Μ (3η)

μπαμπουλωμένος ως μυλοπόνεμα

μπαμπουλωμένος-η-ο - 1. άνθρωπος με καλυμμένο το πρόσωπο ή και όλο το κεφάλι είτε σκεπασμένος με στρωσίδια 2. μτφ. αυτός που είναι πολύ βαριά ντυμένος, τυλιγμένος με πολλά ρούχα < μπαμπούλας < μσν. ουσ. μπουμπούλας πιθ. και μπούλα = Γυναίκα με το πρόσωπο σκεπασμένο < πιθ. αλβ. bullë, βουλγαρικό bula πιθ. σχετ. με το ουσ. μπόλια = γυναικείο κάλυμμα κεφαλιού, μαντήλι. Μπούλες λέγονταν και οι μασκαράδες που είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με αυτοσχέδιες κυρίως μάσκες, από νάϊλον κάλτσες, μαντήλια κ.λ.π. μπαμπουλώνω, μπαμπούλωμα

μπάμπουρας ή μπαμπούγερας - κοινή ονομασία που έχουν διάφορα έντομα < μσν. μπάμπουλας (ηχομιμ.), αρχ. βομβυλιός (ηχομιμ.)

μπανίζω - 1. κοιτάζω, παρατηρώ κάτι με πολύ ενδιαφέρον, βλέπω κάτι με πόθο για να το αποκτήσω 2. βλέπω κάποιον ξαφνικά ή κρυφά < μπάνια, επειδή παλαιότερα οι άντρες κρυφοκοίταζαν από μακριά τις γυναίκες που κολυμπούσαν μπανιστήρι, μπανιστηρτζής-ου-ιδικο

μπάνικος-η-ο - ωραίος, ελκυστικός < μπανίζω

μπαντονάρω - με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου, παραιτούμαι της προσπάθειας, τελειώνει το κουράγιο μου < μσν. αμπαντονάρω απαντονάρω, παντονάρω = εγκαταλείπω < ιταλ. abbandonare = εγκαταλείπω, παρατώ, παραδίνω μπαντονάρισμα, μπαντοναρισμένος- η-ο. Η λέξη χρησιμοποιείται σε πολλά μέρη της Ελλάδας σαν αμπαντονάρω, εμείς του έχουμε κόψει το άλφα και υπάρχει και ναυτικός όρος, μπαντονάρω ή αμπαντονάρω, ο οποίος σημαίνει εγκαταλείπω την άγκυρα στο βυθό λόγω κακοκαιρίας || "Οι αρμοί στα πόδια τους μπαντονάρανε και τους συγκολλήθηκε μιά τρομάρα μέσα τους, με όσα βλέπανε και ανανογιόντουσα ότι ήρθε, ζύγωσε, το τέλος τους...." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπαξεβάνης (ο) - καλλιεργητής κήπου, μπαξέ, ο περιβολάρης < τουρκ. bahcivan

μπαξίσι (το) - το φιλοδώρημα που δίνει κάποιος, όταν του προσφέρουν κάποια εκδούλευση, κάποια βοήθεια < τουρκ. bahsis

μπαούτσος-α-ι - 1. ογκώδης, μεγαλόσωμος 2. τρομακτικός, μπαμπούλας, φάντασμα < βεν baucco; Ελάχιστες αναφορές στο διαδίκτυο στη σελίδα (https://sarantakos. wordpress.com/2012/03/30/limniwords/) φαίνεται να χρησιμοποιείται η λέξη στην Εύβοια, αλλού ως ογκώδης και αλλού ως άσχημος, τρομακτικός

μπαρκαρίζο (το) - (ναυτ.) πόρτα στο πλάι του σκάφους για τη διακίνηση των πραγμάτων, εμπορευμάτων κ.τ.λ.< μπαρκάρω < μσν. μπαρκάρω < ιμπαρκάρω < ιταλ. imbarcο= επιβίβαση, μέρος για επιβίβαση σε πλοίο || " Είχα­νε συνάξει στο μπαρκαρίζο μιά βαρκαδιά. καρπούζια και ένα- ένα, ο από πάνω, τα πετούσε στον από κάτω και αυτός με ανοι­χτές τις παλάμες, τα τσάκωνε στον αέρα και τα ντάνιαζε στο αμπάρι της βάρκας." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπαρκέτα ή παρκέτα (η) - (ναυτ.) δρομόμετρο, όργανο που μετρά την ταχύτητα του πλοίου. Σε παλαιότερες εποχές είχε σκοινί που ριχνόταν στα νερά με τριγωνικό κομμάτι ξύλου στην άκρη του < ιταλ. barchetta = μικρή βάρκα ||  «...παρκέτα (η) (Ιταλ.) δημ. ναυτ. το δρομόμετρον βλ,λ. : ξύλο της παρκέτας (το δελτωτόν), - ρίχνω παρκέτα (δρομομετρώ), - σάγουλα της παρκέτας (τό λεπτόν σχοινίον του δρομόμετρου), - αβίγα = η ανέμη της παρκέτας (το εξέλικτρον) ...» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) '' «Η λέξη παρκέτα ή μπαρκέτα προέρχεται από την ιταλική λέξη barchetta που σημαίνει βαρκάκι, ο αγγλικός όρος log σημαίνει στα αγγλικά κούτσουρο, ξύλο (αρχικά λεγόταν log ship). ήταν ένα ξύλο με σχήμα τεταρτοκυκλίου που δεμένο με το παρκετόσχοινο ριχνόταν στη θάλασσα. Αφού το πλοίο προχωρούσε και η παρκέτα έμενε πίσω, ένας ναύτης γύριζε το μινούτο δηλαδή μία κλεψύδρα και άλλος μετρούσε πόσοι από τους κόμπους που ήταν δεμένοι στο παρκετόσχοινο πέρασαν. Οι κόμποι ήταν δεμένοι σε αποστάσεις ώστε να απέχουν το ίδιο κλάσμα του ναυτικού μιλίου με το κλάσμα της ώρας που μετρούσε το μινούτο. Δηλαδή αν το μινούτο (όπως λέει η λέξη) κρατούσε ένα λεπτό (1/60 της ώρας) οι κόμποι ήταν κάθε 1852/60=30,87 m. Αν μέχρι να αδειάσει τo μινούτο είχαν περάσει για παράδειγμα τέσσερις κόμποι ο ναύτης φώναζε όταν άδειαζε η κλεψύδρα "τέσσερις κόμποι" οπότε αν σε ένα λεπτό διάνυσαν 4/60 του ναυτικού μιλίου σε μια ώρα θα διένυαν τέσσερα ναυτικά μίλια, οπότε από αυτή τη διαδικασία έμεινα το ένα ναυτικό μίλι την ώρα να λέγεται "ένας κόμβος".» (www.nautilia.gr/forum) '' "Η ετυμολογία από το ίταλ. Barchetta που πρότεινε ο Τράπαλης στο 1150.52 δεν στέκει, αντίθετα ο Κοτσοβίλλης στο 637.137 αναφέρει την παρκέτα ως Λέξη του Ναυτικού γλωσσάριου για το δρομόμετρο . Η ετυμολογία μπαρκέτα= μικρή βάρκα δεν ταιριάζει με το είδος του οργάνου. Parcae (Πάρκαι) είναι οι Μοίρες της αρχαίας ελληνικής Μυθολογίας. Η Kλωθώ, η Άτροπος και η Λάχεσις. Ο ενικός είναι Parca (η Μοίρα). Η μοίρα κλώθει το νήμα της ανθρώπινης ζωής. Μέσα από τα δάκτυλά της περνάει το νήμα που ξετυλίγεται, Έτσι συμβαίνει και με αυτόν που ρίχνει το δρομόμετρο, την πάρκα. Οι περισσότεροι ναυτικοί δεν γνωρίζουν τι είναι οι Μοίρες ακούγοντας λοιπόν την παρομοίωση πάρκα το εξέλαβαν ως μπάρκα (βάρκα). Το μπάρκα του φάνηκε πολύ μεγάλο για να δηλώνει το δρομομετρο και το μετονόμασαν μπαρκέτα» (www.stougiannidis.gr)

μπάρκο (το) - (ναυτ.) 1. καράβι με τρία κατάρτια 2. το φορτίο του καραβιού 3. η ναυτολόγηση, το σύνολο του ταξιδιού του ναυτικού (Σε αυτό το μπάρκο πήγαμε .... Σε αυτό το μπάρκο κουβαλούσαμε ...) < ιταλ. barco μπαρκάρω, μπαρκαρισμένο-η-ο, μπαρκαρούτσος

μπαρμπούτι (το) - τζογαδόρικο παιχνίδι με ζάρια < τουρκ. barbut

μπαρμπούτσαλο (το) - ως χαρακτηρισμός για κάτι ασήμαντο, ανόητο, ψεύτικο ή απίθανο. Mπαρμπούτσαλα = σαχλαμάρες, ανοησίες < ίσως βεν. barbuzzal = μικρή μάσκα στο μέτωπο ηθοποιού

μπαρούμα (η) - (ναυτ.) σκοινί με το οποίο δένεται από την πλώρη πλοίο ή βάρκα στη στεριά ή για ρυμούλκηση < βενετ. paroma

μπασαβιόλα ή πασαβιόλα (η) - το κοντραμπάσο < ιταλ. basso di viola

μπασία (η) - η δίοδος, το πέρασμα που μπαίνει κάποιος στο σπίτι του, στο χωράφι του κ.λ.π., η εμβασία < έμβασις

μπασκίνας (ο) - αστυνομικός < τουρκ. baskin = έφοδος

μπασμός (ο) - μαλάγρα, για προσέλκυση ψαριών < πιθανολόγηση: μπάζω < βάζω ή τουρκ. basmak = πιέζω, πατώ (γιατί συνήθως οι μαλάγρες γίνονται από ζύμωμα διαφόρων υλικών)

μπαστέκα (η) - μέρος τροχαλίας το οποίο κουμπώνει και ξεκουμπώνει για να περάσει το σκοινί με το οποίο τραβάμε κάποιο αντικείμενο < ;

μπαστούνι (το) - (ναυτ.) το ξάρτι στην άκρη της πλώρης πάνω από το ακρόπωρο < ιταλ. bastone

μπατάλικος-η-ο - 1. ο χοντρός, ο δυσκίνητος, ο άχαρος 2. αυτός που δεν έχει αξία, άχρηστος < τουρκ. battal μπαταλεύω, μπατάλεμα ή μπατάλιασμα, μπαταλεμένος-η-ο ή μπαταλιασμένος-η-ο

μπατανία (η) - χοντρή μάλλινη υφαντή κουβέρτα < τουρκ. battaniye

μπαταξής-ου-ίδικο ή μπαταχτζής-ου-ίδικο - ο κακοπληρωτής, αυτός που δεν πληρώνει τα χρέη του < τουρκ. batakci μπαταξιλίκι = κακοπληρωμή, φέσι

μπαταριά (η) - ομοβροντία < τουρκ. batarya < βεν. bataria = συστοιχία κανονιών

μπατζανέμι (το) - το αγιάζι, το σημείο που βρίσκει πολύ ο αέρας < ; Λίγες αναφορές στο διαδίκτυο από τη Νάξο, φαίνεται να χρησιμοποιείται με την αντίθετη έννοια, δηλαδή εκεί που απαγγιάζει ο αέρας.

μπατζικώνω - σφηνώνω, μαγκώνω μπατζικωμένος-η-ο, μπατζίκωμα < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της.

μπάτης (ο) - (ναυτ.) αεράκι που έρχεται από τη στεριά προς τη θάλασσα, η θαλάσσια αύρα < αρχ. εμβάτης < εν + βαινω = ο εμβαίνων αυτός που μπαίνει στη στεριά από τη θάλασσα

μπάφα (η) - ο μεγάλος θηλυκός κέφαλος από τον οποίο βγαίνει το αυγοτάραχο, αλλά και το ψαρόλαδο που χρησιμοποιούσαν για λίπανση < ιταλ. baffo

μπαφουνάτος-η-ο - τροφαντός, φουσκωτός, παχύς < πιθανολόγηση : μπάφα (επειδή συνήθως είναι πολύ φουσκωμένη από το αυγό); . Ελάχιστες αναφορές της λέξης και αυτές προερχόμενες από τη Λευκάδα|| *μπαφουνάτος, ο, αφράτος και τρυφερός. Μπάφα-μπαφουνάτος. Οι μελιτζάνες που έκοψα είναι μπαφουνάτες." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων")

μπαφούσκα (η) - πολύ φουσκωμένη και πλαδαρή κοιλιά < πιθανολόγηση: μπάκα + φούσκα

μπαχατέλα (η) - 1. μικρό, ασήμαντο πράγμα ή παλιό και χωρίς αξία 2. κάτι μηχανικό που δεν δουλεύει καλά 3. (μειωτ.) για πρόσωπο μεγάλης ηλικίας, άχαρο ή δυσκίνητο < ιταλ. bagattella

μπεζακτάς ή μπεζαχτάς (ο) - 1. πρόχειρο τραπέζι που χρησιμεύει ως ταμείο 2. γενικά το κομπόδεμα < τουρκ. pestahta

μπεζεβέγκης-ισσα-ικο - 1. αγαπητικός 2. νταβατζής < τουρκ. pezevenk

μπεζερίζω ή μπεζεράω - κουράζομαι, υποφέρω, δυσκολεύμαι < τουρκ. bezmek μπεζέρισμα, μπεζερισμένος-η-ο

μπεζές (ο) - είδος γλυκίσματος που γίνεται από μαρέγκα και ζάχαρη, διαμορφώνεται σε κομμάτια και ψήνεται στο φούρνο < ίσως γαλλ. baiser

μπεζεστένι (το) - γενική ονομασία για στεγασμένη αγορά σε τουρκικές ή αραβικές πόλεις < μσν. μπεζεστένιν < τουρκ. bezesten = αγορά υφασμάτων

μπεκιάρης-ισσα-ικο - εργένης, ανύπαντρος < τουρκ. bekar

μπελαμάνα (η) - κύριο μέρος της εξωτερικής χειμερινής ενδυμασίας των αντρών του πολεμικού ναυτικού < ιταλ. bellamano ή velamen < λατ. velo

μπελλού (η) - ιστιοπλοϊκόσκάφος της παλιάς εποχής γνωστό και ως σακκολέβα < ;

μπέμπελη (η) - 1. ιλαρά 2. εκφρ. "έβγαλα την μπέμπελη" = ζεστάθηκα πολύ, έσκασα από την ζέστη < πέπελη < σλαβ. pepeli = στάχτη

μπεντένι (το) - 1. έπαλξη, πολεμίστρα < τουρκ. beden 2. (ναυτ.) σκοινί σκάφους το οποίο δεν δένεται στο σημείο πρόσδεσης αλλά περνιέται σε κάποιο κατάλληλο σημείο και οι δύο άκρες του είναι δεμένες στο σκάφος έτσι ώστε να μπορεί να λυθεί χωρίς να βγει κάποιος από αυτό

μπερκέτι (το) - αφθονία αγαθών και ιδίως καλή σοδειά < τουρκ. bereket

μπερκετιλής-ου-ίδικο - 1. άφθονος,μπόλικος, εύφορος 2. μερακλής, επιμελής < μπερκέτι < τουρκ. bereket

μπερμπάντης-ισσα-ικο - 1. αυτός που δε γελιέται εύκολα, έξυπνος, πονηρός 2. άνθρωπος ακόλαστος, γλεντζές, γυναικάς < ιταλ.birbante μπερμπαντεύω, μπερμπάντικος-η-ο, μπερμπάντεμα

μπερντές (ο) - κουρτίνα < τουρκ. perde

μπερούκι (το) - τρόπος δεσίματος του μαντηλιού που φόραγαν στο κεφάλι οι γυναίκες και αφορούσε κυρίως τις νέες γυναίκες. Το έδεναν λοιπόν ή πάνω στο κεφάλι ή στον αυχένα, αφήνοντας ελεύθερο το πρόσωπο σε αντίθεση με τις μεγάλες σε ηλικία γυναίκες και τις χήρες, που έκρυβαν σχεδόν όλο το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια (ήταν μουρωμένες!) < πιθανολόγηση περούκα < βενετ. peruca.Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφονται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Τη καθημερινή και τη σκόλη δένανε το μαντήλι σαρίκι ή μπερούκι. Το δένανε πάνω στο κεφάλι κι άφηναν τη μούρη (πρόσωπο) ξεσκέπαστη)»(Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μπερτάκι (το) - ξυλοδαρμός < τουρκ. perdah

μπεσίκι (το) - ξύλινη κούνια δαπέδου για μωρά < τουρκ. besik

μπετούγια (η) - μικρό μάνταλο πόρτας, με το οποίο ανοίγει αυτή και από μέσα και απέξω < ισπαν. bedija

μπεχλιβάνης-ισσα-ικο - 1. παλαιστής 2. παλικαράς < τουρκ. pehlivan

μπηκιώνω - σφηνώνω, χώνω (μου μπηκιώθηκε μιά ιδέα) < μπήκε + κατάληξη - ώνω μπηκιωμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μπίγα (η) - (ναυτ.) 1. γερανός, βίντζι 2. μεγάλη πλωτή πλατφόρμα που έχει ενσωματωμένο στο κατάστρωμα μεγάλο γερανό, βίντζια και άλλα εργαλεία για εργασίες εκσκαφής και κατασκευής λιμανιών κ.λ.π. και η οποία δεν έχει μηχανή αλλά μετακινείται συνοδεία ρυμουλκού < βεν. biga

μπίζουλος-η-ο - επικίνδυνος, επισφαλής, δύσκολος, μπελαλίδικος (τα πράγματα είναι μπίζουλα) < αρχ. επίζηλος || «ΕΠΙΖΗΛΟΣ. Τούτο εξεχυδαΐσθη εις το Πίζουλος (ώς λέγομεν και Ζουλεύω το Ζηλεύω), και σημαίνει το Επισφαλής Ακροσφαλής, των παλαιών. Εις ταύτην την σημασίαν έμεταχειρίσθη Πλούταρχος (Σόλ. 25). Eπίζηλον, Επίφθονον πράγμα, ελέχθη μεταφορ, το επικίνδυνον, διότι τα ζηλευόμενα φθονούμενα ως επιπολύ τρέχουν και πλειότερον κίνδυνον βλάβης» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μπικικίνια (τα) - λεφτά, φράγκα, παράς < βεν. picenin

μπιμπίλα (η) - λεπτή δαντέλα, φτιαγμένη στο χέρι με βελονάκι, που έμπαινε διακοσμητική σε εργόχειρα, εσώρουχα, πουκάμισα, μαξιλαροθήκες < τουρκ. birbiri = στη σειρά, ο ένα μετά τον άλλο μπιμπιλώνω, μπιμπίλωμα μπιμπιλωτός-η-ο

μπινί (το) - «μπινί (το) δημ. στενή λωρίς σανίδος, πήχη, ήτις προσηρμοσμένη είς τό άκρον του ενός παραθυρόφυλλου χρησιμεύει να επικαλύπτη τήν αρμογήν τών δύο φύλλων κατά τό κλείσιμον αυτών» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) < τουρκ. bina = χτίσμα ;

μπινελίκι (το) - 1. το πάθος του μπινέ 2. βρισιά 3. γλυκό, μεζές < μπινές μπινελικώνω, μπινελικώνομαι, μπινελίκωμα

μπινές (ο) - αυτός που πηγαίνει με άντρες και ως ενεργητικός και ως παθητικός εραστής < τουρκ. ibne

μπίντα ή πίντα - μεταλλική ή τσιμεντένια κολώνα του λιμανιού ή του καραβιού που περνιούνται οι κάβοι ή δένονται τα σκοινιά πρόσδεσης < ιταλ. binda

μπιντές (ο) - λεκάνη από πορσελάνη στο μπάνιο για πλύσιμο των απόκρυφων σημείων του σώματος < ιταλ. bide

μπιρμπίλι (το) - 1. αηδόνι 2. το μπιρμπίλι της θάλασσας, η αλκυόνα < τουρκ. bulbul

μπιρμπιλομάτης-α-ικο- αυτός έχει παιχνιδιάρικα μάτια < μπιρμπίλι + μάτι

μπιρμπίλω (η) - μτφ. αυτή που κάνει καμώματα, η παιχνιδιάρα, η ναζιάρα < μπιρμπίλι

μπιρσίμι ή μπρισίμι (το) - μεταξωτή κλωστή < τουρκ. ibrisim

μπιστικός-ια-ικο ή μπίστικας - 1. ψυχογιός τσέλιγκα 2. έμπιστος 3. ο βοσκός που έχει μισθωθεί < μτγν. πιστικός < πιστός μπιστός-η-ο = έμπιστος-η-ο

μπίτι - καθόλου, ολότελα < τουρκ. bit

μπιτίζω - τελειώνω, αποτελειώνω < τουρκ. bittim < bitmek μπιτισμένος-η-ο

μπλαμούτσα (η) - 1. χαρακτηρισμός αντικειμένου φαρδιού και πλακουτσωτού 2. μεγάλο άχαρο αντικείμενο 3. μτφ. για άνθρωπο πολύ χοντρό και άχαρο < ; Λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Ηλεία, στην Αχαΐα αλλά και στην Αλλόνησο (σαν μεγάλη πατούσα).

μπλεούνι (το) - κακία, ζήλια, κάρφωμα, κακή διάθεση < πιθανολόγηση: αρχ. έμβλεμμα = βλέμμα κατ' ευθείαν προς κάτι, κοίταγμα, «κάρφωμα» κατά πρόσωπο ή αρχ.ομηρ εμ-πλήσσω = επιτίθεμαι εναντίον κάποιου. Μοναδική αναφορά της λέξης στη σελίδα (https://www.lithoksou.net/p/ lekseis-tis-romaiikis-dimotikis-glossas-poy-arxizoyn-apo-mpi-mpnt)με την εξήγηση κακή διάθεση.

μπλέζα (η) - όσπριο σαν το κουκί, αλλά με χοντρότερο λωβό. Κυρίως στη Πελοπόνησσο χρησιμοποιείται η λέξη. Στη σελίδα https://www.minagric.gr/gpa/gpa_ second/omilies/Braxonidou-Oikonomou.pdf αναγράφεται: Η μπλέζα, συχνότερα στον πληθ. μπλέζες ποικιλία κουκιών (χλωρών και ξερών), που βρίσκουμε στην Πελοπόννησο και στα Κύθηρα, έχει πιο δυσερμήνευτη γλωσσικά καταγωγή. Μία εκδοχή είναι να αποτελεί δάνειο από το ιταλ. amplesso = περίπτυξη, λόγω της περιελισσόμενης ανάπτυξής του, μπορεί όμως για τον ίδιο λόγο να σχετίζεται με το αμπέλι25, και ετυμολογικά. Ή πάλι, να προέρχεται από το ιταλ. pelosi = χνουδωτός, που περιγράφει μία εκ των δύο πιο διαδεδομένων ποικιλιών φασολιών. 26 Στις Κροκεές της Λακωνίας εμφανίζεται και ο τύπος μπλεζοκούκι, ονομασία που αποδίδεται σε είδος μικρών κουκιών που, προφανώς με παρετυμολόγηση από το αλβ.; μπλέτσος= γυμνός στην Ήπειρο παίρνει τη μορφή μπλετσοκούκι που σημαίνει «παιδί που φοράει λίγα ρούχα». Άλλες ονομασίες αυτού του είδους κουκιού είναι και πλαγομάλια (Πελοπν. Λακων. και Μεσσην.), πλαγουμάρια (Μάν.), πλαϊμάνοι (Κρήτ.), πλαγιομάνοι (Κύθηρ.), πλαγοκούτσια. || «Οι νοικοκυραίοι κονομούσανε το από το καλοκαίρι όσπρια, φασόλια, φσκές, μπλέζες, λαθούρια και μαναρόλια, που κάνανε τη φάβα, μπιζέλια, τραχανά και χυλοπίτες.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μπλιγούρι (το) - 1. το σιτάρι που έχουν κόψει με χειρόμυλο 2. το φαγητό που φτιάχνεται από αυτό το σιτάρι < πνιγούρι < πνίγω, επειδή πριν αλεστεί βράζεται < τουρκ. bulgur

μπογάζι ή μπουγάζι (το) - 1. το πέρασμα ανάμεσα σε δύο στεριές 2. στενό 3. ρεύμα αέρα από στενό < τουρκ. bogaz

μπογασί (το) - βαθύ κόκκινο < ; Το μπογασί αρχικά φαίνεται να είναι είδος υφάσματος ("boucassin αρ. ύφασμα βαμβακερόν (μπογασί)" αναφέρεται σε Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του 1835. Επίσης στην Ήπειρο :«Το μπογασί είναι το διακριτικόν σημείον, όπερ έχουσιν οι ύπανδροι γυναίκες και αι παρθένοι (οι καλομοίρες) εις την εσθήτα των (στο φουστάνι). Το μπογασί τούτο είναι ταινία ερυθρά (προς ένδειξιν χαράς) πλάτους έξ περίπου εκατοστομέτρων. Περιρράπτεται περί την εσθήτα κατά το μέσον ακριβώς (και...) αφαιρείται κατ' έθιμον από της εσθήτος των χηρευουσών γυναικών» (https://www.artinews.gr). Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και στη Μάνη (https://www.iatrikionline.gr/En_Xro3_06/7.pdf).Στη συνέχεια το μπογασί απέκτησε την έννοια του βαθύ κόκκινου ίσως επειδή συνήθως το ύφασμα συνήθως βάφονταν σε αυτό το χρώμα, αφού πιθανά με αυτό έφτιαχναν τα παραπάνω διακριτικά αλλά και τα φέσια, τα οποία κυρίως είχαν αυτό το χρώμα ||'' ....Βρήκα και φέσι μπογασί (= βαθύ κόκκινο) για κοριτσιού κεφάλι..." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ- ΤΟΜΟΣ Β'- Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια")

μπόγος (ο) - 1. στοίβα με κουβέρτες, κουρελούδες, χαλιά κ.λ.π. που σκεπασμένα ήταν αποθηκευμένα σε κάποια γωνιά του σπιτιού 2. γενικά στοίβα από ρούχα < μπήγος < εμπήγω, πήγω = κάνω κάτι στερεό 3. μτφ. πολύ χοντρός άνθρωπος 4. αυτοσχέδιο βαρκάκι, συνήθως φτιαγμένο από λαμαρίνα, πολλές φορές μήκους πάνω από 1 μέτρο, το οποίο χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για παιχνίδι στη θάλασσα, κρατώντας το δεμένο από την ακτή. Σε κάποιες περιπτώσεις το χρησιμοποιούσαν και για ψάρεμα, δένοντας στη πρύμνη του ένα αγκίστρι δολωμένο με ζωντανή ζαργάνα με σκοπό να πιαστεί κάποια λίμπερα (κυνηγός). Πιθανό το όνομα αυτού να προέρχεται από ένα είδος ιστιοφόρου με μικρό βύθισμα της εποχή του 1821 < τουρκ. bog μπογαλάκι = μικρός μπόγος || «ΜΠΟΓΟΣ, Μπήγος, Δ. άθροισμός διαφόρων πραγμάτων, ως επι πολύ πανικών, συνδεμένων, ή στοιβασμένων εις έν δοχείον ή περικάλυμμα. Η γραφή (Μπήγος) φανερώνει την παραγωγήν του από το Πήγω, όθεν παράγεται και το paquet των Γάλλων, ως από το σύνθετον Εμπήγω, το empaqueter, και το ήμέτερον, Μπόγος ή Μπήγος, ήγουν Έμπηγος» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μποϊλής-ου-ίδικο - αυτός που έχει μπόι, ψηλός < τουρκ. boylu

μπόλια (η)- 1. γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού, μαντήλα 2. δαντελωτή μεμβράνη από το προκοίλι μοσχαριού ή προβάτου < βεν. imbolia || «Εμπόλια ουσ. θηλ. Δ.Σ. Kάλυμμα της κεφαλής γυναικείον (voile), σύνηθες εις τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, και εξαιρέτως της Τήνου. Γράφε εμβολία όξυτόνως και διά του β, διότι είναι της αυτής αρχής και το Εμβολις, Εμβολίδες, αι περίθετοι λέγει Ησύχιος, Και ρήμα, ενεργ. Εμπολιάζω (γρ. Εμβολιάζω), Σ.σκεπάζω την κεφαλήν μ' εμβολίαν, και μέσ, Εμβολιάζο μαι, σκεπάζομαι την κ.τ.λ.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μπολιάρης-α-ικο - αυτός που γυρίζει μέσα στους δρόμους, από δω και από κει, αδέσποτος < ίσως μεταγν. εμβολιάρης (έμβολοι = κεντρικοί δρόμοι) αυτός που ζητιανεύει

μπομπαρία (η) - πιτσιρικαρία, παρέα νέων παιδιών < πιθανολόγηση: μπόμπιρες <ιταλ.bombero. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται αυτή να χρησιμοποιείται στη Λακωνία, στη Μεσσηνία και στην Ηλεία.

μπομπερός (ο) - ο σατανάς, ο διάβολος < πιθανολόγηση: πομπερός < πομπή (αυτός που έχει πολλές πομπές). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μπομπίνα (η) - 1. το καρούλι (ειδικότερα) το καρούλι που στενεύει στη μία άκρη και δεν είναι πεπλατυσμένο στη μικρή ή και στις δύο άκρες 2. το καρούλι που είναι τυλιγμένο το κινηματογραφικό φιλμ 3. (κατ' επέκταση) η συνήθης ποσότητα υλικού που τυλίγεται στην μπομπίνα ως μονάδα μέτρησης (εκφρ.για να τα ράψω όλα αυτά θα πρέπει να χαλάσω πέντε μπομπίνες κλωστή) < βεν. bubina

μπομπόλι (το) - 1. θαλασσινό οστρακοειδές παρόμοιο με το στεριανό σαλιγκάρι 2. το σαλιγκάρι μπόμπολας = ο μεγάλος σαλίγκαρος < βενετ. bovolo. Κυρίως στην Πελοπόννησο και στα Κύθηρα φαίνεται να χρησιμοποιείται η λέξη || "Στον Κόμη (1995) βρίσκουμε χωρίς ετυμολογική πληροφορία το λήμμα μπόμπολας και μπόμπολος 1. κοχλίας 2. θαλάσσιος κοχλίας (σαν τα σαλιγκάρια με σκληρό καβούκι)'. Ο Πάγκαλος (1994-2003) σημειώνει ότι είναι αγνώστου ετύμου, ενώ ο Ξανθινάκης (2001) το ετυμολογεί από το μεσαιωνικό πόπολον (πολύς λαός, μεγάλο πλήθος) < λατ. populus με τροπή του /p/ > /b/. Και στο ιδίωμα των Κυθήρων έχουμε παράδειγμα διπλής ηχηροποίησης του άηχου /p/ > /b/, βλ. ποπολάνος και μπομπολάνος 'χωρικός'. Όμως η ετυμολόγηση του Ξανθινάκη (2001) δεν ικανοποιεί το σημασιολογικό κριτήριο, γιατί η σύνδεση των δύο σημασιών είναι αυθαίρετη. Παρόλο που το έργο εκδόθηκε το 2001, ο συγγραφέας δεν ανέτρεξε στους μέχρι τότε εκδεδομένους τόμους του Κριαρά (1969 κ.εξ.), όπου λημματογραφείται η λέξη μπόβολος 'σαλιγκάρι', η οποία μαρτυρείται τον 17ο αι.: «ἤτονε ἕνας μπόβολος ἀποτ' ἐκείνους ὁποῦ ἔχουν τέσσερα κέρατα» Μπερτολδίνος 166-167. Ο μπόβολος αποτελεί βενετικό δάνειο (< bovolo 'σαλιγκάρι, κοχλίας') (βλ. Boerio 1856) 11 και προσαρμόστηκε στο κλιτικό παράδειγμα της ν.ε. με κλιτικό επίθημα -ος" (ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ «Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΑ ΓΛΩΣΣΑΡΙΑ ΚΑΙ ΛΕΞΙΚΑ:ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΘΗΡΑΪΚΟ ΙΔΙΩΜΑ» - Γεωργία Κατσούδα ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ, Ακαδημία Αθηνών)

μπομπολόριζο (το) - φαγητό μαγειρεμένο με θαλασσινά μπομπόλια και ρύζι < μπομπόλια + ρύζι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μπομπότα (η) - 1. αλεύρι που φτιάχνεται από αραποσίτι, καλαμπόκι 2. ψωμί που φτιάχνεται από αυτό το αλεύρι < βενετ. bobotta < boba

μπονόρα - νωρίς, πρωί πρωί< ιταλ. a buonora

μποξάς (ο) - 1. δέμα ρούχων 2. σάλι που φτιάχνεται από μάλλινο ύφασμα, πλεχτό ή υφαντό < τουρκ. bohca

μποσικάρω - κάνω κάτι μπόσικο, χαλαρό, χαλαρώνω, ξεσφίγγω, παραλύω, χαλαρώνω από την ένταση, ξεσφίγγομαι < μπόσικος-η-ο - χαλαρός, όχι σφιχτός < τουρκ. bos μποσικάρισμα, μποσικαρισμένος- η-ο

μπόσης (ο) - 1. (ναυτ.) ο ναύκληρος, ο λοστρόμος του σκάφους 2. Το αφεντικό < αγγλ. boss= αφεντικό πιθ. σε συνδυασμό με το αγγλ. boatswain = λοστρόμος

μποστάνι (το) - 1. λαχανόκηπος γενικά 2. ειδικότερα φυτεία με πεπόνια ή καρπούζια < τουρκ. bostan

μπότζα ή πόντζα - (ναυτ.) παράγγελμα με το οποίο απομακρύνεται η πλώρη του πλοίου από τη διεύθυνση κατά την οποία φυσάει ο άνεμος. αντ. όρτσα < βεν. bozza = σκοινί που σφίγγουν τη γούμενα

μποτζάρω - (ναυτ.) 1. κουνιέμαι από το μπότζι 2. δένω και τακτοποιώ τα πράγματα ενός σκάφους έτσι ώστε να μη μετακινούνται από το κούνημά του < μπότζι (το) - το κούνημα του πλοίου σε τρικυμία < ιταλ. poggia < τουρκ. bocalamak = κουνιέμαι ή αγγλ. botch = κάνω κάτι αδέξια, τσαπατσούλικα μποτζάρισμα, μποτζαρισμένος-η-ο

μπότζιο (το) - 1. βεράντα συν. με εξωτερική σκάλα συνήθως πάνω από το ισόγειο 2. γενικά η βεράντα < ιταλ. bozza < βενετ. pozo. Από τις λίγες αναφορές που υπάρχουν , η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται μόνο εδώ και στα Κύθηρα ||«...Όταν πηγαίναμε στη Λεύκη εμείς τα εγγόνια του, μαζευόμαστε στο «μπότζιο» (λιακωτό του διώροφου σπιτιού του) και μας έπαιζε λύρα. Τότε άλλη ψυχαγωγία δεν είχαμε, ράδια και τέτοια πράγματα.» (Τ.Ε.Ι. Ηπείρου Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Θέμα: Κοινωνικές μεταλλάξεις και ταυτοτικά σύμβολα: Η περίπτωση της λύρας στην Ελαφόνησο Λακωνίας 1930-1960. Της σπουδάστριας: Τζερεφού Ν. Αντωνίας Επόπτρια Καθηγήτρια: Μάργαρη Ν. Ζωή)

μποτόνι ή μπετόνι - κολιέ παραδοσιακό, πολλές φορές και από χρυσά φλουριά < ιταλ.bottone '' "...γ) Μπετόνια ήσαν είδος σημερινού κολλιέ. Έφερον πολλούς γύρους μπετόνια, τον ένα ευρύτερον του άλλο που κάποτε έφταναν κάτω από την μέση." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) || «......20 τσεμπερομάντιλα, τα 5 εξ αυτών μεταξωτά, 4 ταγάρες, 4 ταγάρια, ένα λαιμό μπετόνια [=κόσμημα του λαιμού], 1 ζεύγος σκουλαρίκια...» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' - Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια") 

μπότος (ο) ή μπότα (η) ή μπότο (το) - δοχείο είτε πλαστικό είτε μεταλλικό. Κυρίως η χρήση του συναντάται για τα δοχεία συσκευασίας της μπογιάς και μάλλον προέρχεται από τη ναυτική ορολογία και πιθανότερο από το αγγλ. pot = δοχείο, αγγείο κ.λ.π., αλλά έχει γενικότερη χρήση αν και όχι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να το συναντήσουμε και ως ο μπόντος, η μπόντα, το μπόντο || «Το αλατίζουνε και το αφήνουνε ένα μήνα, δηλαδή 40 κιλά κορφή σε μπότα (πλαστικά δοχεία) ή σε πήλινο σταμνί» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

μπότσα (η) - μονάδα χωρητικότητας υγρών κυρίως μούστου και κρασιού, μία μπότσα αναλογούσε σε δύο οκάδες < βεν. bozza

μπότσος (ο) - (ναυτ.) αλυσίδα ή χοντρό σκοινί για το δέσιμο και τη στερέωση της άγκυρας και γενικά κάθε κινητού πράγματος του καταστρώματος < βεν. bozo μποτσάρω, μποτσάρισμα

μπουγάς (ο) - ταύρος, ιδίως ο επιβήτορας < τουρκ. boga

μπουγιουρντί (το) - 1. πρόσταγμα, διάταγμα 2. έγγραφο που κάνει γνωστό κάτι δυσάρεστο (την απόλυση από την εργασία, χρηματικό χρέος κ.τ.λ.) < τουρκ. buyurdi < buyur = διατάζω < buyrultu = επίσημη γραπτή διαταγή

μπούζι (το) - πολύ κρύο, πολύ παγωμένο < τουρκ. buz '' ||".... Ύστερα καλουμάρισε το σύγκλο και τράβηξε φρέσκο, δροσερό νερό, μπούζι, από τον πάτο του πηγαδιού. Ήπιανε το κρύσταλλο και δροσερέψανε τα σω­θικά τους." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπουζί (το) - γουρούνι, χοίρος < τουρκ. buz

μπουζουριάζω - 1. φυλακίζω, συλλαμβάνω 2. τρώγω (πάμε να μπουζουριάσουμε τίποτα;) < μπουζού = αρχικά μεγάλη τσέπη, στη συνέχεια μεταφορικά τις σημασίες κοιλιά που εξηγεί και τη σημασία μπουζουριάζω = τρώω και στη συνέχεια κρυψώνα και φυλακή (sarantakos.wordpress.com)

μπούκα (η) - στόμιο, είσοδος (η μπούκα του λιμανιού) < λατιν. bucca = στόμα

μπουκαδούρα (η) - άνεμος από τη θάλασσα προς τη στεριά < ιταλ. boccatura ή < πιθανολόγηση: μπουκάρω δηλ. ο αέρας που μπουκάρει από τη θάλασσα στη στεριά μπουκάρισμα - το ξεκίνημα του ανέμου από τη θάλασσα προς τη στεριά μπουκάρισε, μπουκαρισμένη θάλασσα || "... Η όξω πόρτα του σπιτιού, έκλεινε με σύρτη, οι μέσα πόρτες μένανε ανοιχτές, γιατί με τη μπουκαδούρα τραβούσε το αεράκι, ίσια, μέσα στο σπίτι και δροσιζόντουσαν οι φλεγόμενοι." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπουκακάς ή μπακακάς (ο) - βάτραχος < μπάμπακας < μτγν. βάβακος

μπουκαπόρτα (η) - (ναυτ.) 1. μεγάλη πόρτα στα πλευρά του πλοίου, από την οποία συνήθ. φορτώνουν τα εμπορεύματα, αυτοκίνητα κτλ. 2. μικρό άνοιγμα στα πλευρά των παλιών πολεμικών πλοίων, από το οποίο έβγαιναν οι κάννες των κανονιών < βενετ. boca-porta

μπουκουβάλα (η) - κομμάτια ψωμιού ή παξιμαδιού μέσα σε γάλα ή άλλα ροφήματα και σε σούπες ή άλλα ζουμερά φαγητά < βλαχ. bukuvala (μπουκιές ψωμιού φρυγανισμένες ή ανακατεμένες στο τηγάνι με ζεστό λάδι, λίπος ή βούτυρο) κρασομπουκουβάλα (η) - μπουκιές ψωμιού μέσα σε κρασί, γεύμα που έτρωγαν παλιά όταν δεν είχαν τρόφιμα να μαγειρέψουν < κρασί + μπουκουβάλα

μπουκούνι (το) - 1. μπουκιά 2. εκλεκτό μέρος κρέατος ή ψαριού που χωράει στο στόμα, ψαχνό < βεν. bocone || "... Είπαμε πιο πάνω, τα ψάρια, τότε, ήτανε η ζωή του Βατίκου. Έβανες το μπουκούνι το ψάρι στο στόμα και στεριωνόσουν πάνω στη φλούδα της γης." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπουκουτουλούκι (το) - νύστα, υπνηλία, αποχαύνωση < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μπουλαμάς (ο) - μποναμάς, πρωτοχρονιάτικο κέρασμα σε αυτόν που κάνει ποδαρικό < βεν. bonaman

μπουλασίκης-ισσα-ικο - 1. ευρηματικός, έξυπνος < τουρκ. bulusku 2. ευέξαπτος, θυμωμένος, αγριεμένος < τουρκ.bulasik = βρομιάρης, ύποπτος, παράνομος < bulaskan = καυγατζής, εριστικός μπουλασιλίκι

μπουλέτο (το) - γραπτή απόδειξη που πιστοποιεί οικονομική συναλλαγή γραπτός λογαριασμός < μσν. μπολετί, μπουλετί < βεν. boletin και ιταλ. bullettino

μπουλιγάρω - ξεχειλίζω, παραγεμίζω, φουλάρω (κυρίως για υγρά) < πιθανολόγηση: ιταλ. bollire = βράζω, κοχλάζω μπουλιγάρισμα, μπουλιγαρισμένος-η-ο, Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

μπουλμές (ο) - 1. (ναυτ.) φράκτης, ή διάφραγμα, εγκάρσιο χώρισμα του κύτους στο εσωτερικό του σκάφους 2. τοίχος, χώρισμα < τουρκ. bolme

μπούμα (η) - 1. το πανί των ιστιοφόρων που είναι τελευταίο προς τη μεριά της πρύμνης. 2. είδος γερανού < ιταλ. boma αντένα του καταρτιού της πρύμνης

μπούνι (το) - (ναυτ.) τρύπα στην άκρη του καταστρώματος για να φεύγουν τα νερά. Φρ. "φορτωμένο μέχρι τα μπούνια" = υπερφορτωμένο μτφ. «έφτασα μέχρι τα μπούνια» = έφτασα στα όριά μου < ιταλ. bugna || " Έβαλε, λοιπόν, το ψάρι στο πιάτο, ο Σταύρος, έδειρε λαδολέϊμονο, το κουλύμπησε μέχρι τα μπούνια και το ακούμπησε, α­χνιστό στο τραπέζι..." (Τζώρτζης Ανωμήτρης "ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ")

μπουντέλι (το) - υποστύλωμα, υποστήριγμα < βεν. pontelo μπουντελώνω, μπουντελιάρω, μπουντέλιασμα, μπουντελιασμένος-η-ο

μπούρμπερη ή μπούλμπερη (η) - σκόνη, τέφρα < μσν. πούλβερις < λατιν. pulvis

μπουρμπούνα (η) - κοχύλι της θάλασσας < ; Η λέξη συναντάται σπάνια και όχι με αυτή την έννοια. Στη σελίδα www.lithoksou.net αναφέρεται με τις σημασίες της μεγάλης στρογγυλής κουδούνας για γιδοπρόβατα ή του μπάμπουρα και του σκαθαριού, αλλά και της μεγάλης φωτιάς ||'' Εις το τραπέζι ετοποθέτουν συνήθως μια φρουτιέρα με φρούτα, "μπουρμπούνες" (κοχύλια της θάλασσας), εις τα άκρα του ή ψάθινα καλαθάκια πλεγμένα από τα κορίτσια του σπιτιού......" (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ)

μπουρούσι (το) - καρούμπαλο < πιθανολόγηση τουρκ. burun = μύτη. Μοναδική αναφορά της λέξης, προερχόμενη από τον Άγιο Κωνσταντίνο Λακωνίας (κοντά στο Καστόρι και το Γεωργίτσι).

μπουρούχα (η) - 1. μηχανή, ή μηχάνημα που δεν είναι σε καλή κατάσταση, που παρουσιάζει προβλήματα στη λειτουργία της 2. σκάρτο, προβληματικό αντικείμενο ή υλικό 3. μτφ. μειωτικός χαρακτηρισμός προσώπου < ;

μπούρτζι (το) - φρούριο που βρίσκεται πάνω σε νησάκι και προστατεύει την είσοδο του λιμανιού < τουρκ. burc = κάστρο

μπουρώνω (κάποιον) - επιδεικνύω, προτάσσω τα γεννητικά μου όργανα, λέγεται όμως και για ακούσια παρόμοια ενέργεια < πιθανολόγηση: χιουμοριστική παρομοίωση με την επίθεση ζώου με τα κέρατά του (πιθανά να χρησιμοποιείτο και με την έννοια αυτή, αλλά δεν το γνωρίζω, όμως υπάρχουν κάποιες λίγες αναφορές της λέξης ως μπουράω όπως και στο λεξικό Δημητράκου, καμία όμως του μπουρώνω) μπούρωμα, μπουρής, μπουρωμένος-η-ο || «μπουρώ-άω δημ. επί τών βοσκομένων ζώων. ιδ. επί βοών, κτυπώ διά τών κεράτων, κερατίζω, κυρίσσω : πρόσεξε μη σε μπουρώση τό βόδι» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

μπούσουλας (ο) - 1. ναυτική πυξίδα 2. έκφρ. έχασα τον μπούσουλα (μπερδεύτηκα) < μσν. μπούσουλας < ιταλ. bussola

μπουτζώνω - πιέζω βίαια κάτι με σκοπό να το κάνω κοίλο < ; ||«ΜΠΟΥΤΖΩNΩ, Σ. κινώ με βίαν διά νά κοιλώσω τι, να το έμβάσω εις κοίλον. κυρ. και πρώτη του σημασία είναι το Εμπώθω (Ατακτ. ΙΙ, σελ. 122), όθεν συμπεραίνεται ότι το Μπουτσόνω, έσχηματίσθη βαρβάρως από το Boucher, το Φράσσω (Φράζω, Σ.), Βύω και Πωμάζω, Επειτα εξαπλώθη και εις την σημασίαν παντός άλλου έμπηγομένου με βίαν» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

μπουχός (ο) - σύννεφο σκόνης, (μτφ. «έγινε μπουχός» = εξαφανίστηκε < σλαβ. muhu

μπούχισμα (το) - 1. το πέταγμα του μελανιού από τις σουπιές ή τα καλαμάρια < πιθανολόγηση: μπουχός 2. το πέταγμα από το στόμα υγρών μπουχίζω, -ομαι, μπουχισμένος-η-ο. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται στη Μεσσηνία, στην Ηλεία και στην Αρκαδία. Μάλιστα στο Σουληνάρι Μεσσηνίας αναφέρεται και στα έθιμα του γάμου εκτός των άλλων το εξής: «...Στη συνέχεια νύφη και γαμπρός συνοδευόμενοι από τους καλεσμένους πήγαιναν στην πηγή του χωριού όπου οι νεόνυμφοι έπρεπε να μπουχιστούν. Το μπούχισμα εθεωρείτο δημόσιο φλερτ των νεονύμφων. Δηλαδή μπούκωναν νερό και ο ένας προσπαθούσε να καταβρέξει τον άλλο....»

μπρακαρόλα (η) - (ναυτ.) αλιευτικό εργαλείο για ψάρεμα χταποδιών, χταποδιέρα < ;

μπράντα (η) - 1. κρεββάτι που ανοιγοκλείνει, ράντσο 2. αιώρα, κρεμαστό κρεββάτι < ιταλ.branda

μπράτιμος (ο) - 1. στενός φίλος 2. πληθ. μπράτιμοι - οι φίλοι που οδηγούν τον γαμπρό στην εκκλησία < βουλγ. bratim

μπρατσέρα (η) - είδος ιστιοφόρου < βενετ. brazzera

μπρατσόλι (το) - 1. (ναυτ.) ξύλο ή μέταλλο σε σήμα γωνίας το οποίο χρησιμεύει είτε ως ενισχυτικό στήριγμα είτε ως σύνδεσμος δύο κάθετων επιφανειών ή δύο μαδεριών (στα ξύλινα σκάφη με μπρατσόλια συνδέεται ο σκελετός του σκάφους με την κουβέρτα κ.λ.π. 2. Το μπράτσο πολυθρόνας ή ανάκλιντρου κ.λ.π.< μπράτσο

μπρίκι (το) - ιστιοφόρο με δύο κατάρτια που έχουν τετράγωνα πανιά < αγγλ. brick

μπροστάντζα (η) - χρηματική προκαταβολή < μπροστά + κατάλ. -άντζα

μπροστέλα (η)- 1. λωρίδα του σαμαριού των υποζυγίων που περνά στο στήθος του ζώου και αποτρέπει το σαμάρι να φύγει προς τα πίσω (λέγεται και μπροστινέλα) 2. η μπροστοποδιά < μπροστά ή λέξη σλαβικής προέλευσης || «μπροστινέλλα (η) δημ. κ. μπροστελήνα το επί του στήθους των ίππων σαγής προσαρμοζόμενον μέρος της ζευκτηρίας, χρησιμεύον δια τήν έλασιν και δια την έλξιν.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

μπροστομούνα (η) - η μπροστοποδιά της νοικοκυράς < μπροστά + μουνί

μπρούσκος-α-ο - 1. αψύς, στυφός (συν. μπρούσκο κρασί = στυφό, υπόξινο, άψητο κρασί < ιταλ. brusco

μπρούτο (το) - μεικτό, ακαθάριστο ποσό ή φορτίο (βάρος, χρήμα) αντίθ. νέτο < ιταλ. brutto

μυλοπόνεμα ή μυλόπονος (το)- πόνος χωρίς εμφανές εξωτερικό τραύμα ή μελανιά, που συνήθως δεν θυμόμαστε την αιτία από την οποία προέρχεται < πιθανολόγηση: μύλλω (μτγν. μσν. συντρίβω, αλέθω) δηλαδή πόνος που έχει προέλθει από πίεση, από ζούληγμα μυλοπονάω, μυλοπονεμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.