Χ-Ψ-Ω

χαβαλές ως ώριος

χαβαλές (ο) - εκτός της γνωστής έννοιας του γλεντοκοπήματος, της πλάκας κ.λ.π., χαβαλές λέγεται το επιπλέον φορτίο, το φορτίο που μπαίνει πάνω από το φυσιολογικό φόρτωμα του σκάφους, του ζώου, του οχήματος κ.λ.π. και γενικά κάτι το υπερκείμενο, γι αυτό και η φράση (έβαλα χαβαλέ στο κεφάλι μου) < τουρκ. havale = επιφόρτηση ||«χαβαλές (ο) (τουρκ.) δημ., πληθ. χαβαλέδες, ο υπερκείμενος, ο επικείμενος τινί, ο επιτεθειμένος όθ. το επίσαγμα, το επίστρωμα, το επικάλυμμα-. '' είδ. ναυτ. το επί του καταστρώματος, στην κουβέρτα, τοποθετημένον φορτίον, κτ. αντιδιαστ. προς το εν τω κήτει, στό αμπάρι* όθ. γεν. το πρόσθετον φορτίον 2) επί προσ. κ. χαβαλάς ο επί άλλων προϊστάμενος, Ιδ. ο οχληρός, ο φορτικός* Βλαστ.Συνμ.7Β «επιστάτης, ανεστάτης. Χαβαλάς» : φρ. χαβαλέ σ' έβαλα στό κεφάλι μου;» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

χαβάλι (το) - χαβαλές, σκοτούρα, αναστάτωση < αλβαν. havale = ενόχληση, αναστάτωση, πρόβλημα, ταραξίας

χαβάνι (το) - μεταλλικό γουδί < τουρκ. havan

χαβανόχερο (το) - το γουδοχέρι, ο κόπανος του χαβανιού < χαβάνι + χέρι

χαγιάτι (το) - 1. εσωτερικός στεγασμένος διάδρομος σπιτιού 2. μακρόστενος εξώστης στο μπροστινό μέρος σπιτιού, βεράντα < τουρκ. hayat

χαϊλωμένος-η-ο - μπαϊλντισμένος, εξουθενωμένος, ζαλισμένος < πιθανολόγηση: αρχ. χάλασις = χαλάρωση, χαλάρωμα χαϊλώνω, χαΐλωμα. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται  ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Μεσσηνία και στην Αρκαδία ||" Τήραξε χαϊλωμένη τη Νικόλ, σαν να σχεδίαζε κάτι στο νου της. Κακοχρόνε, παίξανε τα χείλια της, θα μου το πλερώσεις." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χαιράμενος-η-ο - καλότυχος, καλορίζικος, αυτός που έχει χαρές, χαρούμενος (συν. χρησιμοποιείται σε ευχές όπως "χρόνια πολλά, χαιράμενος" κ.λ.π.) < χαίρομαι. Στην Κρήτη συναντάται πιο συχνά η λέξη αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας. Μάλιστα στην Μάνη χαιράμενη ήταν γυναίκα που δεν είχε χάσει τον άντρα της.

χαΐρι (το) - ευδοκίμηση, προκοπή, νοικοκυροσύνη και μτφ. η αποκατάσταση κάποιου < τουρκ. hayir

χαλασοφόρος-α-ο - αυτός που χαλάει, που καταστρέφει τα πάντα κατά τη χρήση τους < χάλασμα + φέρω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

χαλάστρα (η) - χαλασμένο δαμάκι, ξερολιθιά < μσν. χαλάστρα (μαρτυρείται στη σημ.: τρύπα σε τείχος < χαλασ- (χαλώ) -τρα

χαλές (ο) - 1. αποχωρητήριο, απόπατος 2. μτφ. για άνθρωπο βρώμικο ηθικά, ρυπαρό, αναξιοπρεπή, αξιοκαταφρόνητο < αλβαν. hale

χαλεύω - 1. γυρεύω, απλώνω χέρι και ζητώ 2. ψάχνω, αναζητώ ψαχουλεύω < πιθανολόγηση: < αρχ. δωρικό χαλή = χηλή, παλάμη και χάλτη = παλάμη (απλώνω την παλάμη) ίσως και με επίδραση του χάλου του χταποδιού (όπως ψάχνει ο χάλος του χταποδιού) '' "ΧΑΛΕΥΩ, ΓΓ.Δ. με εξήγησιν: « Scrutari, ανασχαλεύειν, διερευνάν» Δ. Το Ανασχαλεύειν τού Δ. διδάσκει, ότι το Χαλεύω συγγενεύει με το Σκαλεύω ή Σκαλίζω. Ίσως όμως, εξετάζων όσα εσημειώθησαν ( Άτακτι Ι, σελ. 207-208) περί του πολυσημάντου Χαλώ, κρίνη τις συγγενές τούτου και το Χαλεύω, ότις Χαλεύει, χαλά, ήγουν διαλύει τα ενωμένα, αραιόνει τά πηκτά, και ανοίγει τα κλεισμένα. Ζ. Χαλώ." (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832) '' " χαλεύω δημ., αόρ. έχάλεψα, παθ. μ. ή μτχ. παρακ. χαλεμένος, αναζητώ τίνα ή τι μετά προσοχής, ψάχνω νά εύρω, ψάχνω γιά κάποιον ή γιά κάτι : παροιμ. κάρβουνα, μπογιά ή λάδι μή χαλεύεις στό σκοτάδι, - έχασε τό κουμπί του και χαλεύει να το βρή, - ποιάν χαλεύεις; - τι χαλεύεις εδώ τις ο λόγος της εδώ προσελεύσεως σου 2) εξαιτούμαι ως δώρον ή ως δάνειον : δεν ντρέπεται να χαλεύει δανεικά, παροιμ. χαλεμένα, δανεισμένα, πες τα και χαμένα.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

χάλος (ο) - 1. το πλοκάμι χταποδιού κ.λ.π. 2. απόληξη αντικειμένου < χηλή (δωρ.διαλ. χαλά) = διχαλωτό άκρο των ποδιών των μονόνυχων ζώων, οπλή

χαμάδα (η) - ώριμη ελιά που έχει πέσει από το δέντρο στη γη < ομηρ.χαμάδις = χάμω, καταγής < χάμω

χάμζας (ο) - ο μπαρμπέρης, κατά την τουρκοκρατία ο υπεύθυνος για το κούρεμα και το ξύρισμα των κλεφτών < τουρκ. hamza. Ελάχιστες αναφορές της λέξης, αναφέρεται στο βιβλίο του Νικολάου Κασομούλη «ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 1821-1833) || " Ο χάμζας, ο μπαρμπέρης, έβαλε το πεσκήρι και τη σαπουνάδα, εκεί που έπρεπε και άρχισε να μπαρμπερίζει τον μουστερή του." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χαμόι ή χαμόγι (το) - μικρό χαμηλό σπίτι, χαμόσπιτο < μσν. χαμόγιον < μτγν. επίθ. χαμαίγαιον < χαμαί + γαία

χαμοκέλα (η) - χαμόσπιτο σε άθλια κατάσταση, χαμόγι, τρώγλη < χάμω + κελί

χαμολόι (το) - 1. οι πεσμένες στο έδαφος ελιές 2. το μάζεμα των ελιών από το έδαφος < χάμω + κατάλ. -λόγιον = συλλογή

χαμομίλα (η) - πιστόλα < ; || «Όπως είχε σκύψει στα απόκρυφά του και τα ξελούριζε, τράβηξε από την θήκη της, την «χαμομίλα», τονέ σημάδεψε στο αφτί και πάρτονε κάτω τον κα­κομοίρη. Τήραξε γύρω τους ανθρώπους και τη φύση, στύλωσε τη ματιά του κατά το Πετονάκι και δεν ματασάλεψε.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ"). Μοναδική αναφορά της λέξης η παρακάτω: «Ένας Ικαριώτης από τις Ράχες, ηλικιωμένος και αγαπητός σε όλους,όταν τον πνίγει το δίκιο του λέει:"Ήρθε η ώρα να μιλήσει η χαμομίλα". Εννοείται ότι θα τραβήξει το τουφέκι. Αυτή είναι η χαμομίλα, αφού όταν μιλήσει, ο άλλος πέφτει χάμω.» (https://sarantos-petropouli.blogspot.gr/2012/03/21-2012_5708.html)

χάμουρα (τα) - το σύνολο των εξαρτημάτων που τοποθετούνται στα υποζύγια όταν θέλει κάποιος να ιππεύσει, να τα ζέψει ή να τα φορτώσει < ρουμαν. hamurar = λωροποιός

χαμωλούπης-α-ικο - μουλωχτός, ύπουλος, σιγανοπαπαδιά < πιθανολόγηση: χάμω + λούπης = αρπακτικό πτηνό < λατ. lupus. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

χάπατος-η-ο - κορόιδο, χαζός < ίσως τουρκ. hapat < kapat = αποκτώ με τέχνασμα

χαπιάρω - φουλάρω, γεμίζω, πατικώνω < ; γεμισέ το χάπι = φουλάρισέ το, βάλε μέχρι τέρμα χαπιαρισμένος-η-ο, χαπιάρισμα || " Κατέβαινε, λοιπόν, το «ΛΑΚΩΝΙΑ», χαπιαρισμένο από επι­βάτες και εμπορεύματα και πραμάτειες, ντανιασμένες στα α­μπάρια και στις κουβέρτες του." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ") '' «Ο δημώδης ναυτικός όρος χαπιάρισμα (trimming) σημαίνει την τακτοποίηση των "χύδην φορτίων" στα κύτη (αμπάρια) των πλοίων, δηλαδή των ομοειδών εκείνων φορτίων που μεταφέρονται "χύμα". Τέτοια φορτία είναι τα σιτηρά, τα κάρβουνα, τα μεταλλεύματα, τα χημικά (βωξίτες, φωσφάτα κ.ά), τα λιπάσματα κλπ. Το "χαπιάρισμα" είναι το αντίστοιχο με την στοιβασία, τον ευτρεπισμό φορτίου που συμβαίνει όμως στα γενικά φορτία. Μετά το πέρας της φόρτωσης η άνω επιφάνεια του φορτίου παρουσιάζει υψομετρική ανομοιομορφία (λόφο ή λόφους) η οποία αυτή εξαλείφεται με το χαπιάρισμα. Η εργασία αυτή που πρέπει να γίνεται μετά το πέρας της φόρτωσης και πριν τον απόπλου, έχει ιδιαίτερη σημασία στη ζυγοστάθμιση πλοίου καθώς και στην ευστάθεια πλοίου αυτού αφού απ΄ αυτή εξαρτάται τις περισσότερες φορές η μετατόπιση φορτίου με κίνδυνο ανατροπής. Η εκτέλεση της διεργασίας αυτής γίνεται από ειδικευμένους γνώστες του αντικειμένου εργάτες λιμένος που ονομάζονται "χαπιαριστές" (trimmers), που φέρουν ειδικά πλατιά πέδιλα και εργαλεία σχήματος "Τ", με τα οποία ευθυγραμμίζουν την επιφάνεια του φορτίου.» (https://el.wikipedia.org)

χαραΐ - με το χάραμα < χαραγή = χάραγμα < ελνστ. χαραγή. Από τις λίγες αναφορές της η λέξη, φαίνεται ότι  χρησιμοποιείται και στη Βόρεια Ελλάδα (Ιωάννινα, Επανομή, Λάρισα και αλλού).

χαράκι (το) - 1. χαραγματιά 2. χαράδρα, χαντάκι στη στεριά και στη θάλασσα 3. χαράκωμα< μτγν. ελλ. χαράκιον < υποκ. χάραξ

χαρακώνω - 1. κάνω χαράκι 2. μπαίνω σε χαράκι < χαράκι . Στο ψάρεμα χαράκωμα λέμε την αντίδραση των πιασμένων στα αλιευτικά εργαλεία ή χτυπημένων (στο ψαροντούφεκο) ψαριών να μπαίνουν σε κάποιο χαράκι και να σφηνώνουν εκεί με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να τα τραβήξεις στην επιφάνεια. Πολλές φορές κόβονται τα εργαλεία και τα ψάρια μένουν εκεί χαρακωμένα χωρίς να καταφέρει να τα πιάσει ο ψαράς. Χαρακτηριστικό και πιο πεισματικό είναι το χαράκωμα του ροφού, ο οποίος βάζει το κεφάλι του σε μία σχισμή και ανοίγει τα μάγουλά του στα οποία βρίσκονται κάποια πολύ γερά κόκαλα με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατο να τον τραβήξεις προς τα πίσω χαράκωμα, χαρακωμένος-η-ο

χαράμι (το) -το χαράμι εκτός από την πιο γνωστή έννοια του στράφι (χαραμίζω) έχει και την (αρχική ετυμολογικά) έννοια του απαγορευμένου, της παράβασης ή του εγκλήματος < αραβ. haram (που είχε να κάνει ιδίως με όρους θρησκευτικούς και ηθικούς). Επίσης από την ίδια ρίζα, προέρχεται και το επίθετο χαραμής = παραβάτης, εγκληματίας, ληστής, από το οποίο πιθανά προέρχεται και το τοπικό επίθετο Χαραμής  ||'' Επειδή όμως πολλοί από αυτούς εχάνοντο εν τω μεταξύ, τα χρήματα αυτά (τα χαράμια* τους) έμεναν για πάντα στις σπηλίτσες και τα κοιλώματα του Καβομαλιά, ως θρύλοι και μύθοι πλέον στις μέρες μας......* χαράμια= τα παρανόμως, εγκληματικώς αποκτημένα αγαθά» (Μηνάς Αναστασάκης - Τα μυστήρια του Καβομαλιά- Δημοσίευμα εφημερίδας ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ)

χαραμιτζής-ου-ίδικο - άχρηστος, αυτός που η δουλειά του πάει συνήθως χαράμι < χαράμι. Μία μοναδική αναφορά της λέξης προερχόμενη από τη Σύρο, με την έννοια αυτού που ξοδεύει άσκοπα, του σπάταλου || « Άμα δεν ήταν ευχαριστημένοι από τη δουλειά του, το το δίνανε ξίγκικο (λειψό) το μερτικό του (δηλαδή μισό στάρι, μισό σκύβαλα) του χαραμιτζή(Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

χαραμπός (ο) - το βαθύ χάσμα, το βάραθρο < ομηρ. χηραμός < ομηρ. χαίνω = είμαι ανοιχτός, χάσκω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Λίγες αναφορές της λέξης, από τις οποίες φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στη Μάνη όπου υπάρχει και τοποθεσία, όπως τοποθεσία Χαραμπός υπάρχει και στα Κύθηρα.

χαρανί (το) - καζάνι, χύτρα, συνήθως χάλκινη, που πολλές φορές ήταν κρεμασμένη κοντά στο τζάκι < τουρκ. «χαρανί (το) (τουρκ.) δημ. χαλκούς πλατύστομος λέβης, ριχό καζάνι, λεβέτι.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

χάρβαλο (το) - παλιό, ερειπωμένο,χαλασμένο, κατεστραμμένο < μσν. χάρβαλον < χάλαβρον < αρχ. χαλαβρός || «Χάρβαλον (το ξεσκισμένο ύφασμα [«Τα χάρβαλα ταύτα και εσχισμένα ρούχα», Βυζ], κατ' αναγραμ. Εκ του) «Χάραυλον (βράχος απόκρημνος εις το παραθαλάσσιον, φαγωμένος υπό των κυμάτων) ...»(ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

χάρη (η) - χρηματικό ποσό που δίνεται στο γάμο σαν δώρο στους νεόνυμφους < χάρισμα

χαροκόπι (το) - το αδιάκοπο γλέντι, η διασκέδαση, το ξεφάντωμα < μσν. χαροκοπούμαι < χαρά + -κοπω < κόπτω

χαροκόπος (ο) - αυτός που αγαπά υπερβολικά τις χαρές και τις διασκεδάσεις, τον ανέμελο κι ευχάριστο τρόπο ζωής, αυτός που ζει μέσα στα γλέντια και τις απολαύσεις, που γλεντοκοπά, ο γλεντζές < χαροκόπι

χαρούσα (η) -η παπαδιόλα, η μικρή νυχτοπεταλούδα, η οποία θεωρείται καλός οιονός και γι αυτό και η ονομασία της αυτής < χαρά + ούσα (αυτή που φαίρνει χαρά). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. || «Όταν πετάει παπαδιόλα ή χαρούσα όπως τη λένε αλλιώς, θα έρθει μουσαφίρης» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

χάρπα (η) - μυθικό πλάσμα, καταστρεπτική θεότητα < ομηρ. άρπυιαι μεταφ. η γυναίκα που ενεργεί με δόλιους τρόπους προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει (φράση: αυτή καβαλάει τη χάρπα) (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

χαρταπιάγκα (η) - 1. επίσημο έγγραφο που κοινοποιείται ή ανακοινώνεται σε κάποιον 2. γενικά έγγραφο που απευθύνεται σε κάποιον προς ενημέρωση ή προειδοποίηση < πιθανολόγηση: χαρτί + ιταλ. piaga = πρόβλημα, μάστιγα, πληγή κ.λ.π.

χαρχαλεύω - 1. ψάχνω, αναζητώ, ερευνώ, ψαχουλεύω 2. κινούμαι, σαλεύω, κάνω ελαφρύ θόρυβο, σαν από ψάξιμο, από ανακάτεμα < χαλχαλεύω < χαλεύω|| « Και τον μεν χαλεύω λέγεται κυρίως εν τη Στερά Ελλάδι, εν τω Πόντω δε συνηθίζεται το δεδιπλασιασμένον χαχαλεύω, επ' ίσης επί του ζητώ ερευνώ, εν Κρήτη δε, λέγεται μετά πληρεστέρου διπλασιασμού και άμα ανομοιώσεως χαρχαλεύω (αντί χαλχαλεύω) = ζητώ, ανακατεύω, εν δε Κύθνω Μήλω και Θήρα φέρεται άλλος πάλι τούτου τύπος χαρχαλίζω και χαρχαλώ επί της ένοιας του θορυβώ ανατατράσσων σκληρά πράγματα, ήτοι ανακατεύω, αναταράσσω και ούτω παράγω θόρυβον...» (Γ.Ν.Χατζιδάκις - ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ 1913) || "Άντε λοιπόν, να λογαριάζουνε, να μετράνε, να τριβελίζουνε με το νου τους, το κεφάλι του διπλανού τους, να το χαρχαλέβουνε να μαντέψουνε τα χαρτιά του αντιπάλου τους." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χάρχαλο (το) - θόρυβος που προκαλείται από το σκάλισμα το ανακάτεμα πραγμάτων < χαρχαλεύω

χασές (ο) - λευκό βαμβακερό ύφασμα πολύ καλής ποιότητας για την κατασκευή σεντονιών, ασπρόρουχων κ.τ.λ. < τουρκ. has < αραβ. hassa χασεδένιος-α-ο

χάσικος-η-ο - καθαρός, διαλεκτός, λευκός < χασές

χαυντάλομα (το) - ατονία, αποχαύνωση, αδράνεια χαυνταλώνω < πιθανολόγηση: χαύνος-η-ο = χαλαρός, αποχαυνωμένος < αρχ. χαύνος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

χαφταλεύρας-ού-ικο - 1. φαγάς, ο λαίμαργος, ο αδηφάγος 2. κουτορνίθι, χαζούλιακας < χάφτω + αλεύρι

χαχαλιά (η) - χεριά, χούφτα (μια χαχαλιά ξύλα) < πιθανολόγηση: αρχ. δωρικό χαλή = χηλή, παλάμη και χάλτη = παλάμη (απλώνω την παλάμη). Από τις λίγες αναφορές της, η λέξη φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και στην Κρήτη.

χαχάμης (ο) - βλάκας, αφελής, ανόητος < εβρ. haham = ραβίνος εβρ.haham = σοφός «Το χαχάµης, εκτός από την κοινή σηµασία 'ο ραββίνος των Εβραίων', αποκτά επίσης αρκετές πρόσθετες µειωτικές σηµασίες, όπως 'το αβάφτιστο βρέφος' (Σηλυβρία, Μακεδονία). Με την ίδια σηµασία έχουµε και τον τύπο χαχάµι, το (Μακεδονία) ' ο ανόητος', πιθ. µε παρετυµολογική επίδραση του χαχανίζω, 'ο άσχηµος' (Εύβοια), 'ο αδύνατος άνθρωπος που µόλις έχει αναρρώσει από ασθένεια' (Καλάβρυτα) - η τελευταία αυτή σηµασία ίσως µας δίνει εικόνα για την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση των Εβραίων, που ήταν στην πλειονότητά τους άσχηµη, µε επακόλουθο να είναι συχνά αδύνατοι και άρρωστοι και όχι πλούσιοι, όπως συχνά πιστεύεται σε νεότερα χρόνια» (https://www.eens.org/EENS_congresses/2014/vrachionidou_maria.pdf)

χαχόλος-α-ικο - 1. χοντροειδής, άχαρος, άκομψος, μπατάλικος 2. άνθρωπος υπανάπτυκτος < ρωσ. hohol < χαχόλοι, ρωσ. εθνότητα

χειμαδιό (το) - 1. τόπος κατάλληλος για ξεχειμώνιασμα, κυρίως κοπαδιών 2. κάθε τόπος προφυλαγμένος από τις κακοκαιρίες του χειμώνα < αρχ. χειμάδιον < χειμάδιος < χειμάς = χειμώνας

χειμωνικό (το) - το καρπούζι < μσν. χειμωνικόν < πιθ. επειδή τα καρπούζια, και ιδίως τις όψιμες ποικιλίες με το παχύ φλούδι, τον παλιό καιρό στα χωριά ήξεραν να τα διατηρούν μέχρι τα Χριστούγεννα και μετά κρεμώντας τα σε αποθήκες από τα δοκάρια ή θάβοντάς τα σε άχυρα κ.λ.π.

χειριδωτός-η-ο - για ένδυμααυτό που έχει μανίκια, χειριδωτός μανδύας , για άνθρωπο αυτός που έχει χέρια < αρχ. χειρίδες || "Εσωτερικώς εφόρουν φανέλες χειριδωτές εκ λευκού μάλλινου νήματος...." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ)

χειρόβολο ή χερόβολο ή χειροβολιά - 1. ποσότητα σταχυών που μπορούσαν να πιαστούν για μεταφορά με τα χέρια 2. όση ποσότητα χωράει σε μια χούφτα < μσν. χειρόβολον < χειροβολέω

χελώνι (το) - διογκωμένοι αδένες που έχουν την τάση να δημιουργούν αποστήματα, χοιράδες < ελνστ. χελώνιον = μύες της ράχης υποκορ. του αρχ. χελώνη

χερικώνω - 1. αρπάζω, πιάνω στα χέρια 2. δέρνω < χερικ(χερικό) -ώνω χερίκωμα || "Ήτανε, λοιπόν, πολύ ντελικάτη η θέση των λαϊκών δικαστών και χρειαζότανε φρόνηση και επιδέξιο μαλιτζάρισμα, για να νε­τάρουνε από αυτό το μπέρδεμά που ούτε και ο Σολομώντας δεν θα μπορούσε να χερικώσει τό μαχαίρι και να το λύσει." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χεσαμόλι (το) ή χεσαμόλη (η) - 1. φαγητό άθλιας ποιότητας 2. περιπαικτική λέξη σχετική με το φαγητό (πες του να σου βάλει και λίγη χεσαμόλη ή θα φάμε χεσαμόλη κ.λ.π.) 3. αποτυχημένο αποτέλεσμα ανακατέματος υλικών < χέσαμε όλοι  χεσαμόλης-η-ικο = ο φοβητσιάρης, αυτός που χέζεται από το φόβο του, ο χέστης

χιούτη (η) - χαίτη (κυρίως αλόγου), χιούτικο άλογο = αυτό που έχει μεγάλη χαίτη < χαίτη

χλάπα ή κλάπα (η) - 1. κομμάτι από ύφασμα ή άλλο υλικό, που τοποθετείται να καλύψει ένα κενό που έχει δημιουργηθεί σαν μπάλωμα ή να ενώσει κάποια αντικείμενα σαν εξάρτημα 2. έλασμα ή κομμάτι ξύλου με το οποίο συνδέουν πέτρες οικοδομής ή σανίδες < γερμ. klappe = κόβω, τεμαχίζω, αποκόπτω

χλαπακιάζω - τρώω λαίμαργα, καταπίνω μεγάλες μπουκιές < ηχοποίητη λέξη από το χλαπ χλαπάκιασμα

χλαπαταγή (η) - θόρυβος από φωνές < οχλοπαταγή < όχλος + πάταγος

χλαχλαουνία (η) - φασαρία, ανακατωσούρα < πιθανολόγηση: χλαλοή = οχλοβοή < οχλαγωγή με < ελνστ. οχλαγωγία. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά||"Από μακριά, κάτι πήρε το αφτί τους. Στο κεφαλόσκαλο που ήτανε το βαρκάκι, γινότανε χαλασμός κόσμου. Τι συναυλία ήτανε αυτή, τι χλαχλαουνία, τι σαματάς. Οι γάτες του Λαφονησιού, θαλασσινές και αυτές, εί­χανε μπουκάρει στο αμπάρι, ένα τσούρμο από δαύτες και είχανε κατασπαράξει τα δολώματα. Αγκίστρι και γάτα." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χλεμπόνα (η) - 1. υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι που έχει πάρει αρρωστημένο, χλωμό χρώμα < βυζ. χλεμπόνα 2. μτφ. το πρασινοκίτρινο φλέμα χλεμπονιάρης-α-ικο - κιτρινιάρης (από το κίτρινο χρώμα αυτού που έχει ελώδη πυρετό), γενικά ο ασθενικός που βήχει, φτύνει κ.τ.λ. < χλεμπόνα χλεμπονιάζω, χλεμπόνιασμα || "Ύστερα, αφού πιά, στεριώσανε οι μεγάλες δυνάμεις κατά τα συμφέροντά τους το χλεμπονιάρικο κράτος της ψωροκώσται­νας, οι Βατικιώτες που πέρνανε άφεση από τα πολεμικά έργα, γυρίζανε στα χωριά τους και κοντά στα άλλα παράξενα, μιλού­σανε στους συγχωριανούς, για τους ντυμένους με τα παράξενα «φράγκικα» ρούχα, που το πιό σημαντικό, το πανταλόνι, ήτανε. κολλημένο στα σκέλια, σαν να το είχανε αλειμμένο με ψαρό­κολλα και είχε γίνει ένα με το πετσί τους." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χλιμίτζα (η) - το φυτό γλιστρίδα ή αντράκλα < ; Η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται κυρίως στην Λακωνία, αν και υπάρχει και μία αναφορά από τη Θέρμη Λέσβου.

χλιμίτζουρας (ο) - 1. πολύ αδύνατος, ισχνός 2. βλάκας, γελοίος κ.λ.π. απαξιωτικά < ;

χλωρονομή (η) - η βοσκή, η χορτονομή αλλιώς, δηλαδή τα χλωρά χορτάρια < χλωρός + νομή. Από τις λίγες αναφορές της, η λέξη, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και στη Μάνη και στην Ηλεία || «...Όμως τόσοι που γίνηκαν πέσαν λεφούσια στη χλωρονομή, στάρια, κριθάρια, λαθούρια, αμπέλια, χαμόσυκα, σταφύλια, περβολικά, λαχανόκηπους και τρώγανε και τις ρίζες τους...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΡΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΤΣΑΤΙΡΕΣ» αναφερόμενος στους λαγούς που είχαν εξαπλωθεί στο Λαφονήσι.

χνάρι (το) - (ναυτ.) το σχέδιο πάνω στο οποίο φτιάχνονταν τα ξύλινα καΐκια και που στα τότε ναυπηγεία (και σε μερικά ακόμα και τώρα) ήταν σχεδιασμένο στο έδαφος του ναυπηγείου ή σχεδιάζονταν από τον καραβομαραγκό επιτόπου από την αρχή < αχνάρι < ιχνάρι < ίχνος

χόβολη (ο) - θερμή στάχτη < όψιμο μσν. χοβόλη < φόγολη < βενετ. fogolo ή από το αθοβόλι

χολιάζω - τρέφω πικρή διάθεση για κάποιον, κακιώνω, θυμώνω, οργίζομαι < ομηρ. χολόω χολιασμένος-η-ο, χόλιασμα (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) ||«Χολιάζω, ρ.αμ (εκ του) «Χολόομαι, ίδε Θυμώνω και Κακιόνω» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

χολοσκάω - 1. στενοχωριέμαι πολύ, συγχύζομαι 2. εξοργίζω, συγχύζω κάποιον < χολή + σκάω

χορήγι (το) - ο ασβέστης < ; || «Χωρύγι είναι ο ασβέστης. Η λέξη ακούγεται κυρίως στην Πελοπόννησο, αλλά όχι μόνο. Θα τη βρείτε γραμμένη και «χορήγι», όπως γραφόταν παλιότερα. Ωστόσο, σήμερα γίνεται αποδεκτή η ετυμολογία που πρότεινε ο Β. Φάβης, από το αμάρτυρο εγχώρύγιον < έγχωρος + ορύσσω. Υπάρχει και χωριό Χωρύγι, στον νομό Κιλκίς, που μετονομάστηκε έτσι το 1926· όχι τυχαία, αφού η παλιά ονομασία του ήταν Κιρίτζ/Κερέτζ (ασβέστης στα τούρκικα). Στο Χρονικό του Μορέως υπάρχει ο στίχος «με πύργους και καλά τειχέα, όλα με το χορήγι». Τον ίδιο στίχο τον μεταπλάθει ο Παλαμάς στη Φλογέρα του βασιλιά: «Κι από τη Λακεδαιμονιά, τη φουμισμένη ακόμα / πο'χει τους πύργους, τα καλά τειχιά με το χορήγι». (https://www.periergos.gr)

χουγιάζω - φωνάζω από απόσταση μεγαλόφωνα, συνήθως για να διώξω ζώα από το μέρος που βόσκουν μτφ. βρίζω, κατσαδιάζω κάποιον μεγαλόφωνα < όψιμο μσν. χουγιάζω < σλαβ. hujati < ομηρ. ιυγμός κραυγή. Στο λεξικό του Δ.Δημητράκου αναφέρεται και ως αχουγιάζω || "ΧΟΥΓΙΑΖΩ, ρήμ. μεταβ. περιγελώ υβριστικώς και παρρησία τινά, οίον όλος ο λαός τον έχούγιαξαν. Είναι όνοματοποίησις συνών. και συγγενής τού άχρήστου Ουάζω, άπό τό επιφώνημα Oυά, η Ουα, Ουάζω, Ουαίζω και Χουγιάζω" (Αδ.Κοραή Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

χούι (το) - χούγια (τα) - ιδιότητα έμφυτη ή επίκτητη, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό κάποιου, η συνήθεια, η έξη, το φυσικό του < τουρκ. huy (χαρακτηριστική φράση "πρώτα θα του βγει η ψυχή και μετά το χούι")

χουλιάρι (το) - το κουτάλι < χουχλιάρι < μτγν. κοχλιάριον, υποκρ. του κοχλίας χουλιάρα (η) = κουτάλα

χούνη (η) - μικρό ρέμα, φαράγγι < χοάνη

χουρχούλα (η) - ογκώδες βότσαλο και χουρχούλι (το) το μικρό βότσαλο χουρχουλαχιά (η) - παραθαλάσσια έκταση με βότσαλα < πιθανολόγηση : χοχλάκιον = κροκάλα (χαλίκι) υποκ. του κόχλαξ ή λόγω του θορύβου που κάνει το κύμα στις παραλίες αυτές που παρομοιάζεται με «χουρχούλισμα» δηλαδή με κοχλασμό όπως αναφέρεται πιο κάτω: «χουρχουλίζω δημ. χοχλακίζω, φουρφουλίζω» «χουρχούλισμα (το) δημ. χόχλος, χοχλάκισμα» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) . Καμία αναφορά της λέξης στο διαδίκτυο και στα ερευνηθέντα λεξικά, υπάρχουν κάποιες ελάχιστες αναφορές για το χουρχούλισμα και το χουρχουλίζω, όπως περιγράφεται στο παραπάνω λεξικό ||«Ύστερα τα απλώναμε κάτω στα χουρχούλια ή σε αντένες με τις γαύριες. Ποτέ δε βάζαμε νερό στα δίχτυα. Η θάλασσα έχει στύψη (ιώδιο) και τα καθαρίζει.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

χουχουλιάζω - θερμαίνω, ζεσταίνω κάτι με την αναπνοή μου χουχούλιασμα < από τον ήχο χου χου

χοχλιός ή κοχλιός (ο) - κοχλίας, σαλιγκάρι < μσν. κοχλιός < αρχ. κοχλίας

χόχονας (ο) - 1. δοχείο, παγούρι,φλασκί < πιθανολόγηση: αρχ. ομηρ. χοάνος (χέω) = δοχείο μέσα στο οποίο λιώνει το μέταλλο και στη συνέχεια χύνεται σε καλούπι 2. είδος θαλασινού κοχυλιού < πιθανολόγηση: λόγω της ομοιότητας με χόχονα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || "Δεν χασομέρισε, ο Γιαννόπουλος. Όπως είχε στο χέρι, γιεμάτονε τον χόχονα με το τσιριγώτικο, τονέ ζύγωσε στο στόμα του και δίχως να πάρει ανάσα, τον άδειασε στον καταπίτη το σφουγγάρισε τις χειλάρες με την ανάζέρβη, ξανατήραξε την πατερίτσα και άρχισε την ιστορία που ήθελε να ακούσει ο Δεσπότης·" (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

χραίνω - λερώνω, ρυπαίνω, μολύνω < πιθανολόγηση: αρχ. χραίνω = μιαίνω, μολύνω, κυρίως από ηθική άποψη. Από το χραίνω πιθανά προέρχεται και το χρίζω που το χρησιμοποιούμαι σαν λερώνω (χρισμένος-η-ο) και δεν έχει σχέση με χρίζω που σημαίνει αλείφω με μύρο κ.λ.π. και το οποίο προέρχεται από το αρχ. χρίω

χράμι ή χιράμι (το) - 1. χοντρό μάλλινο ύφασμα 2. μάλλινο σεντόνι 3. μάλλινη κουβέρτα με κρόσσια < τουρκ. ihram = είδος μανδύα

χρεία (η) - το χρειαζούμενο, το αναγκαίο πράγμα, αυτό που χρειάζεται να έχει κάποιος μαζί του (θα πάρω τις χρείες μου και θα έρθω) < αρχ. χρεία

χρεμέτισμα - χλιμίντρισμα < μτγν. χρεμέτισμα < αρχ. χρεμετίζω

χρέπι (το) - σαράβαλο,σακαράκα, αυτό που είναι έτοιμο για διάλυση < ;

χρυσή (η) - η ασθένεια ίκτερος «βγάζω τη χρυσή» (λόγω του χρυσοκίτρινου χρώματος που παίρνει ο ασθενής) < χρυσή

χωσιά (η) - η ενέδρα, το παραφύλαγμα, το καρτέρι < μσν. χωσία < αρχ. χώσις < χωννύω

ψάθα (η) - (ναυτ.) πανί σε σχήμα τραπεζίου με μικρότερη την μπροστινή πλευρά του και του οποίου τα 2/3 ήταν πίσω και το 1/3 μπροστά από το άλμπουρο. Παλιότερα το πανί αυτό ήταν σε χρήση στην περιοχή ιδίως σε συνδυασμό με το λατίνι, οπότε και τα σκάφη λέγονταν ψαθολάτινα < ;

ψαθολάτινο (το) - σκάφος που έχει συνδυασμό πανιών της ψάθας και του λατινιού < ψάθα + λατίνι

ψάιλα (η) - μέρος στην ύπαιθρο, όπου επιλέγεται για το στάλισμα (ξεκούραση) των ζώων, συνήθως μέρος απαγγερό, κάτω από κάποιο μεγάλο δένδρο για να έχουν και σκια < πιθανολόγηση: αρχ.ψάω αγγίζω ελαφρά, ψαύω απαλά, τρίβω, κάνω κάτι λείο, ομαλό - ψαίω=ψάω με την έννοια του κοπανίζω, κατατρίβω, αποτρίβω. Το μέρος αυτό ήταν πάντα ομαλό, με σχεδόν λείο έδαφος και τριμμένο χώμα, αφού φρόντιζαν για αυτό και τα ζώα και πιθανά γι αυτό του δόθηκε η ονομασία ψάιλα. Επίσης ως ψάιλα, λέγονται και τα τρίμματα, τα ψίχουλα, τα υπολείμματα τροφών «τρώγε προσεχτικά μη κάνεις ψάιλα». Η λέξη με καμία από τις παραπάνω έννοιές της, δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Στην αρχή δεν είχανε στάβλους και τα ζωντανά σταβλίζονταν στις σπηλιές το χειμώνα και το καλοκαίρι στην ψάιλα ή στη στρούγκα» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

ψαμάθι (το) - η αμμώδης παραλία < ομηρ.ψάμμος = άμμος (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, η Ψαμάθη ήταν μία από της Νηριήδες, νύμφες που προσωποποιούσαν τις καταστάσεις και τα χαρακτηριστικά της θάλασσας και πιθανόν το όνομά της έχει την ίδια ρίζα, το ψάμμος και ψάμαθος (ποιητική μορφή του ψάμμος)

ψαρακούνα (η) και ψαρακούνι (το) -με το επίθετο αυτό περιγράφουμε κάποιον γυμνό κυριολεκτικά ή μεταφορικά < πιθανολόγηση: ψάρι (γυμνός όπως το ψάρι) + ούνα και ούνι που το πρώτο υποδηλώνει το μεγάλο (μαλλιακούνα κ.λ.π.) και το δεύτερο το μικρό (σχολειταρούνι, μαχταρούνι κ.λ.π.). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Επίσης, και για τον άνδρα, χρησιμοποιείται συνήθως μια από τις δύο αυτές λέξεις || «Όταν η νύφη δεν είχε πολύ ρουχισμό λέγανε: «Που, που μπίτι ψαρακούνα (γυμνή), μια κουτουμαδίτσα ρούχα πήρε.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

ψαρής ή ψαρός-η-ο - 1. αυτός που είναι άσπρος αλλά και με πολλές και πυκνές μαύρες τρίχες, γκρίζος, σταχτής 2. συνηθισμένη ονομασία γκρίζου αλόγου < αρχ. ψαρός = στικτός κατά τη σημ. του ψαρής |"ΨΑΡΟΣ, επίθ. αρσ. είδος χρώματος από τον Ψάρον, το όρνεον, του οποίου το σώμα είναι κατάστικτον από διάφορα χρώματα. « Ψαροί, ποικίλοι είδος χρώματος » λέγει ο Ησύχιος 2. Ψαρόν, Δ. και συνθ. Ψαρογένην, Σ.(Ψαρογένειο») ονομάζομεν και τον Πολιόν, όταν ή Ψαρότης φαίνεται εις το γένειον, Εκ τούτου και ρήμ. αμετάβ. Ψαρίζω, Σ. γίνομαι ψαρός Πολιούμαι" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

ψαροπούλα (η) - 1. μικρό αλιευτικό σκάφος, ψαρόβαρκα, ψαροκάικο 2. μηχανοκίνητο σκάφος που περνούσε από συμφωνημένα μέρη και έπαιρνε για μεταπώληση τα ψάρια των ψαράδων, τα καΐκια των οποίων δεν είχαν μηχανή και αργούσαν, μετά το ψάρεμα, να επιστρέψουν με τα πανιά ή τα κουπιά στο λιμάνι και στην αγορά < ψάρι + πουλώ ή υποκορ. της ψαρούς;

ψαφάκα (η) - η στρογγυλεμένη μεγάλη πέτρα, το στρογγυλεμένο μεγάλο χαλίκι < ομηρ.ψηφίς = το μικρό λιθαράκι < ψαύω = τρίβω, κάνω κάτι δια της τριβής λείο και ομαλό (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Η λέξη δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται κάπου αλλού και σχετικά με τα τοπωνύμια της περιοχής, πιθανολογείται ότι η «Ψαφάκα» προέρχεται από κάποια μεγάλη λεία πέτρα και το «Ψαφάκι» από τη σύσταση του εδάφους της περιοχής ||«ψαφαρός-α-ον 'ψάω'. ίων. ψαφερός-η-ον ''Ιππ. 270,33) εύθρυπτος, δυνάμενος ευκόλως να κονιοποιηθή, αραιός τήν σύστασιν, σαπρός, κοκκώδης: Αισχ/Επτ.323 φαφαρά σποδός, ΑΠ 7,3)5 ψαφαρά κονίη '' επί εδάφους, ό αμμώδης ή ο έχων έχων ξηράν, ρηγματώδη επιφάνειαν : Θεόφρ. 018,2,11 λεπτόγεως και ψαφαρά χώρα* έν άντιθ. προς τό αγαθός : αύτ.ΦΙ 8,9,1 '' τό θηλ. ώς ουσ. ψαφαρή (ένν. νπ) αμμώδης παραλία έν άντιθ. προς τό άλς : ΑΠ 12,145 έπ) ψαφαρήν άλα αντλείν» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

ψιάδα (η) - η λεπτή σταγόνα βροχής, η ψιχάλα, το ψιχάλισμα < ομηρ.ψιάς (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη, κυρίως τη συναντάμε σε παλιά συγγράμματα || «ψιάς-άδος (η) ψακός, ψεκάς, ρανίς, σταγών:Ίλ. Π 459 αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχκυεν έραζε Ζεύς), Ήσιοδ.Α384 ψιάδας βάλεν αίματοέσσας σήμα τιθείς πολέμοια έω μεγαθάρσει» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

ψίδι (το) - το μπροστινό επάνω μέρος στην μύτη ενός παπουτσιού < μεσ. Ελλ.αψίδιον, υποκοριστικό του αρχαίου ελληνική ἀψίς || «...Τα πατούμενά του με φόλες και ψίδια που η πολυκαιρία τα είχε αφανίσει και αυτά, όπως, αφανίζεται κάθε τι το υλικό σε αυτόνε τον ψεύτικο ντουνιά και δείχνανε να βρίσκονται στο τε­λευταίο στάδιο της ύπαρξής τους....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΛΕΚΟΣ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ»)

ψιμάρι ή ψουμάρι (το) - 1. το όψιμο, το αργοπορημένο. Συνήθως σημαίνει το καθυστερημένα γεννημένο αρνί ή κατσίκι 2. μτφ. άνθρωπος μωρόπιστος, αφελής < όψιμος. Με πρώτο συνθετικό τα ψιμο σχηματίζονταν πολλές λέξεις όπως: ψιμόγεννη, ψιμόγαλα , ψιμοκαλόκαιρο, ψιμόβροχο, ψίμιες (παράταση εποχής), ψιμόφερτος, ψιμομπάτης, ψιμοπαίδια κ.λ.π.

ψιμυθευτός-η-ο - καλλωπισμένος, ελκυστικός < ψιμυθεύω < ψιμύθιον = πούδρα, κάθε καλλυντικό

ψιφούρα ή ψηφούρα (η) - η λιποθυμική κατάσταση κάποιου που χάνει προς στιγμή τις αισθήσεις του < μτγν. ψέφας-αος = το σκοτάδι (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) < αρχ. ψέφος-εος = το σκοτάδι. Σπάνιες αναφορές της λέξης, στη σελίδα (https://frikipaideia.wikia.com)  αναφέρεται ότι η λέξη χρησιμοποιείται και στη Μάνη || "Τάχασε εκείνη, της ήρθε ψηφουρά και ψεύδιζε. Να, λέει, μπάρμπα, να. Λάκισε το κουνέλι μου και ψάχνω να το ξετρουπώσω." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

ψιψιρίζω - εξετάζω με υπερβολική προσοχή, με σχολαστικότητα < ονομ. λέξη από τον ήχο ψι-ψι με επίδραση πιθανά του ψειρίζω = ψάχνω για ψείρες ψιψίρης-ω-ικο, ψιψίρισμα

ψυχανεμίζομαι - διαισθάνομαι, προαισθάνομαι< ψυχή - ανεμ (άνεμος) - ίζομαι ψυχανέμισμα

ψωμοσάκουλο (το) - μτφ. το στομάχι, η κοιλιά < ψωμί + σακούλα

ωκύαλος-η-ο (το) - αυτός που πλέει γρήγορα (ωκύαλο σκάφος) - το σκάφος που αρμενίζει πολύ γρήγορα, το ταχύπλοο, το γοργοτάξιδο < ομηρ. ωκύς = ταχύς + αλς = θάλασσα (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη που συναντάμε κυρίως σε παλιά συγγράμματα (υπάρχει και ονομασία ταχύπλοου σκάφους το Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και καταστημάτων στη Σίφνο και αλλού).

ωκυάμορος-η-ο ή ωκύμορος- αυτός που πεθαίνει νέος < ομηρ. ωκύς = ταχύς + μόρος = πεπρωμένο, αυτό που καθορίζει η μοίρα (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη που συναντάμε κυρίως σε παλιά συγγράμματα.

ωκύπορος-η-ο - αυτός που πορεύεται γοργά, ο γοργοτάξιδος < ομηρ.ωκύς = ταχύς + πόρος = το πέρασμα (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ. ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη, που συναντάμε κυρίως σε παλιά συγγράμματα.

ώλκα (η) - 1. η αυλακιά που γίνεται από το υνί του αλετριού κατά το όργωμα 2. το αυλάκι στο οποίο κυλάει νερό για πότισμα < ομηρ. ώλκα, ωλξ (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη, που συναντάμε κυρίως σε παλιά συγγράμματα.

ωμαδίς - πάνω στον ώμο < ομηρ. ώμος (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Σπάνια σε χρήση λέξη, που συναντάμε κυρίως σε παλιά συγγράμματα.

ώριος-α-ο - ωραίος < ωραίος