν διαδεδομένη με τη χρήση της «ίυγγος», δεμένης πάνω σε τροχό, με τις πτέρυγες και τα πόδια της τεντωμένα έτσι, ώστε ν' αποτελούν τις τέσσερις ακτίνες του τροχού. Οι γόητες και οι μάγισσες της αρχαιότητας τον περιέστρεφαν, πιστεύοντας ότι έτσι μάγευαν και εξανάγκαζαν τις καρδιές των ανθρώπων να υπακούσουν. Η κίνηση του τροχού συμβολίζει τη μεταστροφή των αισθημάτων. Η Αφροδίτη, η σεβαστή δέσποινα των αιχμηρών βελών, έφερε πρώτη στους ανθρώπους, από τον Όλυμπο, την πλουμιστή τετράκτινη ίυγγα, δένοντας το μαντικό πουλί σε άλυτο κύκλο και δίδαξε στον Ιάσονα τις επωδές, ώστε η ψυχή της Μήδειας μαστιγωμένη από την Πειθώ να καεί από λαχτάρα για την Ελλάδα...» Επίσης στο «ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ H.G.LIDDELL & R.SCOTT" αναφέρεται : ἶυγξ, ἴυγγος, (ἰύζω1. σουσουράδα, ονομαζόμενη έτσι από την κραυγή της· οι αρχαίες μάγισσες συνήθιζαν να τη δένουν σ' έναν τροχό, πιστεύοντας πως καθώς γύριζε, είλκυαν έτσι τις καρδιές των ανδρών και τους έκαναν να υπακούουν, σε Ξεν., Θεόκρ. ...» Τέλος σαν σβίγα ονομάστηκαν πολύ σχετικοί με περιστρεφόμενοι μηχανισμοί < πιθανολόγηση: όπως αναγράφεται πιο πάνω όταν σταμάτησε η περιγραφόμενη τελετή, έμεινε το όνομα ίυγγα να δηλώνει τον μαγικό τροχό και σαν τέτοιος προφανώς θεωρήθηκε και ο μηχανισμός στο αρχαίο θέατρο. Έτσι οι μετέπειτα μηχανισμοί κράτησαν το όνομα αυτό.

σβουνιά ή βουνιά (η) - η κοπριά του βοδιού < βουνιά < βοωνία < αρχ. βοών = σταύλος βοδιών "ΒΟΥΝΙΑ, Σ. κόπρος βωδίου, Βόλβίτον, Βόλιτον, και όνθος: Αρα παράγεται από τον περιεκτικόν Βοών, Βοωνία και Βωνία ή από το Βούς και όνος, Βοονεία και κατά συναίρεσιν Βωνία, και Βουνιά" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

σβουρίο (το) - αυτός που δεν κάθεται ήσυχος, που συνεχώς είναι σε κίνηση < σβούρα

σγάρα (η) - η γκούσα, ο πρόλοβος των πτηνών (το μέρος του οισοφάγου που γίνεται το πρώτο στάδιο της πέψης) < ;

σγαρδούμι (το) - πολύ μπλεγμένο, μπερδεμένο, μαλλιά κουβάρια < πιθανολόγηση: μσν.γαρδούμιον = παχύ έντερο ζώου, παραγεμισμένο με σπλήνα, συκώτι, καρδιά ξίγγι κλπ., η σημερινή γαρδούμπα . Στις Κυκλάδες σγαρδούμια ονομάζουν το παραδοσιακό φαγητό μετά την Ανάσταση το οποίο φτιάχνουν από έντερα ζώου κ.λ.π. σε διάφορες παραλλαγές. Με την έννοια που χρησιμοποιούμε την λέξη εδώ, υπάρχει μόνο μία αναφορά της, προερχόμενη από το Φοινίκι Λακωνίας.

σγάρτσα ή σγόρτσα (η) - η βρομιά που συγκεντρώνεται σε σημεία του σώματος κυρίως στα πιο εκτεθημένα όπως στους αστραγάλους, αγκώνες κ.λ.π. < πιθανολόγηση: ιταλ. scorza = φλοιός, φλούδα δένδρου. Σγόρτσα λένε αλλού (κυρίως Μεσσηνία, Αρκαδία) το μαδημένο δέρμα του γουρουνιού και στην Ηλεία την άγρια αχλαδιά, ενώ η χρήση της λέξης ως σγάρτσα φαίνεται να γίνεται μόνο στην Πελοπόννησο.

σεβιότ (το) - ύφασμα πολύ καλής ποιότητας που χρησιμοποιούσαν τα φραγκοραφτάδικα της παλιάς εποχής || «σεβιότ (το) (αγγλ) δημ. άκλ. είδος ερίων αγγλικής προελεύσεως έκ μακρών, στιλπνών και απαλών τριχών προβάτου* 2} νήμα έκ τών ανωτέρω ερίων 3) το έκ νημάτων ήμικτενιαμένον ύφασμα» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «... Στον κύριο χώρο οι τοίχοι ήταν γιομάτοι ράφια και πάνω τους ήταν στοιβαγμένα οριζόντια, ντάνες τα τόπια τα υφάσματα σε διάφορες ποιότητες και χρωματισμούς από σεβιότ* και μαλλομπάμπακα μέχρι ντρίλινα και ρετσιναίικα...» *ύφασμα αγγλικής προέλευσης από προβατόμαλλο αρίστης ποιότητος. Προέρχεται από τη λέξη Cheviot, τοποθεσία ανάμεσα στους λόφους Αγγλίας και Σκωτίας.. (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ Τζώρτζης Ανωμήτρης - «ΕΛΛΗΝΟΡΡΑΦΕΙΑ ΦΡΑΓΚΟΡΑΠΤΑ∆ΙΚΑ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΟΡΑΠΤΑΙ»)

σεγκούνι (το) - μάλλινος επενδύτης των χωρικών, ιδιαίτερα γυναικών, σιγκούνι < αλβν. sigun

σειριά (η) - το γένος, το σόι < σειρά  || «...Μετά από αυτόν, ο Νικόλας Σαραντίτης που είναι περισσότερο γνωστός με το παρωνύμιο, Σκουντρής, ακολούθησε την παράδοση της σειριάς του. Έγινε και εκείνος δήμαρχος Βοιών για πολλά μάλιστα χρόνια...» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ- Τζώρτζης Ανωμήτρης «∆ΗΜΑΡΧΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΣΤΑ 1896») || «- Λε- καλέ λεμο- λεμονάκι μυρωδάτο, λεμονάκι μυρωδάτο κι από περιβόλι αφράτο μη παραμυρίζεις τόσο και με κάνεις και νυχτώσω. - Κι αν νυχτώσεις παλικάρι κάτσε νά 'βγει το φεγγάρι να σε δω να σε γνωρίσω και να σε γλυκορωτήσω από τι σειριά κρατιέσαι όπου σειέσαι και λυγιέσαι; - Του σειστή του λυγιστή 'μαι, του ταβερνοκεραστή 'μαι.» (στίχοι του γνωστού Παραδοσιακού τραγουδιού όπως συναντάται στη Μεσσηνία) || «...-Πές μου καὶ σὺ κορίτσι μου, ποῦθε κρατεῖ ἡ σειριά σου; -Καὶ τί κερδίζεις νὰ σοῦ πῶ ποῦθε κρατεῖ ἡ σειριά μου; Ἂς εἶν' ἀπὸ τ' ἀνάθεμα καὶ τὴν ἀνεμοζάλη! -Πές μου, νὰ ζήσεις λυγερή, πῶς λὲν τὰ γονικά σου; -Ἡ μάνα μου ἀπ' τὴν Κόρινθο κι ὁ κύρης μου ἀπ' τ' Ἀνάπλι, Σκληρὸν τὸν λένε, ξακουστό, κι ἐμένα κυρὰ Ῥήνη...» («Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΡΗΝΗΣ» ΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΙΓΙΝΑΣ)

σειρός ή συρός (ο) - κορυφογραμμή < πιθανολόγηση σειρά (η γραμμή, η σειρά που ακολουθεί η κορυφή του βουνού) || «Σκάρισ' τα προβατάκια σου και κάντα στην Αρίτσα και πάρε το συρό, συρό (κορυφογραμμή) να βρεις τη Στιβακτίτσα». (Γιάγκος Κοντός-ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ). Η λέξη είτε με ει είτε με υ, δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού. Πιθανά, η έννοια της λέξης, να σχετίζεται με την ομαλή κορυφογραμμή και όχι με αυτή που έχει απότομες εξάρσεις. Στην Ελαφόνησο υπάρχει βουνό με την ονομασία «Σειρός», ενώ την ονομασία αυτή αλλά ως «Συρός» τη συναντάμε για έναν λόφο στην Αντίκυρα Βοιωτίας.

σεκλέτι ή σικλέτι (το) - στεναχώρια, καημός, ντέρτι < τουρκ. siklet = βάρος σεκλετίζω, σεκλετισμένος-η-ο, σεκλέτισμα || «Δεν θύμωσε, δεν σικλετίστηκε ο φαρμακοποιός, δεν κα­κοκάρδισε τον Σταύρο. Δεν υπάρχανε κακίες, τότε, έτσι, για ψύλλου πήδημα. Είχε αποθέματα ανθρωπιάς ο κόσμος μέσα του που κρατούσανε όρθια την ψυχή και δεν την αφήνανε να ξεπέσει.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σέκος - (έμεινε σέκος) = 1. ξερός, εμβρόντητος, σοκαρισμένος 2. πέθανε μια κι έξω < ιταλ. secco

σελάχι (το) - φαρδιά ζώνη, ζωνάρι < τουρκ. silah = όπλο (επειδή εκεί έβαζαν τα όπλα τους)

σελέβερδος-η-ο - μισερός, ανάπηρος, ατελής < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογήθηκε κάποια συσχέτισή της.

σελέμης-ισσα-ικο ή σελέμικος-η-ο - άνθρωπος παράσιτος, που ζει σε βάρος άλλων σελεμίζω < τουρκ. selem

σελτές ή σιλτές (ο) - προστατευτικό στρώματος κρεβατιού < τουρκ. silte

σεμέν (το) - κεντημένο ύφασμα με μακρόστενο συνήθως σχήμα που τοποθετείται πάνω στα έπιπλα (σεμεδάκι) < γαλλ. chemin

σέμπρος (ο) - 1. αυτός που καλλιεργεί ξένο κτήμα με σύμβαση, ο κολίγας 2. αυτός που διατρέφει ξένα ζώα με σύμβαση < σλαβ. sebru

σενιαρισμένος-η-ο - ή σένιος-α-ο - δεν του λείπει τίποτα, τακτοποιημένος, ομορφοφτιαγμένος, επιρ.σένια (είναι στα σένια του) σενιάρω = τακτοποιώ τα πάντα, δεν αφήνω τίποτα μισοφτιαγμένο σενιαρισμένος-η-ο < ιταλ. signar(e), παλ. ιταλ. segnar(e) = σημαδεύω κατά τη σημ. του συγγ. γαλλ. signé για ρούχο με το σήμα του κατασκευαστή

σεντέφι (το) - το μαργαριτάρι < τουρκ. sedef σεντεφένιος-α-ο

σεντίνα (η) - (ναυτ.) 1. μέρος του πλοίου στο εσωτερικό του στο χαμηλότερο σημείο όπου οδηγούνται και μαζεύονται τα ακάθαρτα νερά και τα υπολείμματα της μηχανής 2. η αντλία που αδειάζει τα συγκεντρωμένα νερά (σεντινόνερα) < ιταλ. sentina

σέρα (η) - το θερμοκήπιο < ιταλ. serra

σεργκούνι (το) - ρεζίλι, ρεντίκολο, διαπόμπευση < τουρκ. surgun.  Η λέξη ως σιργκούνι, έχει μία μοναδική αναφορά, στην εφημερίδα «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ» (ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΙΤΩΝ) ΑΡ.Φ.9/ 1989 (https://www.cpolitan.gr/wp-content/uploads/2011/02/9.pdf), όπου αναφέρεται με την ίδια ερμηνεία. Υπάρχει μία αναφορά ως σεργκούνι στην εφημερίδα «ΜΠΟΥΚΕΤΟ» του 1936 (https://pleias.lis.upatras.gr/index.php/mpouketo/article/viewFile/152533/143390) όπου ερμηνέυεται ως εξορία, ενώ υπάρχουν και δύο αναφορές της λέξης σαν σουργκούνι όπου αναφέρεται: ότι έτσι ονομάστηκε ο υποχρεωτικός εκπατρισμός μεγάλων πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τον Μωάμεθ Β' τον Πορθητή και ότι σουργκούνι θα πει εξορία, προσφυγιά, υποχρεωτικός εκπατρισμός, βίαιη μετοίκηση και μετανάστευση.||  «Ο Κωστάρας -ο εισαγγελέας- πατήκωσε τα χαρτιά με τις χε­ρούκλες του και πιλάτευε το νου του να βρει μια άκρη, να πια­στεί, να φέρει στα σέστα τους τα πράγματα, να κωλοκάτσουνε στα μαλακά οι άνθρωποι, να μη γίνουνε και σεργκούνι οι κακόμοιροι μέσα στη Νεάπολη!» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»).

σερέτης-ισσα-ικο - 1. ζαβολιάρης 2. άνθρωπος δύστροπος, αυτός που παρεξηγεί εύκολα, που χρησιμοποιεί κακόπιστα ή σοφιστικά επιχειρήματα < τουρκ. sirret σερετιά

σερμπέτι (το) - 1. ζαχαρούχο και αρωματικό ποτό 2. γενικά οτιδήποτε πολύ γλυκό < τουρκ. serbet

σερνικοβότανο (το) - είδος ορχιδέας το οποίο έπαιρναν για τη γέννηση αρσενικών παιδιών, ο μανδραγόρας < αρσενικό + βότανο

σέρπη (η) - τα υπολείμματα του βουτύρου, αυτό που μένει στα δοχεία πέρνωντας το βούτυρο δηλαδή, το οποίο είναι σαν πηχτή αλοιφή, πολύ πικάντικη και αλατισμένη. Λέγεται και σέρμπι, αποβουτυρίδια ή βουτυροτσίκουδα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογήθηκε κάποια συσχέτισή της. Βουτυροτσίκουδα φαίνεται να ονομάζεται και στα Κύθηρα || «Ύστερα από ένα μήνα το βγάζει από το σταμνί, το σουρώνεις για να βγάλεις το βούτυρο και χώρια το αποβουτυρίδι (σέρμπι)» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

σερσέγκι (το) - ο σκούρκος < σλάβικη λέξη

σερσέμης-ισσα-ικο - 1. αυτός που τα 'χει χαμένα, σαστισμένος 2. ο χαζός < τουρκ. sersem = ζαλισμένος

σέρτικος-η-ο - 1. για καπνά και με επέκταση για χαρμάνια ή τσιγάρα, ο βαρύς, ο δυνατός 2. μτφ. για άνθρωπο ο βαρύς, ο οξύθυμος < τουρκ. sert

σέσουλα (η) - μικρό φτυάρι που χρησιμοποιούν οι μπακάληδες για να πάρουν απ' το τσουβάλι ζάχαρη, αλεύρι, όσπρια κ.τ.λ. σεσουλιά = ποσότητα που χωράει η σέσουλα < ιταλ. sessola

σέστα - στα σωστά, στα ίσα, στα καλά του (έλα στα σέστα σου, ήρθα στα σέστα μου) < πιθανολόγηση: ιταλ. sestare = τακτοποιώ < sesto = τάξη στο σπίτι. Η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται και στα Εφτάνησα αλλά με την έννοια καμώματα, ενώ χρησιμοποιείται και το ρήμα σεστάρω με την έννοια τακτοποιώ || « Στο ζερβί βαστούσε ξέ­χειλο το ποτήρι με αφρισμένο κεχριμπάρι. Πάνω που από τις σάλτσες του κόκκορα τρέχανε γαρέλια τα σάλια του Χουσεΐνη, κάτι συνέβη και το μυαλό του ξανάρθε στα σέστα του.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σηκωβάρα (η) - αυτοσχέδια λέξη την οποία χρησιμοποιούσαν περιπαικτικά, στέλνοντας συνήθως οι μεγαλύτεροι κάποιον μικρό, να τους αγοράσει ας πούμε καραμέλες και σηκωβάρα (προτροπή προς τον μαγαζάτορα να σηκωθεί και να τον βαρέσει) < σήκω + βάρα

σία - (ναυτ.) παράγγελμα που σημαίνει κόψε ταχύτητα, κινώντας τα κουπιά αντίθετα από την πρύμνη προς την πλώρη, κάνοντας ανάποδα δηλαδή < ίσως ελλ.σχάσις παραγγ. σχάζε < ιταλ. sciare (το οποίο προφέρεται «σιάρε»)

σιαπέρα, σιακάτω, σιαπάνω - εκεί πέρα, κάτω, πάνω ή προς τα πέρα, κάτω, πάνω. Πολλές φορές χρησιμοποιείται και με το κει (εκεί) ή το δω (εδώ) μπροστά, κει σιαπέρα, δω σιαπάνω κ.λ.π.,καθώς και συχνά το σιαπάνω το λέμε και σιαμπάνω 

σιγάτσα ή σεγάτσα (η) - το χειροπρίονο του μαραγκού < πιθανολόγηση: σέγα

σίγκλος ή σύγκλος (ο) - μεταλλικός κουβάς, μπουγέλο, κυρίως αυτό με το οποίο έβγαζαν νερό από το πηγάδι < πιθανολόγηση: όπως φαίνεται πιο κάτω ο Αδ.Κοραής το ετυμολογεί από το ρωμαϊκό situla. Όμως στο παλιό λεξικό Κων/νου Μ. Κούμα βρίσκουμε το ρήμα συγκλύζω με αρχαία ρίζα όπου σημαίνει καταβυθίζω, πλημμυρώ, επί θαλάσσης και μεταφορικά και στο «ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΕΝΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ» του Άνθιμου Γαζή, έτους 1816, βρίσκουμε το ίδιο ρήμα «συγκλύζω, Μ. ύσω. Κλύζω ομού, πλημμυρίζω-πλημμυρώ, υπερχέω, καταχέω, καταβρέχω, διόλου κλύζω. Εξαιρέτως λέγεται επί θαλάσσης, ήτις δια της βίας των κυμάτων συντρίβει και καταβυθίζει ήτοι καταλύπτει και καταπνίγει τα πλοία. Παρά Πλουτάρχου. Μεταφορικά.». Αυτή φαίνεται και η πιο πιθανή προέλευση της λέξης η οποία και δικαιολογεί την γραφή της με «υ» που φαίνεται να είναι και η πιο διαδεδομένη και δεδομένου ότι η κύρια χρήση του σύγκλου ήταν το βγάλισμο νερού από το πηγάδι κατά τη διαδικασία δε αυτή υπήρχαν όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στη Μάνη, αλλά υπάρχει και μία αναφορά προερχόμενη από Σύρο  || «Κάδος και σίκλα. Το δεύτερον Σίκλα, από το Ρωμαϊκών Situla, κατά συγκοπήν Σίτλα, και Σίκλα» (Αδ.Κοράης Άτακτα τόμος 2ος 1829) "ΣΙΚΛΑ, Σ.Δ.Σίλα, Δ. Υδρία, Ελλ., από το Ρωμ. Situla. (Ιδ. Ατακτ. Η σελ. 162). Ο Σ., σημειώνει και υποκορ. Σικλίον, όποιον είναι το φέρον άγιασμόν, και περιφερόμενον από τους ιερείς, την έορτήν τών Φώτων, να αγιάζωσι τούς οίκους" (Αδ.Κοράης Άτακτα τόμος 4ος 1832) ||  «Οι ντέστες, οι σύγκλοι, ανεβοκατέβαιναν στα πηγάδια και κατάβρεχαν αυλές, ανθρώπους και ζωντανά για μιά σταλιά δροσολόγημα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») || «Και τώρα να ρωτήσεις τα σπίτια που είχανε χτιστεί μέχρι το 70 θα δεις ότι εκτός από το Καταγά το Θοδωρή και το μπάρμπα Λάμπη που ήτανε μάστορες, όσοι άλλοι δουλεύανε ήτανε γυναίκες. Οι άντρες όλοι ήτανε στα πέλαγα. Να σκεφτείς ότι και το χαλίκι το κουβαλάγαμε από το κυμοθάλασσο σίγκλο- σίγκλο φορτώναμε τα καΐκια και μετά με γαϊδούρια." (Τ.Ε.Ι. Ηπείρου Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Θέμα: Κοινωνικές μεταλλάξεις και ταυτοτικά σύμβολα: Η περίπτωση της λύρας στην Ελαφόνησο Λακωνίας 1930-1960. Της σπουδάστριας: Τζερεφού Ν. Αντωνίας Επόπτρια Καθηγήτρια: Μάργαρη Ν. Ζωή)

σίδερο (το) - (ναυτ.) η άγκυρα της βάρκας < σίδερο

σιδεροστιά (η) - πυροστιά,σιδερένια βάση για να ακουμπούν ταψιά και κατσαρόλες για μαγείρεμα στο τζάκι < σίδερο + στιά < εστία

σιμίτι (το) - σουσαμωτό κουλούρι < τουρκ. simit, αραβ. samid < ελλ. σεμίδαλις = πολύ λεπτό αλεύρι από σιτάρι

σίνι (το) - στρογγυλό χάλκινο ταψί < τουρκ. sini < αραβ. < ελνστ. σινίον= κόσκινο

σινίζω - λιχνίζω, κοσκινίζω (συν. το αλέυρι από τα πίτουρα) < ελνστ. σινίον = κόσκινο

σιρμαγιά ή σερμαγιά (η) - το πρώτο χρηματικό κεφάλαιο για το ξεκίνημα επιχείρησης < τουρκ. sermaye

σισανές (ο) - ραβδωτό ή αυλακωτό εμπροσθογεμές τουφέκι < τουρκ. sisane (από τα περσ.)

σιψάντης (ο) - (ναυτ.) ο ναυτικός πράκτορας, ο προμηθευτής τροφίμων κ.λ.π. < αγγλ. shipside

σκάλα (η) - (ναυτ.) - η προβλήτα, ο μώλος < πιθανολόγηση: σκάλα (απ' όπου γίνονταν η αποβίβαση επιβατών σε όλα τα πλοία παλιότερα, αφού δεν υπήρχαν ferry-boat) και συνεκδ. όλη η προβλήτα

σκαλιέρικο (το) - (ναυτ.) η λάντζα για μεταφορά επιβατών < σκάλα (από σκάλα - σε σκάλα) || «Καρσί στο καφενείο, η παλιά ξύλινη σκάλα, θεμελιωμένη πά­νω σε σιδερένιες βάσεις προχωρούσε αρκετά μέτρα πάνω από τη θάλασσα και από δαύτηνε μπαρκάρανε σε βάρκες οι επιβάτες και αναπλωριζανε για το παπόρι που στεκότανε αρόδο στην ά­γκυρα και αντίστροφα, πάλι με τις βάρκες ξεμπαρκάρανε από δαύτο και καταλήγανε στην ξύλινη αυτή σκάλα και στη συνέ­χεια πατούσανε το ποδάρι τους στη στεριά.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκαλάρω -διαφεύγω της προσοχής, ξεφεύγω < πιθανολόγηση: ιταλ. scalare = σκαρφαλώνω, περνώ ένα τοίχο βάζοντας σκάλα, ανεβαίνω στην κορυφή βουνού κ.λ.π. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά|| «...Όταν γυρίζει στα βουνά με τόσους άλλους φίλους έχει μπροστά και πίσω του ένα κοπάδι σκύλους. Είναι αλήθεια πως λαγός δύσκολα του σκαλάρει και τα ορδυκοτρύγονα όλα τα σαλουδάρει....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΡΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΤΣΑΤΙΡΕΣ») || «...Με τις λύρες και με τις φλογέρες. Στη εποχή μου η φλογέρα έβραζε κι ήμουνα ο πρώτος. Κι ακόμη, όμως που τα δάχτυλά μου μουδιάζουν, κι ακόμα μπορώ να παίξω. Έπαιζα τότες το καλύτερο τσαφάρι. Δε μου σκαλάριζε (ξέφευγε) σκοπός.» (Τ.Ε.Ι. Ηπείρου Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Θέμα: Κοινωνικές μεταλλάξεις και ταυτοτικά σύμβολα: Η περίπτωση της λύρας στην Ελαφόνησο Λακωνίας 1930-1960. Της σπουδάστριας: Τζερεφού Ν. Αντωνίας Επόπτρια Καθηγήτρια: Μάργαρη Ν. Ζωή)

σκαλιέρα (η) - (ναυτ.) ένα από τα μικρά σκοινιά που δένονται στα ξάρτια για να δημιουργήσουν σκάλα για ανέβασμα σε αυτά < ιταλ. scala

σκαλούνι (το) - σκαλί, σκαλοπάτι < σκαλί < ιταλ. scala || «Τι ήτανε να αροικίσουνε τα αυτιά του, για πράμα που είχε μέσα ζάχαρη! Αυτός να φάει παγωτό! Τον έπιασε αλλεργία που το άκουσε. Δεν ματαπάτησε εκεί, να ανεβοκατεβάσει τα σκαλούνια, του Βαγγέλη.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκαλτσούνι ή καλτσούνι - είδος πίτας με χόρτα και τυρί < κάλτσα < τουρκ. kalcın = κάλτσα

σκαμπαβία (η) - μεγάλη ξύλινη βάρκα που χρησιμοποιούνταν και ως σωσίβια λέμβος < ιταλ. scappavia

σκαμπανέβασμα (το) - το ανεβοκατέβασμα, το κούνημα του σκάφους από το κύμα < "...ΕΤΥΜ. Από συμφυρμό τού σκαμπαβία (βλ.λ.) και του ρ. ανεβάζω]. Εγώ νομίζω πως είναι παράδοξο να δεχθούμε ότι η λέξη σκαμπαβία (που είναι άκρως ιδιωματική και δεν την ξερει ούτε η μάνα της) δημιούργησε το παγκοίνως γνωστό σκαμπανέβασμα. Μάλλον πρόκειται για το ρήμα κάμπτω > εξκάμπτω> σκάμπτω + ανεβάζω. Πράγματι το πλοίο, όταν σκαμπανεβάζει, πράτα κάμπτει την πλώρη και μετά τήν ανεβάζει. Δεν είναι το ίδιο το να γέρνω προς τη μία και προς την άλλη πλευρά λόγω των κυμάτων, αυτό λεγεται μπότζι." (Άρης Στουγιαννίδης www.stougiannidis.gr)

σκαμπίλι (το) - χαρτοπαιχτικό παιχνίδι < ιταλ.(;) (πρβ. τουρκ. iscambil) ίσως < παλ. γαλλ. brusquembille από όν. ηθοποιού

σκαμπρόζος-α-ικο - για πρόσωπο που προκαλεί ερωτική επιθυμία < ιταλ.scabroso

σκανταγιάρω - 1. μετρώ το βάθος της θάλασσας με τη χρήση βάρους (βολίδας, σκαντάγιο) δεμένο με λεπτό σκοινί 2. μτφ. βολιδοσκοπώ, υπολογίζω μια κατάσταση < σκαντάλιο = βολίδα σκανταγιάρισμα

σκανταλίζω - χαλώ τη λειτουργία κάποιου μηχανισμού ή κάποιου εξαρτήματος < σκανταλιά < σκάνδαλο || «.......αλλά και στους δυό τους είχε σκανταλιστεί το φως τους και με όλα τα κολ­λύρια και τα κεροπάνια του Γεωργαρίου, λιγόστευε, κόνταινε και περισσότερο βοήθαγε το αυτί να αρπάζει ήχους και να αγαντάρει την όραση. Το αυτί τους, λοιπόν, ήτανε το δεκανίκι του ματιού τους.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκανταλόπετρα (η) - Η σκανταλόπετρα είναι ένα κομμάτι πέτρας, συνήθως μάρμαρο η γρανίτης, με στρογγυλεμένες γωνίες και υδροδυναμικό σχήμα, βάρους από 8-14 κιλά, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι σφουγγαράδες από την αρχαιότητα μέχρι πριν από λίγα χρόνια, σαν βοηθητικό εργαλείο στις καταδύσεις τους. Στην μια της άκρη υπάρχει μια τρύπα στην οποία είναι δεμένο ένα μακρύ σχοινί που ξετυλίγεται από την βάρκα κατά την κατάδυση και ξαναμαζεύεται κατά την ανάδυση. Σ' αυτήν είναι περασμένο και ένα μικρό σχοινί με μια θηλειά, την οποία περνά στον καρπό του ο σφουγγαράς, για να μπορεί να ελευθερώνει τα χέρια του χωρίς να χαθεί η σκανταλόπετρα και η σύνδεσή του με την βάρκα...(www.divemag.blogspot.gr) < σκαντάλιο = βολίδα + πέτρα