Γ

γάβρια ως γυμνοσάλιαγκας

γάβρια ή γαύρια (η) - σύστημα σκαλωσιάς από ξύλα για ανύψωση αντικειμένων, συνήθως αυτοσχέδια πρόχειρη κατασκευή, αποτελούμενη από δύο δοκάρια που ενώνονται στο πάνω σημείο τους, ώστε να μπορεί να αναρτηθεί κάποιο παλάγκο ή γερανάκι. Στη συνέχεια η ίδια ονομασία κρατήθηκε και σε βιομηχανικές ανυψωτικές κατασκευές. Στο Ελληνογαλλικόν και Γαλλοελληνικόν Λεξικόν Αντωνίου Ηπίτη του 1908 αναγράφεται: «γάβρια ξεν. Ναυτ. πληθ. γάβριαις aiguillew, n.fή bigues λέγονται οι αμείβοντες ή συγκύπται- η γάβρια λέγεται ενίοτε και aiguillesdecareen, '' γάβρια, [ναυτ. διαλ. Οινόης] είδος τροχαλίας προς ανασήκωσιν βαρών, οίον αγκύρας, αλύσσου, ιστών και τουούτων (εκ του γαλ. cabre). ||Το άλλο πρωί τα απλώναμε στις αντένες, μεγάλα ξύλα, που τα στηρίζαμε σε γαύριες (δύο ξύλα σταυρωτά μπηγμένα στη γη) για να στραγγίξουνε και να στεγνώσουνε...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

γαζέπι (το) - οργή, θεομηνία, δυνατή καταιγίδα < τουρκ. gazap ή gazep

γαζέτα (η) - το δίλεπτο μεταλλικό κέρμα των Ενετών και αργότερα το 1801 το νόμισμα των Επτανήσων. Έλεγαν έτσι και τα μικρά κέρματα, υποδιαιρέσεις μικρής αξίας της δραχμής και κατ' επέκταση όλα τα μικρά κέρματα < βενετ. gazeta

γαϊδουρόκομπος (ο) - (ναυτ.) κόμπος με τον οποίο δένεις δύο σκοινιά μεταξύ τους, γρήγορος που δεν χρειάζεται πολύ σφίξιμο και λύνει εύκολα 2. σαν γαϊδουρόκομπος έχει επικρατήσει να λέγεται κάθε κόμπος που είναι προχειροφτιαγμένος και κακοφτιαγμένος < γαϊδούρι + κόμπος (ίσως χρησιμοποιείτο για το δέσιμο των γαϊδουριών)

γαϊδουρολάτης (ο) - ο οδηγός του γαϊδάρου, ο ονηγός < γάιδαρος + λάτω (ελάυνω)

γαϊτανάκι (το) - 1. μικρό γαϊτάνι 2. χορός αποκριάτικος με πλέξιμο ταινιών που είναι δεμένες στην κορυφή κονταριού 3. διπλός χορός από άντρες και γυναίκες, στη διάρκεια του οποίου πλέκονται και ξεπλέκονται < γαϊτάνι

γαϊτάνι (το) - 1. μετάξινο κορδόνι που χρησιμοποιείται για το κέντημα φορεμάτων 2. ιδιωμ. Εκφρ. «το πήρε σκοινί γαϊτάνι» = ενοχλητική επανάληψη, «πάει ο χορός γαϊτάνι» = κανονικά και ομαλά < γαϊετανόν < λατιν. gaitanum = ζώνη από την πόλη Gaeta

γαϊτανόφρυδος-ούσα-ίδικο - αυτός που έχει λεπτά, πυκνά και ωραία φρύδια σαν να είναι φτιαγμένα από γαϊτάνι < γαϊτάνι + φρύδι

γαλάζωμα (το) - ψέκασμα αμπελιού με υγρό φτιαγμένο από γαλαζόπετρα και ασβέστη < γαλαζόπετρα < γαλάζιο 

γαλάρι (το) ή γαλάρα (η) - το θηλυκό ζώο που αρμέγεται, που κατεβάζει άφθονο γάλα < γάλα

γαλατσίδα (η) - είδος φυτού με γαλατένιο χυμό < γαλακτίδα < μτγν. γαλακτίς < γάλα

γαληνά -1.σιγά-σιγά, αργά, ήρεμα 2. σιγανά, χωρίς θόρυβο, ψιθυριστά 3. κρυφά, ύπουλα 4. μαλακά, τρυφερά, με τρόπο ήπιο 5. έκφρ. «γαληνά μου» = με την άνεσή μου < μσν. αγαληνά, γαληνός

γαλί (το) - μικρός γάλος, γαλάκι, γαλόπουλο, γαλοπούλα < γάλος < ιταλ. gallo Εκφρ. «έγινα γαλί» = ζαλίστηκα

γαλιάντρα (η) - 1. το πουλί κορυδαλλός 2. μτφ. εύγλωττος, καλλικέλαδος, φλύαρος < γαλιάνδρα < μτγν. κάλανδρος = είδος κορυδαλλού γαλιαντρίζω

γαλιφιά (η) - το να είναι κανείς γαλίφης, κολακεία, θωπεία, καλόπιασμα < ιταλ. gaglioffo γαλιφέυω

γαλόνι (το) - 1. μέτρο χωρητικότητας, κυρίως για υγρά καύσιμα, που ισοδυναμεί περίπου με 4,543 κιλά 2. γενικά το παγούρι που μετέφεραν κάυσιμα για τις βάρκες ή άλλα υγρά, ανεξαρτήτου χωρητικότητας < ιταλ. gallon(e) -ι

γαμόξυλα (τα) - ξύλα που μάζευαν πριν το γάμο και τα προσέφεραν στο ζευγάρι, για το τζάκι του σπιτιού. Δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά της λέξης, ούτε γνωρίζουμε αν υπάρχει κάπου αλλού το έθιμο αυτό  ||«Οι φίλοι και οι συγγενείς του γαμπρού την Τετάρτη πηγαίνανε (10-15 άντρες) στο βουνό για τα ξύλα του γάμου (γαμόξυλα) με βιολιά. Το βράδυ γινότανε γλέντι. Είχανε ξινάρια και βγάζανε πολλά ξύλα. Γιομίζανε την αυλή του σπιτιού του ζευγαριού για να 'χει ξύλα όλο το χρόνο» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

γαμουλιάτης-ισσα-ικο - 1. ο καλεσμένος σε γάμο 2. οτιδήποτε σχετικό με το γάμο (π.χ το γαμουλιάτικο τραπέζι) < γάμος < ομηρ.γαμέω = παίρνω γυναίκα ως σύζυγο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. 

γάμπαρη (η) - μεγάλη γαρίδα με γκρίζου χρώματος με μάυρες ραβδώσεις < ιταλ. gambero πληθ. gamberi < λατ. gambarus

γάμπια (η) - (ναυτ.) τετράγωνο πανί, πάνω από τη μαΐστρα του μεγάλου καταρτιού< βεν.gabia

γάνα (η) - 1. το οξείδωμα των μετάλλινων σκευών 2. η μαυρίλα που κάθεται πάνω στα μαγειρικά σκεύη λόγω της φωτιάς, καπνιά, αιθάλη, φούμος 3. μτφ. ντροπή, ντρόπιασμα γανιά, γανιάζω, γάνιασμα, γανιασμένος-η-ο < γανώνω < αρχ. γανόω

γανιά (η) - 1. τερτίπι, κόλπο, γρήγορη λοξοδρόμηση 2. ο κρίκος των σκουλαρικιών < πιθανολόγηση: ομηρ. γανάω = λάμπω, γίνομαι, φαίνομαι ζωηρός ("κάνει κάτι γανιές όταν χορέυει" - "μου κανε μια γανιά και μου ξέφυγε"). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της με την έννοια αυτή, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, σε κάποιες αναφορές ως γανιά εννοείται η γάνα (οξείδωση μαυρίλα μετάλλων).

γαντζάο (το) - (ναυτ.) είδος καϊκιού με δύο άλμπουρα < ;

γάνωμα (το) - γυαλίζω και επισκευάζω τα χάλκινα σκεύη (ταψιά, κατσαρόλες κ.λ.π.) < γάνω γανώνω, γανωματζής ή γανωτζής

γάρα (η) - λαδιές, βρόμες, κιτρινίλα στα ρούχα γαριάζω, γαριασμένος-η-ο < πιθανολόγηση: αρχ. γάρος = ζουμί από άρμη. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. 

γαρέλι (το) - σταγόνα υγρού που κυλά προς τα κάτω < πιθανολόγηση: αρχ. γάρος = ζουμί από άρμη γαρελιάζω, γαρελιασμένος-η-ο (πήγε να βάψει τον τοίχο και τον έκανε όλο γαρέλια). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. 

γαρμπής (ο) - 1. ο νοτιοδυτικός άνεμος 2. το νοτιοδυτικό σημείο του ορίζοντα γαρμπινός-η-ο, όστρια-γαρμπής ή οστριογάρμπι ΝΝΔ, πουνεντογάρμπης ή πουνεντογάρμπι ΔΝΔ < ισπαν. garbin < αραβ. garbi = δυτικός

γαρμπίλι (το) - βιομηχανικό χαλίκι που χρησιμοποιείται για οικοδομικές εργασίες < ιταλ. garbuglio = μπέρδεμα, ανακάτωμα

γάρος (ο) - 1. άρμη ή άλμη, έντονα αλατισμένο νερό μέσα στο οποίο διατηρούνται οι ελιές, τα τουρσιά ή η φέτα κ.λ.π. 2. το γάρον της αρχαιότητας βασιζόταν σε μια ιδιόμορφη ζύμωση ψαριών, ολόκληρων κυρίως, που γινόταν με την προσθήκη αλατιού. Κάτι περίπου σαν την αλκοολική ζύμωση που μετατρέπει το μούστο σε κρασί, ή τη βακτηριδιακή ζύμωση του γάλακτος που το κάνει γιαούρτι, ξυνόγαλο ή τυρί. Η αναλογία ψαριών και αλατιού, όπως αναφέρει ο Πλίνιος, ήταν 3:1, ενώ στη συνέχεια ήταν απαραίτητη η έκθεσή τους σε ηλιακό φως για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να είναι πετυχημένη η ζύμωση. Το διάστημα αυτό μπορούσε να φτάσει και τους τρεις μήνες. Προφανώς η διαδικασία περιελάμβανε και την προσθήκη μυρωδικών, βοτάνων και μπαχαρικών και ολοκληρωνόταν με το στράγγισμα όλων των υλικών. Έπαιρναν έτσι ένα αραιό υγρό, το οποίο για να διατηρηθεί σφραγιζόταν σε δοχείο. Το γάρος που προέκυπτε ήταν απαραίτητο συστατικό κυριολεκτικά σε όλα τα πιάτα της καθημερινής διατροφής των αρχαίων, κι όπως αποδεικνύουν οι περίπου 400 συνταγές του Ρωμαίου μάγειρα Απίκιου, ο μοναδικός τρόπος για να νοστιμίσουν τα φαγητά ή τις σάλτσες. Το αλάτι, παρόλο που αναφέρεται ανάμεσα στα υλικά της κουζίνας, θα πρέπει να χρησίμευε περισσότερο για τη διατήρηση των τροφίμων και το πάστωμα, παρά στο μαγείρεμα του φαγητού. Το απαραίτητο αλάτι στην καθημερινή τους διατροφή το προμηθεύονταν κυρίως από τα παστά και τον γάρο, κι αυτό φαίνεται από τις συνταγές του Απίκιου που στο σύνολό τους απαιτούν προσθήκη γάρου (liquamen). Μόνο τρεις αναφέρουν την προσθήκη αλατιού. Είναι φανερό ότι ο γάρος ήταν πολύ περισσότερο από ένα απλό καρύκευμα στην κουζίνα των αρχαίων και η απουσία του ήταν μάλλον αδιανόητη (www.lifo.gr) || "ΓΑΡΟΣ (Ατακτ. ΙV, σελ. 77 "Ο δε Γάρος, άρσ. ή Το Γάρον ουδέτερ, έσήμαινεν εις τους παλαιούς άλμην κατασκευασήν απ' όψάρια, αντί της οποίας έχομεν σήμερον το Χαβιάριον (caviar)"). Τού Γάρου, ήγουν τής κατασκευαστής άπ' όψαρίων εντόσθια άλμης, σώζεται ακόμη και το πράγμα και τ' όνομα, και πωλείται εις την Ελλάδα, η κάν έπωλείτο εις τους χρόνους του Βελωνίου." (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 5ος 1835)

γάσα (η) - (ναυτ.) μόνιμη θηλιά στην άκρη σχοινιού, συνήθως πλεγμένη < βεν. gassa

γαυριάς (ο) - το νέο παιδί, ο έφηβος < γαυριάζω = 1. εξαγριώνομαι, μαίνομαι 2. δείχνω έντονη επιθυμία για συνουσία < αρχ.γαυριάω

γαύρος-η-ο - υπερήφανος, αγέρωχος < αρχ. γαύρος

γδικιώνω - 1. δικαιώνω (κάποιον) 2. (ενεργ. και μέσ.) παίρνω πίσω το δίκιο μου, δικαιώνομαι, εκδικούμαι< μτγν. εκδικαιόομαι γδικιωμός= εκδίκηση

γεβεντίζω - 1. ραβδίζω, τιμωρώ με ραβδισμό 2. α) διαπομπεύω, ντροπιάζω, ρεζιλεύω κάποιον β) προσβάλλω, ντροπιάζω κάποιον 3. διακηρύσσω, διαλαλώ < μσν. γιβεντίζω < γαλλ. gibet = σταυρός, κρεμάλα

γεματάρι ή γιοματάρι (το) - το καινούριο κρασί από βαρέλι που μόλις ανοίχτηκε και κατ' επέκταση το ίδιο το βαρέλι < μσν. γιοματάριν < γιομάτ(ο) -άρι

γεμιτζής (ο) - παλιός και πεπειραμένος ναυτικός, θαλασσόλυκος < τουρκ.gemici

γέννημα (το) - (συν. στον πληθ. γεννήματα) καρποί της γης, γεωργικά προϊόντα, το σιτάρι < αρχ. ουσ. γέννημα

γεντέκι (το) - 1. άλογο, βάρκα ή άνθρωπος που τραβιέται με σκοινί, έλκεται 2. σκοινί με το οποίο τραβάει κάποιος ένα ζώο ή ρυμουλκείται ένα πλοίο < τουρκ. yedek = εφεδρικός, βοηθητικός ιμάντας ρυμούλκησης.

γερακάρης (ο) - αυτός που τρέφει και γυμνάζει κυνηγετικά γεράκια < ουσ. γεράκι + κατάλ. άρης

γεράνι (το) - μηχανισμός άντλησης νερού από πηγάδι < γερανός || «...Σκάβανε πηγάδια που το γλυκό νερό βρισκόταν σε βάθος 2-4 μ. από τη επιφάνεια του εδάφους. Αντλούσαν το νερό με πρωτόγονο ποτιστικό μηχανισμό που ονομαζόταν «γεράνι». 'Ηταν αυτό ένας μοχλός αποτελούμενος από μια αντένα μήκους 5-6 μ. από κορμό δέντρου. Το ένα της άκρο έμπαινε σε μια κοίλη σφαίρα σιδερένια 4-5 οκάδων, βαμμένη κόκκινη με μίνιο για να μη σκουριάζει. Πλησίον του χείλους του πηγαδιού ήταν χτισμένη με πωριά βάση που χρησίμευε για υπομόχλιο. Πάνω εκεί ήταν στημένη σε οριζόντια θέση η αντένα με τον προς την σφαίρα βραχίονά της μακρύτερο από τον άλλο στου οποίου την άκρη κρεμόταν δεμένο με σκοινί μήκους 3-4 μ. μεταλλικό δοχείο (κουβάς). Έπεφτε ο κουβάς στο πηγάδι με το νερό, πίεζε ο ποτιστής προς το έδαφος την άλλη άκρη με τη σιδερένια σφαίρα και ερχόταν ο κουβάς γεμάτος νερό στην επιφάνεια άκοπα. Άδειαζε ο χειριστής του μοχλού το νερό σε χτισμένη με πωριά μικρή δεξαμενή ή σε σκαμμένη σε πωρόλιθο γούρνα, άνοιγε την κλεισμένη με τάπα από πανί τρύπα στη βάση της και διοχετευόταν το νερό σε αυλακιά και από αυτή σε μικρότερα αυλάκια ή σε πρασιές που ήταν φυτεμένα τα κρεμμύδια....» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ- Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΡΕΜΜΥΔΙΟΥ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ»)  || «Γεράνι, (μηχαν. με την οποίαν τραβούν νερόν άπο το πηγάδι, σηκώνουν διάφορα βάρη , κτλ.). » Κηλώνιον(-ώνειον-όνιον) (» Ωστ' αναπίπτων και κατακύπτων . . . χηλώνιον τοίς κηπουροίς, ο Ετυμολ. λέγει : »Κηλόνιον, Ό ξύλινος αντλητήρ, τό παρ' ημάς λεγόμενον Γεράνιον)» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

γέρμα (το) - 1. κλίση προς τα κάτω, καμπή, πτώση 2. δύση (ήλιος, αστέρια) 3. μτφ. τα γερατειά < γέρνω

γεροκουνενές (ο) - γεροξεκούτης < γέρος + κουνενές < κουνώ, κούνια

γεροξούρας (ο) - γέρος αναιδής, ανόητος < γέρος + ξούρας < αρχ. εξωρος < εκ + ώρα = παράκαιρος

γητειά (η) - 1. γοητεία 2. το θέλγητρο 3. τα μάγια < γητεύω < γοητεύω ή γυφτεύω < γύφτος γητεύω, γητευτής, γητεμένο-η-ο

γιαβάσικος-η-ο - 1. αργόσυρτος, με άνεση χρόνου 2. ήπιος, πράος, ελαφρύς, γλυκός, ήρεμος (γιαβάσικος σκοπός-τραγούδι, γιαβάσικος καπνός-τσιγάρο) < τουρκ. yavas γιαβάς-γιαβάς = σιγά-σιγά

γιαβέρης (ο) - σωματοφύλακας, υπασπιστής < τουρκ. yaber

γιαβουκλούς-ου (η) - ερωμένος, αγαπητικός, αρραβωνιάρης (αναφέρεται σε πολλά ρεμπέτικα τραγούδια) < τουρκ.yavuklu

γιαβρί (το) - 1. νεογνό ζώων ιδ. πουλιών 2. γιαβρί μου = προσφ. που εκφράζει τρυφερότητα < τουρκ. yavrou = μωρό, νεογνό

γιαγκλίδικος-η-ο - (για φαγητά) πικάντικος, καυτερός, λιπαρός < τουρκ. yagli

γιαλαντζί - 1. ο ψεύτικος, ο ψεύτης 2. οι ντολμάδες χωρίς κιμά (γιαλαντζί ντολμάδες) < από τουρκ. yalanci = ψεύτικος

γιαλέλι (το) - 1. τραγούδι 2. επωδός άσματος < αραβ. yal-el

γιάλεμα (το) - η αναζήτηση στο γιαλό κοχυλιών, καβουριών, ψα­ριών κ.λ.π. < γιαλός  γιαλεύομαι = ψάχνω στο γιαλό για κοχύλια, καβούρια, ψάρια κ.λ.π. γιαλικός-η-ο  = αυτά που βρίσκονται στο γιαλό (πεταλίδες, κοχύλια, αχινιοί, καβούρια). Οι λέξεις αναγράφονται όπως παραπάνω, στο βιβλίο (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων" και δεν αναφέρονται πουθενά αλλού. 

γιαλίτης (ο) ή γιαλιτάκι (το)- μικρό γοπάκι, που σε κοπάδια συνωστίζεται στο γιαλό < γιαλός (γιαλίτης = αυτός που συχνάζει στο γιαλό)  

γιαλολάχανο (το) - φαγώσιμο χόρτο που βγαίνει κοντά στη θάλασσα, το σταμναγκάθι < γιαλός + λάχανο

γιάντες (το) - παιχνίδι μεταξύ δύο ανθρώπων, που μπορεί να διαρκεί και μέρες και κατά τη διάρκειά του, όταν κάποιος από τους δύο παίρνει κάτι χέρι με χέρι από τον άλλον πρέπει να θυμηθεί να πει γιάντες γιατί αλλιώς χάνει το καθορισμένο στοίχημα < τουρκ. yadest

γιαπράκι (το) - ντολμάς με κληματόφυλλα < τουρκ. yaprak = φύλλο

γιαραμπής (ο) - ο Θεός < τουρκ. yarabbi

γιάρι (το) - μέτρημα, σύγκριση, υπολογισμός, ζύγιση μτφ. Εκφρ.«δε μπορώ να σε κάνω γιάρι» = δε μπορώ να σε ζυγίζω, δε μπορώ να σε καταλάβω < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτιση της.

γιατάκι (το) - στρώμα, κρεβάτι, τόπος διαμονής < τουρκ. yataki

γιατροπορεύω - 1. επιβιώνω, ζω, με γιατρούς, με φάρμακα, με ιατρική φροντίδα 2. παρέχω ιατρικές υπηρεσίες < γιατρός + πορεύω

γιατσώνω - παγώνω, κρυώνω < γιάτσο (το) = πάγος < βεν. giazzo

γιόμα (το) - μεσημέρι, την ώρα που ο ήλιος είναι στα γεμάτα < μσν. γιόμα = μεσημεριανό φαγητό < μσν. γέμα < αρχ. ελλ. γεύμα = γεύση, τροφή

γιορντάνι (το) - περιδέραιο, κολιέ < τουρκ. yordan

γιούκος (ο) - τα στοιβαγμένα κλινοσκεπάσματα, χαλιά, λιοπάνες, κουρελούδες < τουρκ. yukluk < yuk= φορτίο, βάρος

γιούργια - προτρεπτικό για έφοδο ή ενθαρρυντικό για κάποια ομαδική προσπάθεια, εμπρός < τουρκ. yuru = προχώρα (στρατιωτική διαταγή, ρ. yuru, πρβ. γιουρούσι) -α (κατά την προστ. τρέχα) γιουργιάρω  || «...Καθώς ήτανε συμποτισμένος από τις ρετσίνες και τα τονωτικά, γιουργιάριζε για το σπίτι του Φωτάκου......» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

γιούρντα (η) - μάλλινο πανωφόρι χωρίς μανίκια των γυναικών παρόμοιο το σεγκούνι. Συνήθως τη φορούσαν οι γεροντότερες γυναίκες και τους κρύους μήνες γιατί ήταν χοντρή < ; || «Πριτς Μάρτης! Είπε η γριά που άρχιζε να τουρτουρίζει και μπήκε κάτω από το καζάνι να φυλαχτεί...! Έπειτα, φόρεσε την κάπα της, τη γιούρντα και κατέβηκε στα χειμαδιά.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

γιουρντάρω - εφορμώ, επιτίθεμαι < τουρκ. youroudoum γιουρντάρισμα

γιουρούκης-α-ι (συν. χρησ. μόνο στο ουδ. ως γιουρούκι) - άξεστος, άχρηστος, βάρβαρος, άγαρμπος < τουρκ. yuruk (Γιουρούκοι = νομαδική φυλή)

γιουρούσι (το) - εξόρμηση, έφοδος, επιδρομή < τουρκ. yuruyus

γιώνω - 1. σκουριάζω 2. φθείρομαι από μεγάλη χρήση < γιωμένος-η-ο, γιώσιμο < μτγν. ιόω < ιώνω < αρχ. ιός = σκουριά

γκαβός-η-ο ή γκαβούλιακας - 1. αλλήθωρος, στραβός (υβρ., ως ουσ.) τα γκαβά = τα μάτια. Άνοιξε τα γκαβά σου = πρόσεξε, μάθε ή ενημερώσου 2. (στρατ., προφ., μειωτ.) για στρατιώτη που μόλις παρουσιάστηκε ή μόλις τελείωσε τη βασική του εκπαίδευση γκαβάδι < βλάχ. gavu = τυφλός γκαβομάρα, γκαβώνω

γκαγκάβα (η) - αλιευτικό εργαλείο με συρόμενο δίχτυ. Το εργαλείο αυτό αποτελείται από ένα σιδερένιο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο πλαίσιο (τελάρο) που φέρεται κάθετα σε άλλο οριζόντιο όμοιό του μήκους 2 μ. και πλάτους 0,50 μ. Από τις μπροστινές γωνίες του οριζόντιου και από το άνω μέσο του κάθετου τελάρου φέρονται σιδερένιοι ράβδοι που ενώνονται όλες μαζί σε απόσταση 2μ. Στο σημείο αυτό υπάρχει ο κρίκος ρυμούλκησης. Περιμετρικά στο πίσω μέρος του κάθετου τελάρου εφαρμόζεται δικτυωτός σάκκος από χοντρό δίχτυ μήκους μέχρι 10 μ. με άνοιγμα ματιών (από κόμπο - σε κόμπο) 15 περίπου εκατοστά. Κατ' επέκταση λεγόταν γκαγκάβα όλο το σκάφος και γκαγγαβιέρης ή γκαγγαβιόλης ο καπετάνιος και το πλήρωμα < ομηρ. γαγγάμη = μικρό στρογγυλό δίχτυ

γκαγκανιάζω ή γκαργκανιάζω - 1. μαυρίζω, ξεραίνομαι από τον ήλιο (μτφ. και απ' το κακό μου) 2. σταφιδιάζω , στεγνώνω από τη δίψα 3. γίνομαι πολύ αδύνατος από αρρώστια ή φτώχεια, έχω μείνει πετσί και κόκαλο, ζαρώνω 4. μαραζώνω από το κρύο < oμηρ. κάγκανος = ξερός, κατάξερος, κατάλληλος προς καύση) , βλάχικα γκάγκανος («γκαγκάνι» αποκαλούν οι βλάχοι το γαϊδουράγκαθο) γκαγκανιασμένος-η-ο ή γκαργκανιασμένος-η-ο, γκαγκάνιασμα ή γκαργκάνιασμα, γκάγκανο ή γκάργκανο

γκάγκαρο (το) - βαρύ ξύλο που κρεμόταν πίσω από τη πόρτα και την έκλεινε με το βάρος του < ιταλ. ganghero = στρόφιγγα γκάγκαρος - 1. ειρων. ο παλιός Αθηναίος που έκλεινε την πόρτα του με γκάγκαρο (επί τουρκοκρατίας) 2. ο γνήσιος, ο βέρος Αθηναίος

γκαζόλαμπα (η) - λάμπα φωτιστικού πετρελαίου < γκάζι = φωτ. πετρέλαιο (< γαλ. gaz) + λάμπα

γκαζοτενεκές (ο) - τενεκές για μεταφορά γκαζιού ή πετρελαίουκαι κατ' επέκταση όλοι οι τενεκέδες < γκάζι + τενεκές

γκαμούτσης-α-ικο - μουτρωμένος, κακόκεφος, γκρινιάρης < πιθανολόγηση : γκαμούτσι = σκληρό δέρμα (στα χωριά Καστόρι Λακωνίας κ.λ.π.) γκαμουτσιά, γκαμουτσιάζω, γκαμουτσιασμένος-η-ο . Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

γκανιάζω - 1. στενοχωριέμαι, αγωνιώ και φωνάζω δυνατά 2. διψώ υπερβολικά, ξεραίνεται το στόμα μου από έλλειψη νερού < γανιάζω < γανώνω < γάνα

γκασκανίζω ή γκασκανάω - χτυπώ στο έδαφος με δύναμη και θόρυβο < ; γκασκανητό, γκασκάνισμα, γκάσκα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

γκεζεράω ή γκεζερίζω - περιπλανιέμαι άσκοπα, περιφέρομαι, τριγυρνάω < τουρκ. gezi = περίπατος γκεζέρισμα. Λίγες αναφορές της λέξης, προερχόμενες κυρίως από την Πελοπόννησο και από τη Θεσσαλία ως γκιζιρνάω || γκεζερίζω κ. γκεζερώ κ. γκι / βαίνω ουχί προς ωρισμένην κατεύθυνσιν, άλλα κατά περίστασιν ή ασκόπως, περιπλανώμαι, γυρίζω εδώ και εκεί : δ.τραγ,εν ΠολιΓ.Λαογρ.4,176 θέλω να γένω αρματολός, να γκεζερίσω κλέφτης... (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) 

γκέκας (ο) - 1. ονομασία αλβανικής φυλής 2. μτφ. άνθρωπος ψηλός, άχαρος, ακάθαρτος αμόρφωτος, απαίδευτος, πείσμων, ισχυρογνώμονας 3. ράτσα κυνηγετικών σκυλιών < αλβαν. gege

γκέμι (το) - χαλινάρι < τουρκ. gem

γκιολέκας ή γκιουλέκας (ο) - νταής, ψευτοπαλικαράς < ίσως όν.Aλβανού επαναστάτη

γκιόσα (η) - 1. μαύρη γίδα με καστανές ρίγες 2. η γέρικη γίδα που έπαψε να γεννά 3. μτφ. γυναίκα προχωρημένης ηλικίας και κακοφτιαγμένη < σλαβ. kozje ή ρουμ. ghes

γκλάβα (η) - 1. κεφάλι 2. μτφ. γνώμη, άποψη < σλαβ. glava

γκογγάω ή γκογγολογάω - στενάζω, βογγάω, αναστενάζω < πιθανολόγηση: γοάω = θρηνώ < γόος = θρήνος γκογγολόισμα-γκογγολογιάρης-α-ικο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

γκορτζής ή κορτζής (ο) - υπάλληλος του κράτους, ελεγκτής της παραγωγής για φορολόγηση (δεκάτη) < ; Λίγες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από Κύπρο ως κορτζής και από Δράμα ως γκορτζής || «Βγάζανε του γύφτου μια ταγάρα για τα σιδερικά που είχε φτιάξει, το κομόδι, δηλαδή την πλερωμή του παπά, το μιστό της χρονιάς, το αλωνιάτικο (των βαλμάδων) 5% και τελευταία του γκορτζή (αγροφύλακα).» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ"). Μάλλον από λάθος αναγράφεται ως αγροφύλακας πιο πάνω ο γκορτζής.

γκούσα (η) - 1. το μεγάλωμα του οισοφάγου των πτηνών, όπου αποθηκεύεται και υγραίνεται η τροφή πριν γίνει η χώνεψη 2. πρήξιμο του λαιμού 3. αναπνευστική δυσφορία < αγκούσα ή βλαχ. gusa

γκρας (ο) - είδος παλιού όπλου < γαλλ. gras

γκρεμενιάτα (η) - φρέσκο βραστό γάλα που έριχναν μέσα κομμάτια φρέσκου τυριού η φρέσκιας μυζήθρας, που έφτιαχναν όταν τυροκομούσαν, σαν κολατσιό και το έτρωγαν σκέτο ή με ψωμί < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της || «Κάτσετε του λέει μια στιγμή, κάτσετε κοντά στη φωτιά να φχαριστηθείτε τη γκρεμενιάτα» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") || «Περνώντας κάθε πρωί από το μαντρί του πεζούλια οι χωριανοί που πήγαιναν στη Νεάπολη για τα ψώνια τους, τον καλημέριζαν και πάρα πολλές φορές ο μπάρμπα-Γιώργης τους φώναζε να πάνε στο μαντρί να τους προσφέρει κάλα, φρέσκια μυζήθρα και γκρεμενιάτα(Γιάγκος Κοντός-ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ) 

γκρένι ή κρένι (το) - (ναυτ.) περιστρεφόμενος γερανός πλοίου < αγγλ. crane

γκριζόλα (η) - (ναυτ.) η θήκη της πυξίδας, το καπάκι που σκεπάζεται η πυξίδα τη νύχτα για να μην εμποδίζει το φως της την ορατότητα της βάρδιας < μαλτ. gisiola

γλαρός-η-ο - κυρίως για μάτια που είναι υγρά και λαμπερά, ηδυπαθή και ονειροπόλα < αρχ. ιλαρός γλάρα = 1.γαλήνη, νηνεμία 2. για ανθρώπους, η τάση για ύπνο, υπνηλία, νυσταγμός, νύστα, αποκάρωμα (μου 'ρθε μια γλάρα, δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου) γλαρώνω, γλαρωμένος-η-ο, γλάρωμα

γλίνα (η) - 1. λιπαρή ουσία που βγαίνει από ζωικό λίπος από βράσιμο 2. στρώμα λίπους στην επιφάνεια φαγητού ή στα τοιχώματα μαγειρικού σκεύους < μτγν. γλίνη = λαδερή λάσπη

γλιστρίδα (η) - είδος φυτού. Εκφρ. «γλιστρίδες έφαγε» για κάποιον που μιλάει πολύ) < γλιστρώ < εκλιστρώ < αρχ. λίστρον = γυαλιστήρι

γλίστρα (η) - το επικλινές μέρος στεριάς μπροστά στη θάλασσα από το οποίο ρίχνουν τις βάρκες στο νερό < γλιστρώ

γλομπάρι (το) - καρούμπαλο, εξόγκωμα < πιθανολόγηση: από γλόμπο ιταλ. globo. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

γλυκάδι (το) - ξίδι γλυκάδια - διάφοροι αδένες ζώων, συνήθως όρχεις κ.τ.λ.< μσν. γλυκάδι(ον) < αρχ. γλυκύ < γλυκύς  || «Γλυκάδιον όνομάζομεν σήμερον το όξος, όχι κατά την λεγομένην αντίφρασιν τών γραμματικών, αλλά διότι γλυκαίνει, ήγουν ήδύνει τά φαγητά. Διά την ήδυνσιν ταύτην το ονόμαζαν και οι Αττικοί Ήδος, ήγουν ήδυσμα, άρτυμα. είδος, ήδονή, και όφελος... και όξος λέγει Ησύχιος, λέξις (Γλυκάδιον) δεν ευρίσκεται ακόμη εις τά κοινά μας Λεξικά» (Αδ.Κοράης Άτακτα τόμος 1ος 1828) || Γλυκάδι (ονομάζουν εις πολλά μέρη της Ελλάδος, καθώς και εις τον καιρόν του σχολ. του Νικάνδρου ωνόμαζαν, τό ξείδι), ίδε την λέξιν γλυκάδια (εις τό πληθ., τα ποδάρια, τις φτερούγες, ο λαιμός κτλ. των ορνίθων). » Ακροκώλια (ορνίθων). (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

γλωσσοκοπάνα (η) - φλύαρη, αυθάδης, γλωσσού < γλώσσα + κοπάνα

γλωσσοτρώγω - το να μιλάω για κάποιον με φθόνο, το να ματιάζω κάποιον μιλώντας γι' αυτόν < γλώσσα + τρώγω γλωσσοφάγια (τα) = οι κουβέντες που λέω γι αυτόν γλωσσοφαγομένος-η-ο

γογγύλι (το) - είδος φυτού με σφαιρικό καρπό < γογγύλιον < αρχ. γογγύλη < γογγύλος = στρογγυλός

γολέτα (η) - είδος ιστιοφόρου πλοίου < βενετ. goleta

γομάρι (το) - 1. γαϊδούρι 2. μτφ.(υβρ.) για άνθρωπο αναίσθητο, αχάριστο και αδιάντροπο. 3. για άνθρωπο σωματώδη < μσν. γομάρι(ν) < ελνστ. γομάριον = φορτίο ζώου, υποκορ. του αρχ. γόμος = φορτίο

γούλα (η). - 1) α) φάρυγγας, λαιμός β) (συνεκδ.) στομάχι, κοιλιά 2) α) (μτφ.) λαιμαργία β) απληστία < μτγν. ουσ. γούλα.

γουλάπας-α-ι - αυτός που έχει ξυρισμένο κεφάλι < πιθανολόγηση: γουλί.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

γουλάς ή κουλάς (ο)- πύργος, ακρόπολη. Η λέξη υπάρχει και ο ως τοπωνύμιο < αραβοτουρκ. kule < γούλαιον

γουλί (το) - 1. το λευκό και σαρκώδες μέρος της πίνας 2. το τρυφερό βλαστάρι του λάχανου 3. μτφ. το ξυρισμένο κεφάλι < μσν. γουλίν < αγλίον αρχ. αγλίς = κεφαλή σκόρδου

γουλίζω ή παραγουλίζω - τρίβω, μετά το κοπάνισμα, το χταπόδι πάνω στις πέτρες για να μαλακώσει < γουλί (το κάνω σαν γουλί). Εκφρ. «θα σε γουλήσω σαν χταπόδι» = μτφ. θα σε δείρω πολύ γούλισμα ή παραγούλισμα, γουλισμένος-η-ο ή παραγουλισμένος-η-ο

γουλόζος-α-ο - λαίμαργος αλλά καλοφαγάς, εκλεκτικός στο φαγητό < ιταλ. goloso

γούμενα (η)- χοντρό καραβόσκοινο, παλαμάρι < γενουατ. gümena - καταλ., ισπαν., ιταλ. κ.ά. gumena

γούπατο (το) - κοίλωμα γης, γούβα, γούρνα, κάτι που είναι πολύ χαμηλά < γούβα + πάτος

γούπος (ο) - αυτός που τρώει πολύ, ο αχόρταγος < ίσως γούππος = λάκκος, χαντάκι < γούππα

γουργούρι (το) - 1. λαιμός, λάρυγγας 2. η διαίσθηση, η σκέψη, η ιδέα, που έχουμε μέσα μας και μας «τρώει» να κάνουμε, να επιχειρήσουμε κάτι (τι λέει το γουργούρι σου να κάνουμε τώρα; - Σε τρώει το γουργούρι σου βλέπω!) < γουργουρητό < γούργουρας < γούργουρος

γουρλωτός-η-ο - αυτός που εξέχει, πεταχτός (γουρλωμάτης-α-ικο = αυτός που έχει γουρλωτά μάτια) γουρλώνω < γρουλώνω < μσν. γρυλλώνω < αρχ. γρύλλος = γουρούνι

γουστέρα ή γαστέρα (η) - κοιλιά < μσν. αγαστέρα < αρχ. γαστήρ

γουστέρα ή γκουστέρα (η) - η σαύρα < σλαβ. guster

γούτος (ο) - το αρσενικό περιστέρι < αρχ. γοότος

γράδο (το) - 1. μονάδα μέτρησης της πυκνότητας υγρών καθώς και το σχετικό όργανο το οποίο λέμε και γραδόμετρο. Όσο πιο πολλά τα γράδα του τόσο μεγαλύτερη και η περιεκτικότητα σε αλκοόλ του κρασιού χωρίς να υπολογίζεται όμως ακριβώς ανάλογα. Λόγω της συχνής χρήσης του γράδου από παλιά, αφού παραδοσιακά όλοι έφτιαχναν το κρασί τους, έχει ακόμα παραμείνει η χρήση του γράδου σαν μονάδα μέτρησης 2. (ναυτ.) το γράδο των σφουγγαράδων, όργανο με το οποίο μετρούσαν το βάθος στο οποίο καταδύεται ο δύτης < ιταλ. grado < λατιν. gradus - βαθμός, μοίρα, κλίμακα γραδάρω - μτφ.υπολογίζω, μετρώ γραδαρισμένο-η-ο, γραδάρισμα  || «Ή μηχανικός θα γίνω, ή στον άμμο θ' απομείνω ή στον άμμο θ' απομείνω ή μηχανικός θα γίνω. Πρόσεξε κολαουζέρη με το γράδο εις το χέρι με το γράδο εις το χέρι, πρόσεξε κολαουζέρη....» (παραδοσιακό Δωδεκανήσου) || «σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις...» (Νικ.Καββαδίας «Θεσσαλονίκη»)  || «Όλη την Αγορά, τη σβάρνιζε, πότε στο τραβέρσο, για να βρει τους φίλους να τα κοπανίσουνε και πότε το πρύμιζε, πατημένος στα γράδα, να ανέβει τα σκαλούνια, στο στενό και να κοιτιάξει στο θαλάμι του....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

γραμματικός (ο) - 1. (ναυτ.) ο υποπλοίαρχος εμπορικού πλοίου 2. γραμματέας 3. εκείνος που γνωρίζει καλά τα γράμματα, που μπορεί να τα διδάξει, ο λόγιος < γράμματα < γράφω

γράνα (η) - αυλάκι,χαντάκι αποστράγγισης νερών ή οριοθέτησης αγροτεμαχίων < μσν. γράνα < σλαβ.grana

γραντί (το) - 1. σκοινί ραμμένο περιμετρικά στα πανιά των ιστιοφόρων για την ενίσχυσή τους 2. το σκοινί διχτυών ή της τράτας πάνω στο οποίο είναι αναρτημένα τα μολύβια (κάτω γραντί) και τα φελλά (πάνω γραντί) < ;  || «γραντί (το) δημ. λώμα, ήτοι σχοινίον ραπτόμενον εις τι περιθώριον του ιστίου προς ενίσχυσιν αυτού '' εν τω πληθ. γραντιά τα σχοινία του αλιευτικού δικτύου, τα έχοντα εις τό άνω μέρος αυτών φελλούς, εις δε το κάτω βάρη μολύβδου» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

γράπα ή γράμπα (η) - ξύλινο ή σιδερένιο εξάρτημα με εξογκώματα που σέρνεται στο βυθό για ανεύρεση κομμένων διχτυών, παραγαδιών κ.τ.λ. < γραπώνω < ιταλ. grappare    γραμπώνω ή γραπώνω = αρπάζω, πιάνω κάτι με γρήγορη κίνηση

γρέγος (ο) - βορειοανατολικός άνεμος < βενετ. grego < ιταλ. (vento) greco = άνεμος από την Ελλάδα γρεγολεβάντες, γρεγοτραμουντάνα, γρεγαλάκι ή γρεγάλι = ελαφρό βορειοανατολικό αεράκι

γρεντής (ο) ο προσωρινός, έκτακτος, αργόμισθος, μισθωτός  < τουρκ. egreti ή igreti «προσωρινός, έκτακτος» Η λέξη δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού, αν και αναφέρεται  στη σελίδα greek_greek.enacademic.com  ||"...Πολλές φορές ο καπετάνιος δεν ήταν και ιδιοκτήτης του σκάφους (καραβοκύρης), ήταν υπάλληλος ή γρεντής (μισθωτός) καπετάνιος, όπως τον έλεγαν...." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ΄- Ελευθέριος Π.Αλεξάκης "Μορφές αλιείας στη Νοτιοανατολική Λακωνία (Βάτικα) )

γρετίδικος ή γκρετίδικος-η-ο - 1. πρόσθετος, κινητός, 2. προχειροφτιαγμένος, κακοφτιαγμένος < ίσως ιταλ. grezzo = ακατέργαστο, gretto = τσιγγούνης

γρίβας (ο) - άλογο που έχει χρώμα σταχτί, ψαρής < παλαιότ. γερμ. ghreawaz

γρίπος (ο) - (ναυτ.) 1. αλιευτική συσκευή από δίχτυα 2. σκοινί που σύρεται μέσα στη θάλασσα από δύο πλοία ή για την ανεύρεση πραγμάτων ή για το ψάξιμο ναρκών 3. αλιευτικό πλοιάριο < ελνστ. γρίπος = δίχτυ ψαρά, βεν. Gripo, ιταλ. grippo

γροικώ ή γρικώ - 1. ακούω 2. εννοώ, καταλαβαίνω (εκφρ. «δε γροικάς τίποτα») < μσν. γροικώ < αγροικός || «Ακόμη και Αγροικώ, και Γρυκώ και Γροικώ. Μόνη ορθή γραφή είναι διά διφθόγγου, και χωρίς το α (Γροικώ). Διότι τό χυδαϊκόν εξάμβλωμα τούτο παράγεται από το Αγροικος, σύνθετον όνομα από το Αγρός και Οικώ. Η χυδαιότης ακούουσα το Aγροικίζομαι ένόμισε τό στερητικών, και ακολούθως έσυμπέρανε ότι το χωρίς της στερήσεως, Γροικίζω, Γροικίζομαι, Γροικώ, έπρεπε να σημαίνη εναντίον τι τού Αγροικίζομαι, ήγουν νοώ, καταλαμβάνω» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 2ος 1829)

γρουμπούλι (το) - 1. το καρούμπαλο, το εξόγκωμα από κάποιο χτύπημα 2. ο σβώλος < μσν. γρόμπος < βεν. grumus = μικρός σωρός γρουμπουλιάζω, γρουμπούλιασμα, γρουμπουλιασμένο-η-ο

γρυλώνω - γουρλώνω, ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου < μσν. γρυλώνω < γρύλλος γρύλωμα, γρυλωμένος-η-ο

γυάλα (η) - 1. (ναυτ.) η απότομη κίνηση που κάνει ένα ψάρι όταν κινείται ξαφνικά και αλλάζει κατεύθυνση είτε κυνηγώντας είτε προσπαθώντας να ξεφύγει από το αγκίστρι, με αποτέλεσμα να γυαλίσει η κάτω ή η πλαϊνή του πλευρά και να φανεί σ΄αυτόν που είναι έξω από το νερό ένα απότομο γυάλισμα 2. μτφ. απότομες στροφές ή κινήσεις που μπορεί να κάνει κάποιος άνθρωπος < γυαλάδα

γυαλί (το) - (ναυτ.) 1. μεταλικό δοχείο σαν μεγάλη λεκάνη, με γυάλινο πάτο, το οποίο χρησιμοποιούν οι ψαράδες για να μπορούν πάνω από την βάρκα, να δουν στον βυθό. Συνήθως το χρησιμοποιούν στην διαδικασία εξεύρεσης ζωντανών δολωμάτων (μικρόψαρα) παρακολουθώντας με το γυαλί αν μπουν αυτά μέσα σε μεγάλη απόχη που έχουν ρίξει στο βυθό και στην οποία έχουν τοποθετήσει μαλάγρα) 2. θαλάσσιος οργανισμός που μοιάζει με τις μεγάλες μέδουσες αλλά είναι εντελώς διάφανος και όχι τοξικός < γυαλί

Γυαλιστής (ο) - ο μήνας Ιούλιος (γιατί τότε γυαλίζουν - ωριμάζουν τα σύκα) < γυαλίζω

γυλιός (ο) - ο στρατιωτικός σάκος ο οποίος περιέχει τα ατομικά πράγματα κάθε στρατιώτη < αρχ. γυλιός < γύαλον = κοιλότης

γυμνοσάλιαγκας (ο) - σαλιγκάρι χωρίς όστρακο < γυμνό + σάλιαγκας