Σ(2η)

σκαντζάρω ως σπραΐδι

σκαντζάρω - αλλάζω, αντικαταστώ < ιταλ. scansare σκαντζάρισμα ή σκάντζα, σκαντζαρισμένος-η-ο

σκαντζίκι (το) - φαγώσιμο χόρτο < αρχ. σκάνδιξ

σκαντζογοπί ή σκατζογοπί (το) - η μικρή γόπα (ψάρι) (γέμισαν τα δίχτυα σκαντζογοπί) < πιθανολόγηση: ιταλ. scacciare = πετώ έξω, διώχνω, απομακρύνω ή ιταλ. scarco = λιγοστός ελλειπής ή σκάρτο + γοπί

σκαπετάω ή σκαπετώ - τρέχω και εξαφανίζομαι, δραπετεύω, ξεγλιστρώ, γλιτώνω σκαπέτισμα, σκαπετισμένος-η-ο < ιταλ. scappare || «Έκοψε εκείνος τα πόδια στο νώμο και όσο να πεις, αφέντη μου Χριστέ, είχε σκαπετήσει πέρα από τις Πηλάλες. Πήρε μιά ανάσα, σταυροκοπήθηκε, έταξε κεριά, λαμπάδες.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκαπουλάρω - 1. δραπετεύω, διαφεύγω, ξεγλιστρώ 2. απαλλάσσομαι από κάποιο κίνδυνο, σώζομαι, γλιτώνω < ιταλ. scapolare σκαπουλάρισμα, σκάπουλος (ο) - (ναυτ.) ο ναύτης που είναι έτοιμος να φύγει και να παραδώσει βάρδια στον επόμενο < βεν. scapolo

σκαρίζω - 1. (για πρόβατα ή κότες) βόσκω, ψάχνω για τροφή. 2. οδηγώ κοπάδι στη βοσκή < ελνστ. σκαρίζω = αναπηδώ || «σκαρίζω (σκαίρω) Μτγν., μσν, κ. δημ. ασκαρίζω, πηδώ, αναπηδώ, σκιρτώ, πάλλομαι ......<σκαρίζεται* ταράσσεται* βράζει»- 2) δημ. συνήθ. Επί ζώων, εξέρχομαι εις βοσκήν 3) δημ. μτβ, επί ποιμένων, εξάγω το ποίμνιονεις βοσκήν ...... 4) ρηματ.π. σκαρισμός. (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «Ο τρύγος βάσταγε μια βδομάδα. Γι αυτό παίρνανε εκεί που θα τρυγάγανε πολλά φαγιά, λαχανικά, αυγά, ελιές, τυρί, τα ζα τους, στρώματα, σεντόνια, μπατανίες και τα μαρτίνια, γίδες, προβατίνες για να τα σκαρίσουνε.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

σκαρμός (ο) - 1. ξύλινο ή σιδερένιο στήριγμα πάνω στο οποίο δένεται με θηλιά το κουπί 2. είδος ψαριού με κυλινδρικό σχήμα σαν του σκαρμού της βάρκας < μσν. σκαρμός < αρχ. σκαλμός < σκάλλω

σκαρμώνω - ερεθίζομαι σεξουαλικά (άνδρας), έχω στύση < σκαρμός σκάρμωμα, σκαρμωμένος-ο. Σπάνιες αναφορές της λέξης, η μία προερχόμενη από Κρήτη, χωρίς επεξήγηση και η άλλη από τους Φούρνους Ικαρίας με την ίδια έννοια.

σκαρμούτσος (ο) - αυτός που έχει συχνά σεξουαλικούς ερεθισμούς < σκαρμώνω < σκαρμός

σκαρπέλο (το) - ξυλουργικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και λάμα από ατσάλι, με το οποίο γίνονται κοιλώματα στις ξύλινες επιφάνειες, η σμίλη < ιταλ. scarpello

σκάρσο (το) - στο περίπου, σκάρτο (σκάρσο κιλό - σκάρσα πενήντα) < πιθανολόγηση: ιταλ. scarco = λιγοστός, ελλειπής. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται αυτή να χρησιμοποιείται και στα Εφτάνησα.

σκάρφα (η) - η γλίδα, η ακαθαρσία, η βρομιά που σχηματίζεται από λιπαρές ουσίες ή από ιδρώτα στο σώμα του ανθρώπου, αποτέλεσμα απλυσιάς < ομηρ. κάρφος = το κομματάκι ξερού χόρτου κ.λ.π., γενικά το ξεραμένο μικρό κομμάτι φυτικής ύλης < κάρφω = καταξεραίνω, μαραίνω, ρυτιδώνω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σκαρώνω - 1. βάζω το σκάφος στις σκάρες (το σέρνω στη στεριά) 2. μτφ. από λάθος χειρισμό πάω το σκάφος στα ρηχά με αποτέλεσμα να βρει κάτω 3. μτφ. σχεδιάζω, φτιάχνω ένα σχέδιο στο μυαλό μου 4. φτιάχνω, κατασκευάζω φρ. έχω κάτι στα σκαριά = έχω ξεκινήσει να φτιάχνω ή να σχεδιάζω κάτι σκάρωμα, σκαρωμένος-η-ο, σκαρί (το σκαρί του σκάφους) < σκάρα || «......Είχε όμως κάτι άλλο, ο μπάρμπα-Μίμης, που κανένας άλλος δεν μπορούσε να του παραβγεί. Με το καράβι της γραμμής κου­βαλούσε από τον Πειραιά, βαρελάκια με μπύρα και κοτσάριζε «πάνω τους τα μαραφέτια με τους σωλήνες και τις κάνουλες που είχε σκαρώσει.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκατζία (η) - ράφι (συνήθως της κουζίνας) ή έπιπλο με ράφια (μόνο στα Εφτάνησα συναντιέται) < βεν. scanzia. Σπάνιες αναφορές της λέξης, μία σε Διδακτορική Διατριβή της Ερμιόνης Κοροσίδου-Καρρά του Πανεπιστημίου Θεσ/κης με θέμα «Τα Ρομανικά (Ιταλικά-Γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου» (https://ikee.lib.auth.gr/record/2338/files/gri-2003-127.pdf) όπου γράφεται ως σκατζία και ακόμα μία, πάλι από τη Ζάκυνθο, όπου γράφεται ως σκαντζία στη σελίδα (https://imerazante.gr/2015/01/14/94620)

σκατοέργατος-η-ο - 1. αυτός που κάνει άσχημες πράξεις, διαολιές κ.λ.π., που «δεν χρωστά να κάνει καλό» 2. ο σατανάς < σκατό + έργο. Μοναδική αναφορά της λέξης, σε διπλωματική εργασία στο μεταπτυχιακό του ΑΠΘ της Ελένη Καρασαββίδου (Παιδική Λογοτεχνία και Μετανάστευση: απεικονίσεις του «άλλου» στο νεανικό μυθιστόρημα, «Κάποτε ο κυνηγός» της Ελένης Σαραντίτη) όπου σχολιάζεται και η λέξη την οποία χρησιμοποιεί η συμπατριώτισσά μας, Ελένη Σαραντίτη, στο βιβλίο της || «Ήτανε κατακαλόκαιρο. Δεν ήξερε, τότε, ο κόσμος, ούτε ρά­δια, ούτε τηλεόρασες, ούτε κακοχρόνους, ούτε Ε.Μ.Υ., ούτε σκατοέργατους να τσαμπουνάνε για τον καιρό και να τα θαλασ­σώνουν. Το πετσί του ανθρώπου ήτανε μπούσουλας.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκελέα (η) - σώβρακο, συνήθως μακρύ κάτω από τα γόνατα < αρχ. σκελέα < σκέλος

σκελίδα (η) - καθεμία από τις επιμήκεις λωρίδες που σχηματίζουν τον αποξηραμένο καρπό του σκόρδου < μσν. σκελίδα < ελνστ. σκελίς

σκεμπές (ο) - 1. το φασκιωμένο παιδί 2. καθετί που γέρνει, έχει κλίση προς τα μπρος 3. το στομάχι, η κοιλιά < τουρκ. iskembe || «Φάσκιωσε τον σκεμπέ, σα νάτανε παιδί, του κοτσάρισε τη σκούφια και τη σαλιάρα και με την ίδια σβελτάδα βούτηξε από άλλη φραγή, φουστάνες και σουρτούκα και ντύθηκε ο ίδιος διακονιάρα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκερβελές (ο) - τεμπέλης, ανεπρόκοπος, χαμένο κορμί < ίσως γαλλική ecervele = ανεγκέφαλος ή < σικερβελές < τουρκ. siker velet = παιδεραστής ή asker velet = μπάσταρδο του φαντάρου ή αρχ. σκέρβολος = κακολόγος

σκιάζαρος ή σκιάτζαρος (ο) - το σκιάχτρο που έφτιαχναν στα χωράφια και στα αμπέλια για να φοβούνται τα πουλιά < σκιάζω. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται κυρίως στη Πελοπόννησο || «Το παρακολουθούσανε μέχρι που γυάλιζαν (ροδοκοκκίνιζαν) τα σταφύλια του Αϊ-Λιός (20 Ιουλίου). Στα αμπέλια βάζανε σκιάζαρους...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

σκιτζής ή σκιντζής (ο) - 1. αυτός που επιδιορθώνει παλιά παπούτσια, μπαλωματής 2. κακότεχνος, αδέξιος τεχνίτης < τουρκ. eskici

σκληρίζω - στριγγλίζω, τσιρίζω, βγάζω γοερή κραυγή σκλήρισμα < σκληρία, σκληρός

σκλιμέος (ο) - ο γυμνοσάλιαγκας < ; Από τις σπάνιες αναφορές της λέξης, φαίνεται αυτή να χρησιμοποιείται και στη Μάνη.

σκολοπίζω - 1. μπήγω παλούκια κάπου 2. ανασκολοπίζω, παλουκώνω κάποιον 3. -ομαι, α) τρυπιέμαι από παλούκι β) ανασκολοπίζομαι < μτγν. σκολοπίζω < σκόλοψ

σκολοπίτσα (η) - σαρανταποδαρούσα < πιθανολόγηση: αρχ. σκόλοψ, -οπος, ὁ, I. 1. πάσσαλος που έχει αιχμηρή απόληξη, παλούκι, σούβλα, σταυρός, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ.· στον πληθ. σκόλοπες, συστάδα από πασσάλους, περίφραξη από πασσάλους, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. αγκάθι, αγκίδα, σε Βάβρ., Κ.Δ. II. δέντρο, σε Ευρ. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά ||'' ...Την παρακάτω προσευχή την έλεγαν μεγάλοι και μικροί όταν διανυκτέρευαν στο θέρο ή στα χωράφια: Άγιε μου Γιώργη από τη Χιο και Παναγια από το Καμπάνι, δένε και χαλίνωνε τον αστρίτη, το δεντρίτη, το μικρό το γαργαλίτη, την οχιά τη δεντρογαλιά το σκορπίδι μέχρι σκολοπίτσα..."(ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "Στοιχεία Λαϊκού Πολιτισμού")

σκορδόπιστος-η-ο - αυτός που δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης, ο άπιστος εραστής < σκόρδο + πιστός

σκορδοστούμπι - 1. το σκορδόξιδο 2. φαγητό από ψητό κρέας με σκόρδο < σκόρδ(ο) -ο- + στουμπ(ώνω

σκορτσάρω - 1. τραντάζομαι, τινάζομαι 2. ενώ είμαι καθηλωμένος κάνω κινήσεις να ξεφύγω, προβάλλω αντίσταση σε κάποια δύναμη, βάζω κόντρα 3. για μηχανές όταν δουλεύουν άτσαλα, κλωτσώντας, συνήθως μετά το άφημα του συμπλέκτη ή κάνοντας διακοπές < πιθανολόγηση: ιταλ. scorta = συνοδεία, ένοπλη φρουρά, μτφ. άμυνα, προστασία ή scuotore = συγκλονίζω, τραντάζω σκορτσάρισμα, σκόρτσα, σκόρτσο

σκότα (η) - σκοινί με το οποίο τεντώνουν τα πανιά της βάρκας < ιταλ. scotta

σκότεινος-η-ο - στεναχωρημένος, βουρκωμένος, βασανισμένος < σκοτιδιάζω < σκοτεινιάζω

σκοτία (η) - 1. το σκοτάδι 2. η καταχνιά 3. μτφ. ζάλη, χάσιμο των αισθήσεων 4. σε μαστορέματα, προσθήκη στις άκρες κομμένων υλικών, ξύλου, αλουμινίου κ.λ.π., ώστε να κρύψει τυχόν ατέλειες της τομής, ή της ένωσής τους με τον τοίχο κ.λ.π. < μτγν. σκοτία < σκότος

σκουλαμέντο (το) - βλενόρροια < ιταλ. scolamento = ροή

σκουλάρω - (ναυτ.) αδειάζω τα νερά που έχουν μπει στο σκάφος < ιταλ. scolare = αδειάζω, στραγγίζω σκουλάρισμα

σκουλικιάρης-ιάρα-άρικο - μτφ. ο ύπουλος, ο πρόστυχος, ο πονηρός < σκουλίκι

σκούλος (ο) - 1. το πίσω μέρος του μεταλλικού τμήματος σκεπαρνιού, τσεκουριού κ.λ.π., άλλοτε τετράγωνο άλλοτε κοίλο 2. μτφ. το πάνω μέρος της φτέρνας του ποδιού < πιθανολόγηση: αρχ.σκολιός-ά-όν, αυτός που έχει λυγιστεί, περιπεπλεγμένος, συνεστραμμένος, ελικοειδής, λοξός, γυριστός, καμπύλος, κυρτός. Λέξη με ελάχιστες αναφορές, από τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Κρήτη και στις Κολλίνες Αρκαδίας|| «Με το σκεπάρνι για να βγαίνει ίσια δεν το βαράνε έτσι, παρά βρίσκει και ο σκούλος. Βρίσκει εκεί και παίρνει λίγο, αλλιώς μπορεί και να σκιστεί εντελώς» (Τ.Ε.Ι. Ηπείρου Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Θέμα: Κοινωνικές μεταλλάξεις και ταυτοτικά σύμβολα: Η περίπτωση της λύρας στην Ελαφόνησο Λακωνίας 1930-1960. Της σπουδάστριας: Τζερεφού Ν. Αντωνίας Επόπτρια Καθηγήτρια: Μάργαρη Ν. Ζωή)

σκουλουμούντρια - μαλλιά κουβάρια, άνω κάτω, κουτρουβαλώντας σκουλουμουντρίζω < μσν. κουλουμουντρίζω και σκουλουμπουρθάω. Η λέξη ως σκουλουμούντρια και σκουλουμουντρίζω δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού, ενώ συχνότερα φαίνεται να χρησιμοποιείται ως κουλουμουντρίζω στην Κρήτη αλλά και στη Μεσσηνία.

σκουμίζω - αδειάζω, καθαρίζω, παστρεύω. Συχνή χρήση της λέξης στην περιοχή μας κυρίως από τους ψαράδες της τράτας, αφού το σκούμισμα της τράτας γινόταν σε καθημερινή βάση μετά το ψάρεμα, για το καθάρισμα του διχτυού από τα φύκια και τις βρωμιές που μένουν μετά το ξεψάρισμα σκούμισμα, σκουμισμένος-η-ο- < πιθανολόγηση: αρχ. κομίζω = φροντίζω, περιποιούμαι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. Μοναδική αναφορά της λέξης, προερχόμενη από την Κορωνίδα Νάξου αλλά με την έννοια του μαζεύω.

σκούνα (η) - δικάταρτο ιστιοφόρο καράβι < ιταλ. scuna < αγγλ. schooner

σκουντούφλα (η) - 1. συννέφιασμα, σκοτείνιασμα του ουρανού, μαυρίλα πριν τη βροχή 2. σκόνταμα < μσν. σκόντουφλον < σκότος + τύφλα σκουντούφλης-α-ικο = μτφ. κατσουφιασμένος, κακόκεφος

σκουντουφλίζω ή σκοντουφλώ - σκοντάφτω παραπαίοντας λόγω ζαλάδας, μέθης, νύστας κ.τ.λ < σκοντάφτω + τυφλός || «Το Σκοτούφλα, όθεν έπλάσθη και το Σκοντούφλα, τό Σκόνδαμμα (Ζ. Σκονδάπτω), πιθανόν ότι έσυγκόπη από το Σκοτοτούφλα, επειδή και το άπλούν Τούφλα, Σ. έχυδαίσθη από το Τύφλα.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

σκουντρίζω ή σκουντράω-ω - τσουγκρίζω, τρακάρω < σκουτάριον σκούντριγμα ή σκούντρισμα. Λίγες αναφορές  της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται όμως σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως στη Μαγνησία, στη Λέσβο στη Σύρο, στην Κέρκυρα καθώς επίσης τη χρησιμοποιεί και ο Καζαντζάκης. Κατά τον Άρη Στουγιαννίδη (www.stougiannidis.gr) προέρχεται ως εξής: «...... το σκουτάριον είναι το υποκοριστικό του σκούτα (η) : Η ασπίδα των ανδρών του βαρέος πεζικού του Βυζαντινού στρατού...... Το σπάνιο ελληνικό ρήμα σκουντρίζω είναι ίσως άσχετο από το σκουντώ και σχετικό με το σκούτα. Ετυμ. από το λατινικό scutum < από το Ελληνικό Σκύτος... Έχει την έννοια του τσουγκρίζω......».Υπάρχει και το ιταλικό scontrare = έρχομαι σε σύγκρουση και scontro = συνάντηση, σύγκρουση.

σκουράντζο (το) - η καπνιστή ρέγγα < πιθανολόγηση: ιταλ. scurirsi = μαυρίζω, γίνομαι πιο σκούρος

σκούρμα (η) - σκόνη, σκόνη από αποκαΐδια < ; Σπάνιες αναφορές της λέξης, η μία προερχόμενη από την Αράχωβα ||"Αυτό, έγινε, με σκοπό να φάει το δόλωμα ο «Αβέρωφ», να ξεκόψει από τη μπούκα του Ελλησπόντου και να το κυνηγήσει, για να μην κάνει σκούρμα με τα κανόνια του την παραλιακή Ελλάδα." (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σκουτέλα (η) - πιατέλα ή γαβάθα φτιαγμένη από πηλό < λατιν. scutella

σκουτί (το) - 1. χοντρό ύφασμα φτιαγμένο συνήθως από μαλλί 2. σκουτιά- τα ρούχα ή τα εσώρουχα < σκυτίον < του αρχ. σκούτος = αργασμένο τομάρι

σκράπας (ο) - αυτός που δεν έχει ιδέα για κάτι, βλάκας < αγγλ. scrap = ελάχιστο ή άχρηστο κομματάκι

σκρόφα (η) - 1. μεγάλο θηλυκό γουρούνι, που έχει γεννήσει, γουρούνα 2. μτφ. α) πόρνη, γυναίκα που ζει από την πορνεία β) συνεκδ. γυναίκα ξεπεσμένη ηθικά < λατ. scrofa

σκύβαλο (το) - το σκουπίδι, το σαρίδι, το φρόκαλο, ό,τι απομένει ύστερα απ' το κοσκίνισμα του σιταριού ή άλλων δημητριακών < μτγν. σκύβαλον

σκυλοπνίχτης (ο) - σκάφος κακής κατασκευής, παλιό ανασφαλές και επικίνδυνο < σκύλος (συχνά υβριστικό πρώτο συνθετικό) + πνίχτης

σκύρο (το) - συντρίμμι πέτρας, χαλίκι < μτγν. σκύρος

σμέουρο (το) - ο καρπός της σμεουριάς (είδος βάτου)

σμερδός-η-ο - μειωτικός χαρακτηρισμός ατόμου για άτομο κακότροπο στην κοινωνική του συμπεριφορά, αλλά και με ροπή προς παράνομες ερωτικές δραστηριότητες < ομ.σμερδνός = φρικτός, φρικαλέος, ο φοβερός στην όψη ή στην ακοή (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) σμερδάκι - το παιδί που γεννιόταν νεκρό και το έθαβαν εκτός νεκροταφείου και που σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη, επειδή θάβονταν αβάπτιστο και αδιάβαστο (χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία), γινόταν βρικόλακας, φρικτή και τερατώδης δηλαδή μορφή. Στη σελίδα του Κέντρου Λαογραφίας με χρόνια καταγραφής το έτος 1894 και τόπο την Λακωνία από τον συλογγεά Κ.Νεστορίδη αναγράφεται: «Σμερδάκι ασθένεια τη ποιμήν εκ στοιχειών προερχομένη και ιδία εκ νηπίων άτινα αβάπτιστα αποθνήσκοντα παρουσιάζονται ως πονηρά πνεύματα, πνίγοντα τα πρόβατα. Έχον μορφήν κυναρίον ή γαλής (σμερδός = διεστραμμένος, κακοποιός - παρ' Ησυχίου σμέρδος= δύναμις, όρμημα» (https://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/297955). Επίσης σμερδός λέγεται ο μπασταρδεμένος σε ράτσα ή σε χαρακτηριστικά, όπως αναλυτικά περιγράφεται πιο κάτω: «Το δε όνομα Σμερδάκι και κατά πραφθορά σμιδράκι, σμιθράκι, παράγεται εκ το επιθέτου σμερδός, (-η-ο), όπερ είναι αυτό το αρχαίον σμερδνός, του οποίου βεβαίως θα υπήρχε και τύπος σμερδός, ως ελέγχουσι τα σμερδαλέος, σμέρδος, ευσμέρδης. Η κυρία δε σημασία του επιθέτου εκείνου είναι παραπλήσια προς την του αρχαίου, διότι σημάινει το δύσκολον, χαλεπόν, κακόν. Δευτέρα δε σημασία είναι ή του νοθογέννητου, προελθούσα εκ των δημωδών δοξασιών. Επειδή πιστεύεται ότι τα νοθογέννητα παιδιά θνήσκοντα μεταβάλλονται εις δαιμόνια λυμαινόμενα τα πρόβατα, εκλήθησαν δια τούτο σμερδά και υποκοριστικήν κατάληξιν σμερδάκια, οιονεί σμερδαλέα, δεινά, φοβερά. Εκ της σημασίας ταύτης παρήχθη ετέρα ή διγενούς, του απότοκου κοινογονίας και συμμίξεως δύο γενών ζώων, οίον γουρούνι σμερδό, το εκ δύο γενών χοίρων γεννηθέν, αρνί σμερδό μισοκαραμάνικο, το εκ συμμίξεως κριού της Καραμανίας και προβατινάς εντοπίου ή τανάπαλιν γεννηθέν αρνίον. Και επί ανθρώπων δε λεγόμενον το σμερδός σημαίνει τον γεννηθέντα εκ γονέων δύο διαφόρων εθνικοτήτων. Τρίτη δε σημασία, συναφής προς ταύτην είναι η του διχρώμου ή ποικιλοχρώμου, οίον φοράδα σμερδή, ίππος έχουσα πλην του κυρίου αυτής χρώματος και λεπτά στίγματα επί του δέρματος, σμερδή κατσούλα, δίχρωμος ή παρδαλή γάτα, ομοίως και αλουπού σμερδή, κουνέλι σμερδί, σμερδό τραΐ μαλτέζικο στικτός τράγος μελιταίου γένους...» (Νικόλαος Γ.Πολίτης «ΜΕΛΕΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ». Για τη λέξη υπάρχουν ελάχιστες αναφορές από τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Αρκαδία καθώς και στην Κορινθία.

σμιγάδι (το) - ανακάτεμα σιταριού και κριθαριού και το προερχόμενο από το ανακάτεμα αυτό αλεύρι < σμίγω || «Η κτηνοτροφία αυτού του τύπου την παλιότερη περίοδο συνδυαζόταν με μια υποτυπώδη γεωργία, καλλιέργεια κυρίως δημητριακών σταριού και κριθαριού, για να φτιάχνουν το γνωστό σμιγάδι, και λίγου καλαμποκιού τα τελευταία χρόνια.» (Ελευθέριος Αλεξάκης - «Από το βουνό στη θάλασσα-Κτηνοτροφία, γεωργία και αλιεία στα Βάτικα»)

σμιγός-η-ο - ο μικτός, ο ανακατωμένος (σμιγό ψωμί = το ψωμί που είναι φτιαγμένο από διάφορα αλεύρια και όχι από καθαρό σιτάρι) < πιθανολόγηση: αρχ. συμ-μῐγής, -ές (μίγνυμι), 1. αυτός που έχει αναμειχθεί με κάποιον άλλο, ανάμεικτος, σύμμεικτος, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ. 2. με δοτ., αναμεμειγμένος, ανακατωμένος, σε Αισχύλ.

σμούγα (η) - "*σμούγα, η, έδαφος υγρό και λα­σπερό, πηγή με λίγο νερό που βγαίνει μέσα από το λασπερό έ­δαφος. π.χ. Από τις σμούγες δε βγαίνει καλό νερό (Αρχ. λέξεις σμήχω, σμήγμα). *σμουγονέρια, τα, τα νερά που αναλείχουν μέσα από τις σμούγες.(ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") . Η λέξη δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού αν και υπάρχει σχετικό τοπωνύμιο στην Μάνη. Στην περιοχή μας τοποθεσία με το όνομα αυτό υπάρχει στο Μεσοχώρι. Οι έννοια των αρχαίων λέξεων σμήχω και σμήγμα που αναφέρονται πιο πάνω, είναι σφουγγίζω και καθαρίζω, αποτρίβω με τη βοήθεια σαπουνιού ή καθαριστικής αλοιφής, πλένω, σε Ομήρ. Οδ.II. καθαρίζω  και σαπούνι ή καθαριστική αλοιφή αντίστοιχα και δεν ξέρω αν η λέξη προέρχεται από αυτές ή πως μπορεί να συνδυαστεί με αυτές, οπότε το πιο πιθανό είναι να προέρχεται από το σμιγός < συμμιγής

σμουλιάζω - μαζεύομαι, δίχως να μιλώ, δίχως να κινούμαι < πιθανολόγηση: μουλώ(χ)νω || «......Σμούλιαξε, δεν έβγαλε τσιμουδιά. Έμεινε εκεί μέχρι που πήρε τέλος ο πόλεμος.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σμπούρλο (πήρε σμπούρλο) - 1. φωτιά 2. μτφ. θυμός, μανία < πιθανολόγηση: μπούρλο < μπουρλότο. Η λέξη ως σμπούρλο δεν αναφέρεται πουθενά, υπάρχει μία αναφορά προερχόμενη από Λευκάδα, ως μπούρλο με την ίδια έννοια || «Πήρε σμπούρλο και ο Βροντάς. Άλλα πουπούουου και συφοριάσματα, εκεί. Να γίνεται ένα ανακάτωμα του κόσμου, ένα αλογογύρισμα σε μαγκανοπήγαδο και όλο να φεύγουν και πά­ντα να πισωπατάνε στα ίδια και να μην ξέρουνε, για πού να βά­λουνε πλώρη, να σωθούνε.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σοϊλής-ου-ιδικο - από καλό σόι, ευγενικής καταγωγής < τουρκ. soylu σοϊλίδικος-η-ο - από καλή γενιά, ράτσα (ζώα, φυτά) || «Ήτανε βαρβάτος γάιδαρος, σοϊλίδικος, άξιο ζωντανό. Έκα­νε, λοιπόν, τα ,σεργιάνια του και τις δουλειές του, είχε και το διάφορο. Δόξα τω Θεώ!» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σόκορο (το) - 1. το κόψιμο των ξύλων κόντρα στις ίνες του, η κάθετη τομή 2. ταινία ή λεπτή λωρίδα ξύλου η οποία που χρησιμοποιείται για να καλύψει τις άκρες των κομένων αυτών επιφανειών < ;

σοπάκι (το) - ξυλοφόρτωμα, ξυλοδαρμός < τουρκ. sopa = ρόπαλο, γκλοπ

σορόκος ή σιρόκος (ο) - νοτιοανατολικός άνεμος σοροκολεβάντες (ΝΑΑ), οστριασιρόκος (ΝΝΑ) < ιταλ. scirocco σοροκάδα ή σιροκάδα = δυνατός σορόκος σοροκάλι ή σιροκάλι = ελαφρός σορόκος

σορολόπ (το) - (το ρίχνω στο) σορολόπ = συμπεριφέρομαι ανέμελα και αδιάφορα, κάνω ότι μου έρχεται στο μυαλό αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή δεν αντιμετωπίζω κάποιον σοβαρά < τουρκ. sorolop

σορσόλος (ο) - ποντικός < πιθανολόγηση: ιταλ. sorcio = ποντίκι, αρουραίος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά , να σημειωθεί ότι στα Κύθηρα πιθανά από την ίδια ρίζα, προέρχεται η ονομασία ξόρτσιο για το ποντίκι

σόρτα (η) - γούρι, ρέντα < ιταλ. sorte = τύχη, πεπρωμένο

σοσολίζω - πηγαίνω πέρα δώθε χωρίς να κάνω τίποτα, κάνω διάφορα ασήμαντα πράγματα χωρίς να ασχολούμαι με κάτι σημαντικό ή με κάτι που έχω προγραμματίσει να κάνω σοσόλης-α-ικο, σοσόλισμα < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά , ούτε πιθανολογήθηκε κάποια συσχέτιση της || «Με τη συμβία του, τη Θειά-Πατια (Υπατία), σοσολίζανε ολημερίς στο μαγέρικο και ταΐζανε τη φωτιά στη μαντεμένια στόφα, με λιανόξυλα και λιανισμένα κούτσουρα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σουβάλα (η) - έλος < μσν. σουβάλα < σλαβ. suvala = έλος

σούδα (η) - 1. χαντάκι στο οποίο τρέχουν ακάθαρτα νερά 2. στενό πέρασμα < μσν. σούδα < λατιν. suda = χαράκωμα. Σαν ρήμα πολλές φορές χρησιμ. το σουδιάζει = δημιουργείται σούδα (π.χ. σουδιάζει και κατεβάζει αέρα)

σουλάτσο (το) - άσκοπο περπάτημα, βόλτα < ιταλ. sollazzo = διασκέδαση σουλατσάρω, σουλατσαδόρος-ισσα-ικο || «Μόλις έφτασε στο φαρμακείο, μπρουμούτισε την κεφάλα, έβαλε τα χέρια στη γης με ανοιχτές τις παλά­μες, τίναξε ψηλά τις ποδάρες και δώστου μετά χέρια να σουλα­τσάρει, πέρα-δώθε, κάτω από τις κερήθρες με το μέλι.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σουμάδα (η) - αναψυκτικό ποτό από γαλάκτωμα αμυγδάλου < ίσως ινδ. soma = είδος ποτού

σούμπιτος-η-ο - 1. ξαφνικός, άμεσος 2. όλος μαζί, σύσσωμος, ολόκληρος < ιταλ. subito = ξαφνικός

σουραύλι (το) - αυλός, φλογέρα εκφρ. του πάει σουραύλι του πάνε όλα καλά, πολύ τυχερός < όψιμο μσν. συραύλιον < ίσως σύριγξ + αυλός

σουρδίο (το) - κόψιμο, ευκοίλια σουρντώ ή σουρντίζω = ξεχειλίζω και ρέω συνεχώς, παθαίνω διαρροή < Στον Κόμη (1995) βρίσκουμε λημματογραφημένη τη λέξη σούρντιση «διάρροια». Η σούρντιση ή σούρδιση έχει κι αντίστοιχο ρήμα σουρδίζω/ σουρντίζω «παθαίνω διάρροια». Ρήμα και ουσιαστικό έχουν πανελλήνια εξάπλωση σύμφωνα με το αρχείο του ΚΕΝΔΙ. Ο Πάγκαλος (1994-2003) ετυμολογεί το ρήμα σουρδίζω της Α. Κρήτης από το γαλλικό sourdre «αναβλύζω». Αφενός η μεγάλη γεωγραφική διάδοση του τύπου από τις Κυκλάδες (Σύρο, Πάρο, Μήλο, Άνδρο), τη Στερεά Ελλάδα, τη Σκύρο, μέχρι την Κω και τη Βιθυνία, αφετέρου η μη ικανοποίηση του φωνολογικού μορφολογικού και σημασιολογικού κριτηρίου, μας έκανε να αμφισβητήσουμε την πρόταση περί γαλλικού δανείου και να στραφούμε προς την αναζήτηση άλλης πηγής δανεισμού, πιο συγκεκριμένα στην τουρκική γλώσσα. Αναζητώντας τη λέξη στο διαδίκτυο, βρήκαμε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, στο οποίο δίνεται η πληροφορία ότι η σούρδιση σημαίνει και «πορδή». Όντως στην τουρκική υπάρχει ρήμα osurmak «πέρδομαι» από το οποίο παρήχθη το διαλεκτικό ρήμα. Από το αοριστικό θέμα osurdu + παραγωγικό επίθημα -ίζω και με σίγηση του άτονου αρκτικού /ο/ σχηματίστηκε αρχικώς το ρήμα σουρδίζω, που απέκτησε τη διευρυμένη σημασία «παθαίνω διάρροια» και κατόπιν από αυτό σχηματίστηκε και το ουσιαστικό σούρδιση. (ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ «Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΑ ΓΛΩΣΣΑΡΙΑ ΚΑΙ ΛΕΞΙΚΑ:ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΘΗΡΑΪΚΟ ΙΔΙΩΜΑ» - Γεωργία Κατσούδα ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ, Ακαδημία Αθηνών)

σουρλουλού (η) - 1. γυναίκα ατημέλητη που γυρίζει έξω από το σπίτι της 2. γυναίκα με επιλήψιμη διαγωγή < βεν. turlulu = χαζούλης, άμυαλος ή τουρκ. surur = χαρά + μσν. λωλή (χαζοχαρούμενη)

σουρμές (o) - μαύρη χρωστική ουσία για το βάψιμο των ματιών < τουρκ. surme= άλειμμα, ψιμμύθιο ματιών σουρμελής-ου-ίδικο

σουρντίζω - βλέπω λίγο, ίσα που διακρίνω < ; Πολύ λίγες αναφορές της λέξης , φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Κρήτη και στη Λήμνο με την ίδια έννοια, ενώ στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιείται η λέξη ως το τραβάω, συνεχίζω κάτι άσκοπα || "Άπλωνε τα χέρια του στο σκοτάδι, ο Χουσεΐνης να χερικώσει τον κόκκορα και να ντονέ λαιμοκαρυδιάσει, αλλά δεν σούρντιζε, δεν έβλεπε στο σκοτάδι και πήρε στη σειρά να πασπατεύει τα πουλερικά να πιάσει τα σκολαρίκια -το λειρί- του κόκκορα, τη νουρά του, το νύχι του, να ξέρει τι κάνει και να σιγουρέψει το πεσκέσι που θα μάζευε την παρέα, όπως η κλωσσού, τα πουλιά της." (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») || «σουρντίζω (τουρκ.)' δημ. μτβ. κ. άμτβ. βλέπω, διακρίνω : δε σουρντίζει νά περάσει τη βελόνα, - εγέρασες και δέ σουρντίζεις πιά* 2) άμτβ. διαρκώ, συνεχίζομαι : ή βροχή σουρντίζει.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || "Λαμβάνοντας αφορμή τα Σαμιώτικα που ανέφερες ένα μικρό μάθημα τουρκικής σχετικά με ένα «πολυτάλαντο» ρήμα, το sürmek. Το sürmek λοιπόν είναι ένα ρήμα με πάρα πολλές έννοιες και πολλά παράγωγα. Θα προσπαθήσω εδώ να προσεγγίσω κατά κάποιο τρόπο και την έννοια που του έδωσαν οι Σαμιώτες, γιατί είναι πράγματι μια αρκετά δημιουργική παραλλαγή έννοιας. Sürmek: οδηγώ κάποιο όχημα, από αυτοκίνητο μέχρι τρένο (sürücü: οδηγός) Sürmek: συνεχίζω κάτι, διαρκώ (sürüm: έκδοση π.χ. ενός βιβλίου, η συνέχεια του) Sürmek: εκδιώκω, εξορίζω (sürgün: εξορία) Sürmek: στρώνω (σε μια επιφάνεια με σκοπό να τη προστατέψω - βάφω). Εδώ λοιπόν, με το τελευταίο, ξεκινάει και η ετυμολογική έρευνα της λέξης. Τι σχέση έχει το στρώνω - βάφω με το βλέπω των Σαμιωτών; Παράγωγο ουσιαστικό του ρήματος είναι και το sürme, το βάψιμο δηλαδή που κάνουν οι γυναίκες (αλλά και οι άντρες) στα βλέφαρα των ματιών τους. Το sürme είναι πολύ διαδεδομένο ειδικά στους Άραβες επειδή προτείνεται και στο Κοράνι. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Προφήτης Μωάμεθ κάθε βράδυ έβαφε τα μάτια του με sürme από πέτρα ismid, μια μαύρη πέτρα από το Εσφαχάν του Ιράν. Πιστεύεται επίσης ότι βοηθά στην όραση, διώκοντας μικροασθένειες που εμφανίζονται στα μάτια. Λοιπόν, σύμφωνα με τη Σαμιώτικη εκδοχή, εκτιμώ ότι σουρντίζω σημαίνει βοηθώ τα μάτια μου να βλέπουν καλύτερα και κατ' επέκταση βλέπω. Ωστόσο στην Πολίτικη εκδοχή, σουρντίζω σημαίνει συνεχίζω κάτι άσκοπα. Για παράδειγμα, μπορείς να πεις «μη σουρντίζεις αυτή τη συζήτηση γιατί δεν βγάζουμε άκρη». Λοιπόν δεν θα το σουρντίσω παραπάνω και θα σταματήσω κάπου εδώ ...." (https://yankogohome.blogspot.gr/2011/09/north-by-northwest.html)

σουρουκλεμές (ο) - αλάνης, σουρτούκης, αλήτης, ρεμπεσκές < τουρκ. suruklemek

σουρούκου-μουρούκου - ανακατεμένα, μπερδεμένα, άνω κάτω < ; Σπάνια συναντάται η φράση, υπάρχει και μία αναφορά της ως τσουρούκου-μουρούκου, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί τοπικά η χρήση της.

σουρτούκης-ω ή α-ικο - 1. αλήτης 2. αυτός που συνηθίζει να περιφέρεται έξω, να γυρίζει στους δρόμους 3. άκομψος και ακατάστατος σε χαρακτήρα σουρτούκεμα, σουρτουκεύω < τουρκ.surtuk

σουρτούκο (το) - 1. αντρικό σακάκι 2. παλιό πρόχειρο σακάκι, ζακέτα κ.λ.π., συνήθως μεγαλύτερου μεγέθους από το κανονικό < βενετ. sortu

σουσούμι (το) - ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, διακριτικό γνώρισμα, σημάδι, ιδιοτροπία < μσν. σουσούμιν < συσσήμιον < μτγν. σύσσημον = συνθηματικό σημείο σουσουμιάζω = περιγράφω τα χαρακτηριστικά, τα σουσούμια κάποιου || «...... Αρχίσανε τις ιστορίες. Κάποιος άρχισε να διηγείται, κάτι σχετικό με τα σουσούμια του ξενοφερμένου, που τα είχε ιστορίσει ο πατέρας του, που τα έζησε κι αυτός στρατιώτης στην επανάσταση του 21.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σουσουνεύω - σαλεύω, ψιλοκουνιέμαι, κάνω ανεπαίσθητο θόρυβο, σουσούνισμα < πιθανολόγηση: ζουζουνεύω κάνω ανεπαίσθητο θόρυβο όπως ένα ζουζούνι.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σουσουνίζω - ρουθουνίζω,φυσώ με τη μύτη, αναπνέω με θόρυβο της μύτης όπως όταν είμαι κρυωμένος (το παιδί σουσουνίζει, θα είναι κρυωμένο) σουσούνισμα < πιθανολόγηση: ηχομημιτική λέξη

σοφάς (ο) - 1. είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ, συνήθως χτιστού, για περισσότερα από ένα πρόσωπα 2. σε παλιές ή παραδοσιακές κατοικίες ιδιαίτερος χώρος στο εσωτερικό δωματίου με υπερυψωμένο δάπεδο, ο οποίος προορίζεται για κατάκλιση 3. ενδιάμεσος όροφος, συνήθως χαμηλοτάβανος σε σπίτια με πάνω από δύο ορόφους < τουρκ. sofa (από τα αραβ.). Στο βιβλίο ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ, αναφέρεται και μια άλλη έννοια του σοφά: Ο σοφάς ήταν ένα σύστημα διαδοχικών εσχαρών από καλάμια. Εις αυτά έβαζαν αραιά τις πατάτες δια να μη σαπίζουν, το κοκκάρι που είχαν δια την σποράν, καρπούζια από τα μποστάνια τους, χαρούμπια, ξηρά σύκα το καλοκαίρι προς φύλαξιν"  

σοφιλιάζω - ταιριάζω, προσαρμόζω, συναρμολογώ < σο (συν) - φιλι (φιλία) -άζω, με παρετυμολ. επίδραση της λ. ίσος ή έσω σοφίλιασμα, σοφιλιασμένος-η-ο || «... Στο πίσω μέρος, ανοίξανε μιά τρυπούλα, όσο να σωφυλλιάζει το καψούλι, φτιάξανε και στε­ριώσανε αυτοσχέδιο πυράκονα και για «κόκορα» ταιριάζανε μιά μικρή πρόκα.....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σοφράνο - (ναυτ.) από την πλευρά του καιρού, την πλευρά που το βρίσκει ο καιρός, η προσήνεμη πλευρά< ιταλ. sovrano || «Ήξερε κόρφους, λιμανάκια, χειμωνιάτικα φουντάγια, ήξερε πού να πάρει τα σοφράνο, πού να φέρει το σκάφος καταβέλονα, πού θα αρμένιζε στη βόλτα και πού υπήρχε το καλό κρασί, να θαλαμώσει, να στυλώσει την καρδιά του και τους αρμούς του.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σοφράς (ο) - στρογγυλό και χαμηλό τραπέζι φαγητού γύρω από το οποίο κάθονται αυτοί που τρώνε, καταγής ή πάνω σε μαξιλάρια και που συνήθως ήταν τοποθετημένο μπροστά στο τζάκι < τουρκ. sofra

σόψια - από την σωστή πλευρά, την σωστή όψη < πιθανολόγηση: ίσια + όψη, με την ίσια όψη δηλαδή σόψιος-α-ο. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται αυτή να χρησιμοποιείται κυρίως στη Λακωνία || «...κρουστή φωνή, του νιούτσικου βαρκάρη - να πετρώνει μια στιγμή στον αγέρα κι απέ ν' απλώνεται, ναν τη ρουφάει η γαλήνη σα στουπόχαρτο, κι εμείς εκεί, στα σκοτεινά, πάνου απ' το σίδερο, με μια γελούμενη πίκρα, να πασκίζουμε να ξεδιαλύνουμε πάνου στο στουπόχαρτο τ' ανάποδα γράμματα - εμείς που μήτες τα σόψια δεν ξεκρίναμε· - δεν καλοβλέπαμε κιόλας, ό,τι που φώταε το λιανό φεγγαράκι πάνου απ' του γιαλού το πέταλο -...» (Γιάννης Ρίτσος- ο Αφανισμός της Μήλος)

σπαζοχολιάζω- τρομάζω κάποιον πολύ, τόσο που σπάει η χολή του από το φόβο (αντίστοιχο του κοψοχολιάζω) < σπάζω + χολή. Σπάνια σε χρήση λέξη, που εκτός από εδώ φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Κρήτη ||'' «γιατί δε με ξυπνούσατε το βράδι; Άμα άγκριωνε πουθενά το τσέρκι θα φουρκιζότανε το παιδί! Τ' άκουγε η μάνα μου και σπαζοχόλιαζε...» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

σπάλα (η) - 1. ο ώμος 2. το κόκαλο της ωμοπλάτης 3. κομμάτι από κρέας σφαγίων που περιέχει την ωμοπλάτη < ιταλ. spalla < λατιν. spatula < ελλην. σπάθη

σπαλιόρα (η) - 1. άξαφνο και δυνατό χτύπημα 2. διάλυση < πιθανολόγηση: ιταλ. spaliare = φτυαρίζω, ξεπαλουκώνω, ξεπασσαλώνω, μτφ. διαλύω || «...Περίμενε να περάσει η μπόρα να ξελαχταρίσει ο κόσμος, να ξεδώσει ο νους του, για να σκαρώσει καινούρια καούδια, να δώσει καινούρια σπαλιόρα στη Νεάπολη Σκαρφιζότανε λοιπόν, και πιλάτευε το νού του, να κάνει το μεγάλο του κόλπο και να μείνει αθάνα­τος.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») || «...Ο Αλέξιος ήθελε να του δώσει μια σπαλιόρα να μάθει. αλλά σκεφτότανε πως και οι Τούρκοι δεν ήταν κορόιδα να τους πούνε «περάστε». (Νίκος Τσιφόρος «ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ»)

σπάναρι (το)μικρή και διαλεχτή ποσότητα εκλεκτού μελιού < σπανός < αρχ. σπάνιος  ||"σπανάρι, το, το σπάνιο και λιγοστό μέρος της κερήθρας που είναι διαυγές και λευκό, γεμάτο μέλι εξαιρετικής ποιότητας. (Σπανός "ο- λιγοστός" - σπανάριον - σπανάρι) (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") . Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σπανομαρία (η) - ως περιγελαστικός χαρακτηρισμός άντρα σπανού < σπανός-ο- + Μαρία

σπαρματσέτο ή σπερματσέτο (το) - κερί που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό και προέρχονταν από ζωϊκό λίπος όχι από μελισσοκέρι < ιταλικό spermaceti < μεσ.λατιν. spermaceti < ελλ. σπέρμα φάλαινας, σπέρμα + κήτος. Οι πρώτοι φαλαινοθήρες πίστευαν ότι αυτή η ημίρρευστη κηρώδης άσπρη ουσία που βρισκόταν άφθονη στο κεφάλι ορισμένων ειδών φάλαινας ήταν το σπέρμα της φάλαινας (sarantakos.wordpress.com)

σπάρτινος-η-ο - ο κατασκευασμένος από σπάρτο (π.χ. σπάρτινο σκοινί) < σπάρτο - είδος αυτοφυούς θαμνώδους φυτού < αρχ. σπάρτον

σπαρώνω - κάνω σεφτέ, αρχίζει να αποδίδει μια προσπάθεια < πιθανολόγηση: σπάρος (το ψάρι) πιάνω δηλαδή τον πρώτο σπάρο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σπατζοβράκης - αυτός που φοράει ασουλούπωτα το παντελόνι του, που του πέφτει από τη μέση, που το πατάει κ.τ.λ. < πιθανολόγηση: σπάγγος με επιδρ.ιταλ. spazzo + βράκα (που δένει τη βράκα με σπάγγο). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

σπατσάρω - τελειώνω τη δουλειά, την εργασία που έκανα, ξεμπερδεύω < ιταλ. spazzare = σκουπίζω, καθαρίζω, μτφ. ξεφορτώνω ένα χώρο, αδειάζω σπατσάρισμα, σπατσαρισμένος-η-ο

σπάτσο (το) - αποπομπή, διώξιμο < πιθανολόγηση ιταλ. spazzare . Από ελάχιστες αναφορές της λέξης, αυτή φαίνεται να χρησιμοποιείται και στα Εφτάνησα (Λευκάδα και Κέρκυρα) || «Σήμερα τον Μιχαλάκο (Μήτσο Κουτσονικολή τον εβγάλανε στο σπάτσο, σήμερα τον Κοντογιάννη τον εβγάλανε συριάνι» (Γιάγκος Κοντός-ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ) 

σπεκουλάρω - γίνομαι κερδοσκόπος, κερδοσκοπώ <λατ. specula σπέκουλα, σπεκουλάρισμα, σπεκουλαδόρος

σπεράντζα (η) - (ναυτ.) η τρίτη άγκυρα ασφαλείας των καραβιών, εκτός από τις δύο κύριες άγκυρες < ιταλ. speranza = ελπίδα

σπερδούκλι (το) - 1. ο ασφόδελος < αρχ. ασφοδέλιον <αρχ. ασφόδελος) φυτό των αγρών με λεπτά κλαδιά 2. μτφ. ο αδύνατος (έχει κάτι πόδια σαν σπερδούκλια)

σπερνά (τα) - κόλλυβα < σπερινός και σπερνός παραφθ. αρχ. εσπερινός

σπετσέρης (ο) - φαρμακοποιός < ιταλ. spezieri σπετσαρία = φαρμακείο

σπιλιάδα (η) - απότομη ριπή, δυνάμωμα του αέρα < αρχ. σπιλάς

σπιράγιο (το) - (ναυτ.) 1. άνοιγμα πάνω από μηχανοστάσιο ή τα διαμερίσματα του πλοίου που χρησιμεύει ως φωταγωγός ή για τον εξαερισμό του πλοίου. 2. υπερκατασκευή πάνω στην κουβέρτα του καϊκιού που χρησιμεύει είτε σαν γέφυρα, και σαν πιλοτήριο είτε σαν εξαερισμό και φωτισμό < βενετ. spiraggio

σπιρτώνω - ανάβω σαν το σπίρτο (σπίρτωσε ο νους από τη σκέψη) < σπίρτο < spirit < spiritus = οινόπνευμα σπιρτόζος-α-ο = πνευματώδης, έξυπνος < ιταλ. spiritozo

σπιτζούρι (το) - το σπουργίτι < πιθανολόγηση: ιταλ. spizzicare = τσιμπολογώ, εκφρ.a spizzichi = κομματάκι-κομματάκι, λίγο κάθε φορά ή αρχ. σπίζω = κελαδώ ως σπίνος, επί του μικρού ήχου μικρών πτηνών, ως αύτως πιππίζω (σπίζω > σπιζούρι > σπιτζούρι).Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, υπάρχουν στο διαδίκτυο μία δύο αναφορές της, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί τοπική χρήση.

σπλήγωμα (το) - 1. το βίαιο και συνεχές χτύπημα της φουρτουνιασμένης θάλασσας από τα κύματά της και η ανύψωση της επιφάνειάς της που κάνει το νερό να ανεβαίνει και να σκεπάζει παραλιακή χερσαία έκταση 2. μτφ. και για ανθρώπους όταν τους πλήττει κάποια βαριά ασθένεια που τους βασανίζει < ομηρ. πλήσσω = χτυπώ, πλήττω, απομακρύνω δια της βίας δια χτυπημάτων (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) σπληγώνω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά  || «Ήτανε χειμώνας και οι θάλασσες φουρτουνιασμένες. Oι ψαρόβαρκες συρμένες στο φρύδι της Αγοράς, γιατί έτσι και σπληγωνότανε η θάλασσα του νοτιά στον κόρφο, ούτε μαδέρι από αύτες, δεν θα έμενε.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σπολλάτι ή σπολλάιτι - εύγε, ευχαριστώ < μσν. ευχετική φρ.: εις πολλά έτη

σπορίζω - 1. γίνομαι κομμάτια, διασκορπίζομαι (έπεσε το καρπούζι κάτω και σπόρισε) 2. σπορίζω από τα γέλια ή σπορίζω στα γέλια < πιθανολόγηση: σπόρος (γίνομαι πολλά κομμάτια, σαν τους σπόρους). Η λέξη με τις παραπάνω έννοιες, δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού, ως σπορίζω υπάρχουν μερικές αναφορές με την έννοια του ρίχνω σπόρους σε χωράφι κ.λ.π. και σε μία αναφορά από Λευκάδα όπου αναφέρεται ως προκαλώ στομαχικές διαταραχές και εντερικές ανωμαλίες, προκαλώ αιμορραγίες || «...Γέλια, που να πιάνουνε τα κατωκοίλια τους κι ακόμα πα­ρακάτω, με το συμπάθιο, για να μη σπορίσουνε!» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

σπορίτης (ο) - καρπός που αφήνεται να ωριμάσει τελείως, έτσι ώστε οι σπόροι του να γίνουν κατάλληλοι για σπορά. Εκφρ. "θα σε κρατήσουμε για σπορίτη" ειρωνικά για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο και τον σπουδαίο < σπόρ(ος) -ίτης

σπόρκος-α-ο (τα) - βυθός που είναι άγριος με ξέρες, χρησιμοποιείται σαν «σπόρκα νερά» δηλαδή τα νερά που ο βυθός τους έχει ξέρες, βράχια κ.τ.λ. (καλάρισα στα σπόρκα) < ιταλ. sporco = λερωμένος, βρώμικος [στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «ο Βαρδιάνος στα σπόρκα» (που είναι και από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης) ως σπόρκα θεωρούνται τα βρώμικα, τα μολυσμένα, όπως και στην ιταλική σημασία της λέξης]. Πιθανόν λοιπόν τα σπόρκα νερά που λένε οι ψαράδες μας, να είναι τα νερά που δεν είναι νέτα (καθαρά) αλλά «βρώμικα» || «... «Το Αουστριακόν βριγαντίνον έχει καπνισμένα γράμματα, επειδή είναι θανατικόν εις την Αίγυπτον. Φυλαχθείτε λοιπόν από αυτό το καράβι δια την υποψίαν καθώς και τα γράμματά του το φανερώνουν σπόρκον» (ακάθαρτον). Βάτικα 16 Ιουλίου 1825» (επιστολή ναυάρχου Ανδρ. Μιαούλη) (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' - Τζώρτζης Ανωμήτρης «Τα Βάτικα ναύσταθμος του ελληνικού στόλου»)

σπουρδίζω - παίζω, παιδιαρίζω < ; σπούρδισμα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά  || «Του πέταξε, όμως, ο παπάς το λόγο, κι­νούμενος από το χρέος, γιατί όταν περνοδιάβαινε από το στενό , όξω από το μαγέρικο, άκουγε τον Μίμη να διαολοστέλνει τα παιδιά που σπουρδίζανε και τον αλικοντίζανε στη δουλειά και του κάνανε άρτα ρήματα, το μαγαζί.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»). 

σπραΐδι (το) - η ξύλινη σφραγίδα που χρησιμοποιείται για τα πρόσφορα και τις λειτουργιές < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά . Όσο για την ετυμολογία της, πιθανό να προέρχεται από παραφθορά του «σφραγίδι» (σφραγίδα) ||«Από το αλεύρι νέας εσοδείας κάνουν λειτουργιά. Ζυμώνουν 4 αρτουφάκια=μικρά ψωμάκια, που τα σφραγίζουν με το σπραΐδι (σφραγίδα) και ένα μεγάλο αρτούφι με σφραγίσματα σε σχήμα σταυρού...» ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ Ειρήνης Β. Καλπιτζή || «Σε ντουλάπες του τοίχου (εσοχές) βάζανε διάφορα σκεύη: το χαβάνι, το σκορδογούδι, διάφορα μικρά λαΐνια με μεγάλο στόμιο, για να βάζουνε ελιές, λάδι ή τυρί. Το σπραΐδι*, την τσεψέ, τις κουταλοθήκες ή πιρουνοθήκες, που ήταν ξύλινες και τις κρεμάγανε στον τοίχο......(* ξύλινη σφραγίδα για τα πρόσφορα)» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")