Κ(3η)

κόρυζα ως κωλοφωτιά

κόρυζα (η) - 1. ασθένεια που προσβάλλει τις κότες 2. το συνάχι, η καταρροή 3. φρ. βγάζω την κόρυζα - διψώ υπερβολικά < αρχ. κόρυζα

κορύτα (η) - σκάφη για το πότισμα και το τάισμα των ζώων, συνηθέστερα των γουρουνιών (κυρίως φτιαγμένη από κορμό δένδρων) < σλαβ. korito

κορφιάς (o) - το ψηλότερο σημείο, η κορυφογραμμή της κεραμοσκεπής του σπιτιού, εκεί που τα κεραμίδια σχηματίζουν γωνία από την ένωση των πλευρών της σκεπής < κορυφή

κορώνη (η) - (ναυτ.) το άνω κυρτό άκρο της πρύμνης του σκάφους, παλιότερα στολισμένο με ξυλόγλυπτα και χρώματα. Γνωστότερος είναι ο φανός κορώνης που είναι απαραίτητος σε όλα τα σκάφη και που είναι λευκός φανός με υποχρεωτικό τόξο 135 μοιρών, ώστε να διαφαίνεται η πίσω πλευρά του σκάφους < αρχ. κορωνίς

κορώνω - 1. ανάβω κάτι μέχρι να πυρακτωθεί, πυρακτώνω 2. μτφ. εξάπτω, ερεθίζω, εξοργίζω 3. πυρακτώνομαι 4. εξάπτομαι, φλογίζομαι, κατακοκκινίζω από οργή, ανάβω < αρχ. κόρος κορωμένος-η-ο, κόρωμα

κόσα (η) - κοπτικό εργαλείο για το κόψιμο των χόρτων που αποτελείται από μακριά λάμα ελαφρά κυρτή, στερεωμένη σε ένα πολύ μακρύ ξύλο < σλαβ. kos -α , πρβ. βουλγ. kosa

κοστάκι (το) - (ναυτ.) άνοιγμα στο κατάστρωμα, στην πλώρη και στην πρύμνη της βάρκας, συνήθως στρογγυλό, στο οποίο βάζει μέσα τα πόδια του ο ψαράς και κάθεται κατά τη διάρκεια του ψαρέματος ή της διακυβέρνησης του σκάφους < ;

κοστάρισμα (το) - (ναυτ.) ταξίδεμα παράλληλα με την ακτή, κοντά στην ακτή (κόστα - κόστα) < λατιν. costa = πλευρά

κοτάω - τολμώ, έχω το θάρρος < αρχ. κοτώ = ρισκάρω (κόττος, ο κύβος, δηλ. το ζάρι)

κοτερά (τα) - οικόσιτα πουλερικά, κότες, κοκκόρια κ.λ.π. < κότα

κοτζαμάνης (ο) - πολύ μεγάλος, γιγαντιαίος < κοτζάμ < τουρκ. kocam

κοτζάμπασης (ο) - 1. προεστός, δημογέροντας στην Τουρκοκρατία 2. μτφ. άνθρωπος αυταρχικός, αυθαίρετος < τουρκ. kocabasi

κότσαλο (το) - το μέρος του σταχυού που δεν θρυματίστηκε στο άλεσμα < ίσως κόψανον < κόπτω

κοτσανέλος (ο) - κοτσαδόρος < κοτσάρω

κοτσάρω - 1. κρεμώ, προσκολλώ, συνδέω, 2. δίνω κάτι ξαφνικά και ανέλπιστα 3. αποδίδω κάτι κακό σε κάποιον, κατηγορώ 4. φορώ κάτι που δεν ταιριάζει με την περίσταση < ιταλ. cozzare = κερατίζω κοτσαρισμένος-η-ο, κοτσάρισμα || «...Πάνω που άρχιζε να σουρώνει το πέλαγος, στον κόρφο τη μπουκαδούρα, κοτσάρουν στο βαρκάκι τους το λατίνι και γραμμή στο στενό Λαφονησιού - Πούντας...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κότσι (το) - 1. αστράγαλος 2. κάλος 3. παραδοσιακό παιχνίδι που παίζονταν από την αρχαιότητα μέχρι πριν μερικά χρόνια, με κότσια από ζώα 4. τα κότσια = δύναμη < μσν. ουσ. κόττιον, κότζιον < αρχ. κόττος

κουβέλι (το) - 1. η κυψέλη των μελισσών 2. μέτρο χωρητικότητας κυρίως σιτηρών < σλαβ. kublu < κυβέλιον < κυψέλιον || «ΚΟΥΒΕΛΙ, Σ. Κουβέλιον. Από το άχρηστον Κυβέλιον, συνών. του Κυψέλιον. Κυψέλιον, ότι δε και το Κυβέλιον είναι λείψανον παλαιάς διαλέκτου, μαρτυρείται από του Ησυχίου.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832) || «Στερνά αφού είχανε φέρει λινάτσες, ταγάρες, το κόσκινο, το κουβέλι, το μόδι, το καντάρι για να μετρήσουνε τη σοδειά...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

κουβέρνο ή γκουβέρνο (το) - 1. διακυβέρνηση 2. έκφρ. έχω το γκουβέρνο μου = έχω τη διακυβέρνηση ή τη φροντίδα για κάτι < βεν. ιταλ. governo, παλαιότ. guberno || «....... ένα ανώνυμο και επώ­νυμο πλήθος που σκόρπισε στα τέσσερα σημεία της φουκαριάρας της ψωροκώσταινας, είτε σαν διορισμένοι από το γκουβέρνο, είτε ψάχνοντας από λόγο τους, για να πουλήσουνε γνώσεις και να γιομίσουνε το ξεθεωμένο από την πείνα, στομάχι τους.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κουβέρτα (η) - (ναυτ.) το κατάστρωμα του καραβιού, της βάρκας < βεν. coverta κουβερτώνω,κουβερτομένος-η-ο, κουβέρτωμα || " Τραβούσε εκείνος, κώλω­νε η γάτα με τα νύχια γατζωμένα στην κουβέρτα της πλώρης." (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κουβούσι (το) - 1. τετράγωνο άνοιγμα πάνω στο κατάστρωμα σκάφους με το οποίο γίνεται η επικοινωνία προς το αμπάρι, κάθοδος, ή αερισμός ή φωτισμός του κύτους 2. συνεκδοχικά και η κατασκευή που περιστοιχίζει το άνοιγμα και αποτρέπει την είσοδο νερών προς το εσωτερικό του σκάφους < τουρκ. kovus

κουδούπα ή γουδούπα (η) - κεφάλι < πιθανολόγηση: ομηρ.κώδεια (κεφάλι) + κατάλ. ‑ούπα γουδούπας = κεφάλας. Η λέξη κουδούπα φαίνεται να χρησιμοποιείται στο μεσαίωνα χωρίς να μπορούμε να συμπεράνουμε αν είχε αυτή την έννοια (https://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/bibliographies/loanword_terminology/show.html?id=269) αν και σε βιβλίο του Γ.Ν.Χατζιδάκι «Περί των Προδρόμων Θεοδώρου και Ηλαρίωνος» αναφέρεται σε ποίημα του μεσαίωνα: «να ποίσω την κουδούπαν σου αυτήν τήν μαδισμένην», ερμηνεύοντας ο συγγραφέας, ότι το κουδούπα προέρχεται από το κουρούπα. Σπάνια σε χρήση λέξη, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και στην Κύπρο.

κουζινέτο (το) - βάση περιστρεφόμενου εξαρτήματος μηχανής < ιταλ. cuscinetto

κουζουλός-η-ο - ανόητος, τρελός, ζουρλός < μσν. κουζουλός < κούζα = στάμνα χωρίς χέρι ή <κουτζουλός(πβ. κουτζούλλης) < κουντζουλός < κουτσουλός < κουτσός + κατάλ.‑ουλός κουζουλάδα, κουζουλάθηκα

κουζουλούκι (το) - 1. στρίψιμο, καμπύλη, ελιγμός 2. μτφ. παραπάτημα, τρέκλισμα 3. (ναυτ) «κάνω κουζουλούκια» ή «καλάρω κουζουλούκια» = καλάρω τα δίχτυα ή τα παραγάδια, όχι σε ευθεία αλλά κάνοντας στροφές, καμπύλες και κάμψεις < πιθανολόγηση: κουζουλός. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

κουκερικό (το) - όσπριο < κουκί . Ως κουκερικά θεωρούνται όλα τα όσπρια. Η λέξη φαίνεται, από ελάχιστες αναφορές της, ότι χρησιμοποιείται και στη Μάνη, στη Ζάκυνθο και στο Κυριακοχώρι Φθιώτιδας || « Την παραμονή του Σταυρού η νοικοκυρά έφτιαχνε σακουλάκια ή μαντήλια, χώρα τα κουκερικά (μπλέζες, ροβύθια, ρόβη, λαθούρια, μαναρόλια) και τα στάρια, κριθάρια και τα πήγαινε στην εκκλησία.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

κουκούβισμα (το) - 1. ο χαρακτηριστικός ήχος (ψίθυρος) των πουλιών όταν είναι συγκεντρωμένα, ιδίως προς το ηλιοβασίλεμα 2. μτφ. διάφοροι παρεμφερείς ήχοι < ηχομιμητική λέξη κουκουβίζω

κουκούμαβλος-η-ο - υβριστικός χαρακτηρισμός με απροσδιόριστη έννοια < ;

κουκουμέρι (το) - κορφούλα, ύψωμα, εξοχή εδάφους < ίσως από κουκούδι = μικρό κοκκιώδες εξάνθημα, σπειρί < μσν. κουκούδι < κουκούδιον < κόκκος (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, το μόνο σχετικό είναι το κουκουμάρι το οποίο είναι αγγείο, κανάτα ή λαγήνι, που δεν ξέρω αν μπορεί να συσχετιστεί με το κουκουμέρι.

κουκούμι - κανάτα, μεταλικό δοχείο < λατ. cucuma. Η λέξη αλλού χρησιμοποιείται ως χύτρα, αλλού ως μπρίκι και αλλού ως δοχείο μεταφοράς νερού από τη βρύση || «ΚΟΥΚΟΥΜΙ, Σ. το εξηγεί Brocca grande di metallo (broc). Και τούτο από το Cucuma (coquemar), Ζ.Κουμάριον. (ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ ΑΤΑΚΤΑ ΤΟΜΟΣ 4ος 1832) '' «...Έκ τής Λατινικής λέξεως cucuma κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους, ως κατωτέρω θά ίδωμεν, δοχείον μετάλλινον, έν ω έθερμαίνετο τό προς νίψιν τών χειρών ύδωρ έλέγετο κούκουμος ή κουκούμιον...» (Φαίδων Κουκουλές «ΓΕΥΜΑΤΑ ΔΕΙΠΝΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΣΙΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ) ||  «...Κούκουμος και Κουκούμι (διότι έμοιαζε μικρός με φιαλίδιον κατά τη γιαγιά του, ο Βαγγέλης (ο γράφων)...» δημοσίευμα του Βαγγέλη Ταχυδρομάκου «Τα παρανόμια και τα παρατσούκλια» στο https://tahydromakos.blogspot.gr/search/label/ %CE%BA%CE%BF% CF%85%CE%BA% CE% BF%CF%8D%CE%BC%CE%B9 από την Παντάνασσα Βοιών Λακωνίας.

κουκουνιάζω - μανιώνω, τσαντίζομαι, αγριεύω < πιθανολόγηση: κούκουνας = μεγάλη μύγα που τσιμπάει τα βόδια τα οποία και αγριεύουν πολύ από το τσίμπημα και αρχίζουν να τρέχουν κουκούνιασμα, κουκουνιασμένος-η-ο. Τη λέξη συναντάμε σε κάποιες λίγες αναφορές , προερχόμενες κυρίως από Μεσσηνία και Αρκαδία και με ερμηνεία το εξαγρίωμα των βοδιών μετά το τσίμπημα μύγας την οποία ονομάζουν ως κουκουνόμυγα ||«Ο κούκουνας είναι μια μεγάλη μύγα που λέγεται και οίστρος. Πάει και κεντάει κυρίως τα βόδια το κατακαλόκαιρο, που κάνει πολύ ζέστα. Το βόδι δεν ανέχεται αυτό το κέντημα του κούκουνα, γι' αυτό σκαρτίζει, δηλ. τρέπεται σε ξαφνική φυγή. Τότε, δεν το προφταίνει ούτε το γρηγορότερο λαγωνικό. Και τρέχει ασταμάτητα τόση ώρα, μέχρι ν' απαλλαγεί από την ενοχλητική αυτή μύγα. Στο φρενιασμένο τρέξιμό του είναι πολύ επικίνδυνο, επειδή δεν βλέπει μπροστά του και τραβάει ίσια και παρασέρνει ό,τι κι αν βρει στο διάβα του, σαν παλαβό. Γι' αυτό λένε: «Κουκούνιαξε σαν βόϊδι», που θα πει: πάει τρελάθηκε για τα καλά» (fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr)

κουλαντρίζω - 1. λύνω ένα πρόβλημα, διευθετώ μια διαφορά, τα καταφέρνω 2. δείχνω ιδιαίτερη στοργή και περιποίηση < τουρκ. kullanmak κουλάντρισμα

κουλάστρα (η) - το πρωτόγαλλα, το γάλα της κατσίκας μετά τη γέννα < βενετ. colastrum || «Στο χρονικό διάστημα αυτό έφτιαχναν σε πήλινα σταμνιά την περίφημη «κουλάστρα» που ήταν το πρώτο παχύ γάλα όταν γεννούσε η κάθε γίδα, η οποία ψηνόταν μέχρι τα Χριστούγεννα και γινόταν κάτι πιο νόστιμο από το τουλουμοτύρι.» (Γιάγκος Κοντός-ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ) 

κουλές (ο) - πύργος, μικρό φρούριο < τουρκ. kule

κουλίτζι ή κουλίτσι (το) - σβώλος, κόμπος ζύμης, κρέμας ή άλλου παχύρευστου υλικού < ;  κουλιτζιάζει, κουλίτζιασμα, κουλιτζιασμένος-η-ο ή κουλιτζιάζει, κουλίτζιασμα, κουλιτζιασμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, το μόνο σχετικό που υπάρχει, είναι ένα πασχαλιάτικο κέικ που φτιάχνεται στη Ρωσία με την ονομασία κούλιτς, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να σχετίζεται με τα παραπάνω  ||«Στο αλεύρι έριχνε η νοικοκυρά το προζύμι, το νερό το χλιαρό και το διαλούσε καλά να μην κάνει κουλίτσια (σβολαράκια).» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

κουλούκι (το) - 1. νεογνό σκύλας ή αρκούδας, κουτάβι 2. (υβριστ.) ανόητος, απερίσκεπτος, κουτάβι < κυλάκιον < σκυλάκιον || «ΚΟΥΛΙ, Κουλούκι, Κουλουκάκι, Σκυλάκι, Σ. Κουλούκι και Κουλούκιον, Δ. Σκύλαξ, και Κυνίδιον. Εκ τούτου συμπεραίνεται πιθανώς ότι εις τό Σκύλαξ τών παλαιών ώς και εις τό Σκύλος της σημερινής γλώσσης, το σ έπροστίθετο ή απεβάλλετο, κατά τάς διαφόρους διαλέκτους. Αν και δεν ευρέθη ακόμη και Σκύων αντί του Kύων), πιθανολογείται όμως από του Ησυχίου το «Κύλλας, Σκύλαξ" Ηλείοι». Ο δεύτερος σχηματισμός Κουλούκι, και τρίτος Κουλουκάκι, έφθάρησαν από το Κυλάκιον και Κυλακάκιον.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

κουλουμιάζω - 1. κάνω σωρούς χώματος, συγκεντρώνω 2. μαζεύομαι συγκεντρώνομαι σαν κουβάρι < κουλούμι < κουμούλι < λατ. cumulus = σωρός με αμοιβαία μετάθεση των λ,μ κουλούμιασμα, κουλουμιασμένος-η-ο. Η λέξη παρότι αναφέρεται σε κάποια λεξικά, φαίνεται να χρησιμοποιείται σπάνια.

κουλούρα (η) - (ναυτ.) 1. στρογγυλό σωσίβιο στην άκρη του οποίου είναι δεμένο σκοινί, προκειμένου να μπορεί να πεταχτεί από το σκάφος σε κάποιον ναυαγό 2. σιδερένιο ή πέτρινο αλιευτικό εργαλείο, σαν κουλούρα το οποίο χρησιμοποιούν για το ξεσκάλωμα των παραγαδιών από το βυθό κουλουρώνω, κουλούρωμα = η προσπάθεια ξεσκαλώματος του παραγαδιού με κουλούρα < κουλούρα

κουμάρι (το) - 1. πήλινο σκεύος νερού, κανάτι < κουμάρι < μσν.κουκουμάριον < λατιν. cucuma 2. η χαρτοπαιξία < τουρκ. kumar = τυχερό παιχνίδι που παίζεται με χρήματα κουμαρτζής = τζογαδόρος, χαρτοπαίχτης || «ΚΟΥΜΑΡΙΟΝ, πήλινον υάλινον αγγείον νερού, το και Νεροκάνατον, και Νερολάγηνον και Παρδάκιον λεγόμενον. Και τούτο από το Ρωμαϊκόν Cucuma, με αφαίρεσιν της πρώτης συλλαβής (Ζ.Κουκουμάρι). Ισως όμως και από άχρηστον υποκορ. Κυμβάριον, του χρηστού Κυμβίον κατά τον Ησύχιου, «Κυμβίον, είδος ποτηρίου, κ. τ. λ. ». Ονομάζομεν δε άρσ. Κουμαράν (ή Κομαράν) το σφαιροειδές πήλινον μικρόν αγγείον, περίκλειστον ολόθεν, πλην μικράς σχισμής, διά της οποίας εμβάλλονται εις απόθεσιν και φυλακήν λεπτά νομίσματα.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

κουμάσι (το) - 1. κοτέτσι, ορνιθώνας 2. μτφ. τιποτένιος άνθρωπος < μτγν. κουμάσιον

κούμος ή γκούμος - ο χώρος που άφηναν κάτω από τον χτιστό φούρνο και χρησίμευε σαν αποθήκη < ; «...Για να χτιστεί ένας φούρνος δεν ήταν και τόσο εύκολο. Έπρεπε να είσαι καλός τεχνίτης. Οι διαστάσεις του, δε νομίζω να ξεπερνούσαν τα 3Χ3. Αρχίζοντας το χτίσιμο, άφηναν ένα κενό χώρο στο κάτω μέρος το λεγόμενο γκούμος ή κούμος, σαν αποθήκη, αλλά πολλές φορές βάζανε κανένα ζωντανό....» (Εφημ.ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ - «Το Λαφονήσι με τους πολλούς φούρνους του Τζ.Πασσάκου»). Η λέξη συναντάται κυρίως στην Κρήτη, όπως βλέπουμε και στις πιο κάτω αναφορές, ως χώρος του μιτάτου (στάνης) || Κούµος ή Κουµασιόν: Βοηθητικό, ξερολιθικό κτίσµα, στρογγυλό και ανοιχτό δίπλα στη µάντρα, όπου συγκέντρωναν τα πρόβατα τα οποία προορίζονταν για σφαγή. (https://gym-peram.reth.sch.gr/ mitata.pdf ) Κούμος είναι το στρογγυλό και θολοειδές (σπίτι) δωμάτιο που μοιάζει με χωριάτικους φούρνους και συνεχίζεται με την καλύβα με την οποία συγκοινωνεί με μια πορτούλα. Στην ανατολική Κρήτη λέγετε τυροκέλλι και τυρόσπιτο και είναι κτισμένο με ξερολιθιά. Στον κούμο τοποθετούνται τα τυριά και οι αθότυροι για φύλαξη και καλύτερη διατήρηση. Όλο σχεδόν το πάτωμα του κούμου το σκάβουν οι βοσκοί και κάνουν ένα λάκο 1-1,5 μέτρο βάθος (όσο πιο βαθύς ο λάκκος τόσο καλύτερα) για να υπάρχει αρκετό ψύχος, που να διατηρεί περισσότερο και καλύτερα τα τυριά. https://www.rizaonline.gr/1/8/1073.nphtml || « κούμος (ο) δημ. ο ορνιθών, το κουμάσι» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

κουμουδάρω - τακτοποιώ, συγυρίζω< ιταλ. acommodare < βεν. comodar κουμουδαρισμένος-η-ο, κουμουδάρισμα.  Ελάχιστες αναφορές της λέξης, μία σε Διδακτορική Διατριβή της Ερμιόνης Κοροσίδου-Καρρά του Πανεπιστημίου Θεσ/κης με θέμα «Τα Ρομανικά (Ιταλικά-Γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου» (https://ikee.lib.auth.gr/record/2338/files/gri-2003-127.pdf) και η άλλη: «...Ακόμι και τώρα να μου βρεθής σε παρακαλώ πολλά είς όσα με την άλην μου σού έγραφα, δια να κουμουδάρω μία μου υπόθεση πολλά ανανγκέα.» ΠΑΝΑΓ. ΜΙΧΑΗΛΑΡΗ «ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (1695-1696) TOY MIX. Ν. ΓΛΥΚΥ ΣΤΟ MIX. ΣΤΑΜ. ΠΕΡΟΥΛΗ» (https://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/14072/1/INR_ Michailaris_76_01.pdf)

κουμουδί (το) - για κάποιον που είναι «φάτσα», πειραχτήρι, ικανός, αλλά όταν αναφερόμαστε σε αυτόν με όχι τόσο καλοπροαίρετη κριτική σαν να υπονοούμε ότι οι ικανότητές του αυτές χρησιμοποιούνται για όχι και τόσο «ηθικές» πράξεις < πιθανολόγηση: ιταλ. comodo = άνετος. Λίγες αναφορές της λέξης φαίνεται να χρησιμοποιείται στη Σύρο, στη Νάξο, στο Μεγανήσι και αναφέρεται και στο μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα Καϋμοί στο Γρυπονήσι «...Η γυναίκα θέλει μαργιολιά, θέλει -καλέ- καπατσοσύνη... Πρέπει να ξέρεις να πιάσεις με δαύτες συρμαγιά. Μωρέ νάσαι κωλοπετσωμένος, κουμουδί ψαλισμένο πρέπει νάσαι. Μηχανικός, λεχρίτης. Να τρως κουκιά και να μαρτυράς ρεβύθια. Ναί! Όχι να κοκκινίζεις, να τα χάνεις, σαν ελόγου του και μπερδεύουν σου τα λόγια...» || « Κουμουδί (το) δημ. το επικρατέστερον χαρτίον, ατού, εις τίνα είδη χαρτοπαιγνίου, οίον εις τα λεγ. σκαμπίλι, τριόμφο, μπότσικα 2) μτφ. επί προσ., πονηρός και ικανός άνθρωπος, ιδίως επί κακού : σου είν' αυτός ένα κουμουδί» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

κουμούλι (το) ή κουμούλα (η) - 1. σωρός, στοίβα 2. σωρός ομοειδών πραγμάτων ριγμένα κάπου (ως κουμούλα αναφέρονται και τα ανθρώπινα κόπρανα, πιθανά επειδή τα συναντούσαν στην ύπαιθρο σαν σωρό  < ουσ. κούμουλον < λατ.cumulus

κουμούτσα ή γκουμούτσα (η) - χοντρό και άχαρο αντικείμενο < ;

κουμούτσι (το) - 1. χοντρό κομάτι ψωμιού 2. το ψωμί που μπαγιάτεψε και ξεράθηκε κουμούτσιασμα, κουμουτσιασμένος-η-ο < ;

κουμπάνια (η) - εφοδιασμός με τρόφιμα, ανεφοδιασμός, προμήθεια υλικών κυρίως πλοίων, αλλά και γενικότερα εξορμήσεων, εκδρομών κ.λ.π. (συνήθως στον πληθ. «έχω κάνει τις κουμπάνιες μου» «πάρε τις κουμπάνιες σου» < ιταλ. compagna κουμπανιάρω

κουμπάσο (το) - 1. (ναυτ.) διαβήτης που χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα για τον υπολογισμό των αποστάσεων στο χάρτη 2. μεταλικό εξάρτημα (άρθρωση) που τοποθετείται στο καπάκι των μπαούλων για να μπορούν να σταθούν ανοιχτά ή < ιταλ. compasso κουμπασάρω = σκέφτομαι, σχεδιάζω, υπολογίζω

κουμπές (ο) - τρούλος, θόλος, θολωτή στέγη < τουρκ. kubbe

κουνενές (ο) - 1.το βρέφος 2. μτφ. μωρός ανόητος < κουνώ

κουνούκλα (η) - είδος θάμνου, σκίνου < ;

κουντούρα (η) ή κουντούρι (το) - 1. είδος χαμηλού παπουτσιού των χωρικών 2. παπούτσι 3. το κάτω μέρος του αλετριού, του υνιού που σέρνεται στο χώμα κουντουράδικο, κουντουράς < τουρκ. kundura || «Κουντούρα « Κόθορνος, κρηπίς...» κουντουράδικον (εργαστήρι) «Σκυτοτομείον, σκυτείον» κουντουράς «σκυτοτόμος («υπόδημα δημιουργήσαι μεν, του σκυτοτόμου πονήσαν σε απανορθώσασθαι, του νευρορράφου, [Γαλην.προς Θρασύβ.], σκυτεύςμ κρηπιδοποιός, υποδηματοποιός» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857) || « κουντούρα (η) δημ. κ.κουντούρι (το) είδος χαμηλού γυναικείου υποδήματος, συνήθ. χωρικής '' συνεκδ. υπόδημα, παπούτσι 2) ο ποδίσκος άνθους ή καρπού, ή ουρά 3) ποικιλία του δένδρου κερατέος, ής ό καρπός είναι βραχύς 4) ποικιλία απιδέας, ής ό καρπός φέρεται επί βραχυτάτου ποδίσκου 5) είδος ερυθρού οίνου παραγομένου ίδίως έν Μυτιλήνη, κοκκινέλι» «κουντουράδικο (το) δημ. τώ εργαστήριον του κουντουρά, υποδηματοποιείον, παντοφλάδικο» «κουντουρά ς (ο) δημ. ο κατασκευάζων κουντούρες, υποδηματοποιός, παντοφλάς» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

κουπαστή (η) - 1. (ναυτ.) το ανώτατο μέρος των πλευρών του πλοίου 2. κάθε κιγκλίδωμα σκάλας ή εξώστη < ίσως εγκωπιαστή < μτγν. έγκωπον = τα πλάγια του πλοίου, όπου στηρίζονται τα κουπιά ή από το τουρκ. cupeste κουπαστάρω = (για σκάφος) πέρνω κλίση ώστε η κουπαστή μου έρχεται κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, κουπασταρισμένος-η-ο, κουπαστάρισμα

κουραγιάρω - κάνω κουράγιο, αντέχω, υπομένω < κουράγιο < βενετ. coragio.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «....Λειβάδι,να πέσεις νατό τρυγίσεις, να πάρεις το χυμό του και να κουραγιάρεις τα όσα είχανε πάρει την κατηφόρα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κουραδόρος (ο) - (ναυτ.). «ενδιάμεσο κατάστρωμα» το οποίο μπορεί να είναι μόνιμο (ακίνητο) ή μετακινούμενο, σε κάποια συγκεκριμένη όμως θέση. Κουραδόροι υπάρχουν μέσα στα αμπάρια αρκετών φορτηγών πλοίων και είναι ένα δεύτερο (ενδιάμεσο) κατάστρωμα κάτω από το «κύριο» κατάστρωμα, χωρίζοντας έτσι το αμπάρι σε χωριστά τμήματα, κατά ύψος < ίσως αγγλ. corridor = διάδρομος

κουράντης (ο) - ο γιατρός που παρακολουθεί κάποιον ασθενή, ο θεράπων γιατρός < ιταλ. curante

κουρασάνι (το) - οικοδομικό κονίαμα για σοβάντισμα, γνωστό από την αρχαιότητα, παρόμοιο με το Ρωμαΐκό κονίαμα < ; Khorasan (περσική πόλη, όπου εκεί χρησιμοποιούνταν εκτενώς) || «Κορασάνι. «Όστρειον (ωνομάζετο ερυθρά τις τεχνητή βαφή από οστρείδια), κεραμωτόν, (και εις την Αίγυπτο) στάχι («Έστι δε ερυθρόν από πλίνθου μεμεπτυσμένης, ό μετά γύφου φυραθέν και χρισθέν ευθέως πήγνυται, Θεογνωστ.Καν.)» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

κουραστάρι (το) - μεγάλο χειροκίνητο πριόνι συνήθως αποτελούμενο από μεγάλη λάμα η οποία ήταν προσαρμοσμένη σε τελάρο και σχημάτιζε ένα παραλληλόγραμμο, οι κάθετες πλευρές του οποίου ήταν λαβές και η πλευρά απέναντι από τη λάμα χρησίμευε σαν εντατήρας < ;

κουράτορας (ο) - 1. επιμελητής, επόπτης 2. επίτροπος ανήλικων παιδιών < μτγν. ουσ.κουράτωρ

κούρβα (η) - πόρνη, ανήθικη < μσν. κούρβα < λατιν. curva

κούρβουλο (το) - 1. κούτσουρο αμπελιού αλλά και κάθε ξερός κορμός δέντρου 2. μτφ. ξερός, ακίνητος < μσν. κουρβούλα < λατιν. curvulus < curvus || «ΚΟΥΡΒΟΥΛΟΝ, ουσ. ουδέτ. Σ. Κουρβούλα, θηλ.Δ. και Κουρμούλλα, Δ. και Σκουρβούλα, Σ. Από το Κορμός και το εκ τούτου άχρηστον, Κορμύλη, όθεν ή Κουρμούλα» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

κουρζέτο ή κρουζέτο (το) - περιμετρικό μαδέρι του σκάφους, το τρυπητό αλλιώς, το οποίο μπαίνει για να συγκρατεί τους νομείς στη θέση τους και σε ανοίγματα αυτού σχηματίζονται τα μπούνια, τρύπες δηλαδή από τις οποίες όπου φεύγουν τα νερά του καταστρώματος προς τη θάλασσα < ;

κουρκούλα (η) - μεγάλη, ογκώδης στρογγυλή πέτρα, βράχος < πιθανολόγηση: κροκάλη = βότσαλο.  Στους Μολάους υπάρχει βουνό με αυτή την ονομασία και στη Μονεμβάσια παραλία, χωρίς να γνωρίζουμε την ετυμολογία της ονομασίας και αν χρησιμοποιείται και εκεί η λέξη. Επίσης, στη Σπάρτη περιοχή Κουρκούλες, ονομασία που υπάρχει και στην περιοχή μας. Τέλος, στο διαδίκτυο υπάρχει μία αναφορά του ρήματος κουρκουλώ ως = κατρακυλώ χωρίς άλλη σύνδεση η ετυμολογία | |«Τα σπρώχνανε με μπραχάλια (μακριά ξύλα με δίχαλο) και τα σκεπάζανε με μία κουρκούλα να μη τα πάρει ο αγέρας.» , «Κατόπι τα βγάζαμε τα δεμάτια και τα ξεραίνεμαι σε μεγάλες πέτρες (κουρκούλες) ή βράχους» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

κουρμπάνι (το) - 1. το ζώο που σφάζεται σε πανηγύρι 2. θυσία < τουρκ. kurban = θύμα

κουρμπέτι (το) - 1. η ξενιτιά, η εξορία 2. η πιάτσα, η αγορά, εκεί που γίνονται τ' αλισβερίσια 3. φρ. «χρόνια στο κουρμπέτι» για κάποιον που είναι έμπειρος, που γνωρίζει καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα < τουρκ. gurbet

κουρνάζος-α-ο - ανοιχτομάτης, έξυπνος, επιδέξιος < τουρκ. kurnaz

κουρνέλι (το) - το παραγινωμένο σύκο <; κουρνελιάζω, κουρνέλιασμα, κουρνελιασμένος-η-ο. Τη λέξη χρησιμοποιούμε και για άλλα παραγινωμένα τρόφιμα, ή για φαγητά με παχύρευστη υφή ή που έχουν μαλακώσει ή έχουν παστελώσει ή καραμελώσει όπως λέμε αλλιώς (κουρνέλιασε η σάλτσα). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, ούτε μπορούμε να πιθανολογηθεί κάποιος συσχετισμός της. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι του κουρνέλι έχει να κάνει με το παχύρευστο με το λιωμένο, αφού και το παραγινωμένο σύκο έχει αυτή την υφή. Μοναδική αναφορά της, σε διηγήματα του Ξενοφ.Μαυραγάνη από τη Λέσβο, όπου αναγράφεται: «έτρεχε κουρνέλι το αίμα» (https://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2017/08/blog-post_10.html) || «Το ζυμάρι γινότανε σκληρό στην αρχή και το δουλεύανε ώρες, για να γίνει μαλακό σαν το σύκο, κουρνέλι (παραγινωμένο).» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

κούρνια (η) - τα ξύλα ή τα καλάμια που πηγαίνουν οι κότες και κοιμούνται < παλ. σλαβ. kurnjia

κουρνιάζω - 1. πηγαίνω στην κούρνια, για πουλιά ή κότες 2. μτφ. για άνθρωπο πηγαίνω για ύπνο, βρίσκω κατάλυμα, διανυκτερεύω < κούρνια κούρνιασμα, κουρνιασμένος,-η-ο

κουρνιαχτός (ο) - σκόνη < κονιορτός < κόνη + ορώ (από το εγείρω) || «ΚΟΡΝΙΑΚΤΟΣ, Σ. Δ. με συνών. Σκόνη, Σ. Κονιορτός, Ελλ. Τούτο, σύνθετον από το Κόνις και ορώ το έγείρω, σημαίνει, ώς και το χυδαϊσθέν Κορνιακτός κόνιν κινουμένην και έγειρομένην. Το δε Σκόνη, δηλοί και τον Κονιορτόν και προσέτι το καταλεπτυσμένον διατρίψεως κοπανίσεως σώμα. Το Κορνιαχτός έγινε κατά στοιχείων μετάθεσιν από το Κονιορτός, Κορνιοτός και Κορνιατός, τροπή του εις και προσθήκη του συνέβη από σύγχυσιν δύo όνομάτων, του χρηστού Κονιορτός και τού άχρήστου Κονιακτός (από το Κόνις και Άγω).» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

κούρντισμα (το) - μτφ. 1. στόλισμα 2. καρύκευμα φαγητού < κουρδίζω < λατιν. corda < αρχ. χορδή κουρντίζω, κουρντισμένος-η-ο

κουρούνα (η) - 1. μαύρο πουλί της οικογένειας των κορακιών 2. μτφ. η δύστυχη γυναίκα, αυτή που την έχουν βρει συμφορές, αντίστοιχα κουρούνης-ικο < μσν. κουρούνα < αρχ. κορώνη < κορωνός

κουρούπι (το) ή κουρούπα (η) - 1. πήλινο δοχείο ή ποτήρι 2. μτφ. το φαλακρό κεφάλι και γενικά το κεφάλι < κορύπιον < αρχ. κορύπη

κουρσούμι ή κουσούμι (το) - 1. σιδερένια μπίλια από ρουλεμάν, τα σκάγια για σφεντόνες κ.λ.π. 2. μτφ. κάτι βαρύ, συμπαγές, δυσκίνητο, ακόμη και δύσπεπτο. 3. μτφ. χαζός, που δεν παίρνει πολλές στροφές, ευκολόπιστος, αυτός που ξεγελιέται εύκολα < τουρκ. kursun

κουρταλώ - κροταλίζω, χτυπώ επανειλημμένα κάτι < μσν. κορταλίζω < αρχ. κροταλίζω κουρτάλισμα

κουσεγιάρω - κουτσομπολεύω < μσν.κονσέλιον< κονσίλλιον < κουσέλιο = συμβούλιο, σύσκεψη.  Ελάχιστες αναφορές της λέξης,  μία από το έργο του Γουζέλη Δημήτριου από τη Ζάκυνθο «Ο Χάσης (Το τζάκωμα και το φτιάσιμον)» του 1851 όπου  "Άκουσα, σιορ κομπάρο, μα πάω κι ατός μου ως εκεί, κάτι να κουσεγιάρω." και κάποιες ακόμα, προερχόμενες από τα Κύθηρα.

κουσέλι (το) - η διαβολή, η κακογλωσσιά, η συκοφαντία, η κακολογιά < μσν.κονσέλιον< κονσίλλιον < κουσέλιο = συμβούλιο, σύσκεψη κουσελιάρης-α-ικο

κούσκουλο (το) - κομμάτι < || "*κούσκουλο, το, κομμάτι, κάτι κομματιασμένο (αρχ. λέξη κο- σκυλμάτια (τα), π.χ. Ο άνθρωπος έπεσε από ψηλά και,έγινε κουβάρι και κούσκουλο" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων").  Η λέξη δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. 

κουσκούσι (το) - η κακολογία, η συκοφαντία, η διαβολή, το κουτσομπολιό κουσκουσεύω, κουσκουσιάρης-α-ικο < αραβ. kuskus

κουσουμάρω - 1. περιποιούμαι, προστατεύω, συμπαθώ, αγαπώ, φροντίζω 2. δείχνω, επιδεικνύω, παρουσιάζω 3. κρίνω, επιλέγω, λογαριάζω < ιταλ. consumare

κουστεκιάζω - δένω μεταξύ τους τα δύο πόδια ζώου, ιδίως στα ζωηρά κατσίκια, προκειμένου να περιορίζεται η ταχύτητά τους και η αλτικότητά τους, ή αλόγου για να μάθει ένα συγκεκριμένο τρόπο βάδην < κουστέκι - 1. το σκοινί που χρησιμοποιείται στο κουστέκιασμα 2. κουστέκια ήταν οι πολλαπλές αλυσίδες που κρεμάγανε, χιαστί, στο στήθος, τα παλικάρια του 1821 (μαζί με άλλα κοσμήματα, φλουριά και τιτριμίδια < τουρκ. kostek = αλυσίδα ρολογιού, εμπόδιο, πέδη για τα ζώα που βόσκουν, σχοινί στα πόδια αλόγων για να μάθουν ένα ειδικό βάδην

κουστωδία (η) - 1. α) φρούρηση β) φροντίδα, φύλαξη 2) φρουρά, συνοδεία < μτγν. ουσ. κουστωδία < βεν. custodia

κουτελίτης (ο) - το δυνατό κρασί που βαράει στο κεφάλι, στο κούτελο (μέτωπο) < κούτελο ||  «...Καμιά δεκαριά παλληκαρόπουλα ξεκοκκαλίσανε τη γάλισσα, κατεβάσανε και τη στάθμη του κουτελίτη στο βαρέλι και ξεφταλαγιάσανε τον κό­σμο με τα κακαρίσματά τους....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κουτουριά (η) - τόλμημα, παράτολμη πολεμική επιχείρηση < επίρρ.

κουτουρού < τουρκ. goturu κουτουριάρης-α-ικο

κούτρα (η) - 1. μέτωπο, κούτελο 2. το κεφάλι < λατιν. scutra

κουτρούλης (ο) - 1. φαλακρός 2. κουτούτσικος 3. έκφρ. του κουτρούλη ο γάμος ή το πανηγύρι = α) κάπου που γίνεται αναστάτωση, αναμπουμπούλα, φασαρία β) κάπου άσχετα, σε λάθος προορισμό, σε λάθος στόχο < μσν. κουτρούλης < ίσως κουτροτρούλης = που είναι η κούτρα του σαν τρούλος

κούτσα (η) - (ναυτ.) 1. το κενό που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο στραβόξυλα στο εσωτερικό ξύλινου σκάφους και μαζεύονται τα νερά για άντληση 2. σεντίνα< βεν. cuzzo

κούτσαβλος-η-ο - πολύ κουτσός < κόψαλος

κουτσάφτης-ισσα-ικο - αυτός που έχει κομμένο το ένα ή τα δύο αυτιά < κουτσοάφτιος < κουτσός + αφτί

κούτσικος-η-ο - μικρούτσικος, μικροκαμωμένος < τουρκ. kucuk

κουτσομπόλια (τα) - αντρικά γεννητικά όργανα < ; Η λέξη δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά και δεν πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της. 

κουτσουκέλα (η) - σφάλμα, ολίσθημα, πονηριά, μπαγαποντιά < μσν. κουτσουκέλα < βλάχ. κουκουτσέλα

κουτσουμπέρι ή κουτσουβέρι (το) ή κουτσούμπα (η) - κορφή, ύψωμα, εξοχή εδάφους με ομαλή κλίση και κοίλο σχήμα < κουτσουμπός. Μοναδική αναφορά της λέξης, σχετικά με τοποθεσία στο Μουζάκι Ηλείας με την ονομασία κουτσουμπέρι, η οποία  περιγράφεται να είναι σε ύψωμα με θέα.

κουτσουμπός-η-ο - χωρίς κορυφή, κολοβός < αρχ. κόσυμβος

κουτσούνα (η) ή κούτσα (η) - κούκλα και κουτσούνι - κουκλί < ίσως κούτσα ή ιταλ. cucciolo = νεογνό ζώου (πιθανολόγηση : κουτσούνα λέγεται σε κάποια μέρη και ο κορμός του καλαμποκιού, έφτιαχναν κούκλες από αυτό και έμεινε το όνομα κουτσούνα). Μια πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά στη λέξη υπάρχει στη σελίδα «https://www.papadiamantis.org/articles/49-articles/442-xristos-dalkos-h-kokkona» από όπου βλέπουμε ότι ως κουτσούνα στην Πελοπόνησσο όπως και σε πολλά άλλα μέρη, ήταν λαμπριάτικες κουλούρες σε σχήμα κούκλας || " Το Πάσχα φτιάχνουν "λαμπροκουλούρες", δηλ. πίτες και "κουτσούνες" δηλ. μικρά ψωμάκια με μυριστικά και ένα κόκκινο αυγό στη μέση" (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) ||  «κουτσούνα (η) δημ. ή πλαγγών, ή κούκλα '' άρτίσκος ή πλακούντιον έν σχήματι πλαγγόνος 2) το φυτόν σκίλλα η παράλιος 3) ο καρπός του αραβοσίτου ως εύρηται επί του φυτού : κάθε καλαμποκιά έχει τρεις τέσσαρες κουτσούνες» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «Το καλα­μπόκι δεν ήταν εδώ είδος πρώτης ανάγκης. Το χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν κα­νένα «μπομπότι» (ψωμάκι με καλαμποκά­λευρο) ή για να βράσουν καμιά «κούκλα» (καρπό καλαμποκιού). (Ελευθέριος Αλεξάκης - «Από το βουνό στη θάλασσα-Κτηνοτροφία, γεωργία και αλιεία στα Βάτικα»)

κουτσούνι ή κουρτσούνι (το) - 1. μικρός σωρός από πέτρες, χώμα άμμο κ.λ.π., 2. υπερυψωμένο σημείο, λοφάκι, υψωματάκι < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά και δεν πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της ||«Η κτηνοτροφία είχε ανάγκη από μεγά­λες εκτάσεις, στις οποίες μπορούν να βο­σκήσουν τα ζώα. Οι βοσκότοποι και οι περιοχές ορίζονταν από «κουτσούνι» σε «κουτσούνι». Τοποθετούσαν δηλ. τέσσερις-πέντε πέτρες τη μια πάνω στην άλλη για σημάδι.» (Ελευθέριος Αλεξάκης - «Από το βουνό στη θάλασσα-Κτηνοτροφία, γεωργία και αλιεία στα Βάτικα»)

κουτσουρόσταμνα (η) - στάμνα από σκληρό άσπρο πηλό< πιθανολόγηση: κούτσουρο (λόγω της σκληρότητάς της) + στάμνα. Την ονομασία αυτή δεν τη συναντάμε αλλού, δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά || «Και τι δεν έχει φέρει η θάλασσα και τα καΐκια μας. Μυλόπετρες και βόλια των παλιών ελαιοτριβείων, λαδόσταμνες, στάμνες του νερού, μουργοτσανάκες , τσικάλια, κουτσουρόσταμνες (σταμνιά του νερού από σκληρό άσπρο πηλό), σταμνιά και κανατάκια για το κρύο νερό του καλοκαιριού...» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") 

κουφόβραση (η) - ατμοσφαιρική κατάσταση που επικρατεί σε θερμή και υγρή καλοκαιρινή ημέρα, κατά την οποία δε φυσάει αέρας < κουφο- + βράζω

κουχτίμι (το) - αρρωστιάρης, ασθενικός, γέρικος < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά και δεν πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της.

κοψόντερος-η-ο - 1. εκείνος που από τα πολλά γέλια κόβονται τα άντερά του 2. κακομοίρης, δυστυχής < κόβω + άντερο κοψοντέριασμα, κοψοντεριάζομαι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «.....Έννοια σου, δαίμονα, είπε μέσα της, και να ιδείς κοψόντερη, τι θα σου σκαρώσω....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κραμπούσι (το) - μακρουλός βλαστός του κρεμμυδιού, που ποτίζεται ακόμα στο χωράφι < αρχ. κράμβη = λάχανο, μάπα

κρασομπουκουβάλα (η) - κομμάτια ψωμιού, ποτισμένα με κρασί, γεύμα το οποίο ήταν λύση ανάγκης σε εποχές πείνας και φτώχειας και στην κατοχή < κρασί + μπουκουβάλα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

κράτει - (ναυτ.) πρόσταγμα προς το μηχανικό να σταματήσει τη μηχανή αλλά και επιρρημα που δηλώνει την κατάσταση της μηχανής ή του πλοίου (είναι κράτει, έκανα κράτει) < κρατώ

κρεβάτα ή κρεβαταριά ή κρεβατίνα - 1. ξύλινη ή σιδερένια σχάρα πάνω στην οποία απλώνεται η κληματαριά 2. η κληματαριά < κρεβάτι

κρεμαστάρι (το) - 1. δίσκος καφενείου, στρογγυλός με καπάκι που ανεβαινοκατεβαίνει και χερούλι πιασίματος, για μεταφορά καφέδων κ.λ.π. εκτός του καταστήματος 2. οτιδήποτε κρέμεται 3. μτφ. τα κρεμαστάρια, τα ανδρικά γεννητικά όργανα < κρέμομαι

κρεμεζής-ια-ι - κόκκινος, βαμένος με κρεμέζι = κόκκινη χρωστική ουσία < μσν. κρημιζί < ιταλ. cremisi < αραβ. kirmisi

κρεντίρι ή κροντήρι (το) - δοχείο πήλινο, κανάτι, στάμνα την οποία χρησιμοποιούσαν και σαν μονάδα μέτρησης του μούστου ή άλλων υγρών < μσν. κρυωντήριον

κρεπάρισμα (το) - αποτέλεσμα πίεσης, σκίσιμο, έκρηξη < ιταλ. crepare κρεπάρω, κρεπαρισμένος-η-ο

κρέτιτο ή κρέντιτο (το) - πίστωση < ιταλ. credito || «...Πολλοί -οι περισσότεροι- μένανε «κρέτιτο», μέχρι τη νέα σοδειά ή ακόμα την πιό νέα...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κρικέλλι (το)- 1.κρίκος 2. δακτυλίδι 3. χαλκάς 4. ρόπτρο σε σχήμα κρίκου < μσν.κρικέλλιον < ουσ. κρίκελλος

κρισιάζω - έχω κρίση, κυρίως προερχόμενη από επιθυμία ή νοσταλγία για κάτι ή κάποιον < κρίση ||"*κρισιάζω, έχω κρίση επιθυμίας, επιθυμώ έντονα (κρίση - κρισιάζω, όπως εντύπωση -εντυπωσιάζω), π.χ. Μωρέ κρίσιαξα ένα πιάτο ά­γρια ραδίκια με φρέσκο λαδάκι."(ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") . Η λέξη φαίνεται  να χρησιμοποιείται ελάχιστα, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί άλλος τόπος χρήσης της. 

κρίταμο (το) - παχύφυλλο φυτό που αναπτύσσεται στις παραθαλάσσιες περιοχές μας και χρησιμοποιείται στη μαγειρική σαν γαρνιτούρα < αρχ. κρίθμον

κριτσανίζω - τρώγω τραγανή τροφή που στο μάσημα τρίζει κριτσάνισμα,

κριτσανιστός-η-ο, κριτσίνι < κριτς -ανίζω

κριτσέλι (το) -κουλούρα με λουριά κρεμασμένη στη μέση του ζυγού (οργώματος με ζώα) < κρικέλλι < κρίκος. Σπάνια σε χρήση λέξη, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Εύβοια και τη Λέσβο, αλλά με την γενικότερη έννοια του κρίκου ||«Έσκυβε κάτω από το λαιμό τους και έδενε τις ζεύλες και τα ζευλόλουρα περνώντας το σταβάρι στο κριτσέλι...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

κροκάλα (η) - είδος χαλικιού απ' αυτά που βρίσκονται στην άκρη της θάλασσας ή στις όχθες ποταμών, βότσαλο < αρχ. κροκάλη

κρόκος (ο) - (ναυτ.) λωρίδα πλάτους περίπου 15 πόντους φτιαγμένη είτε από τρίχινο ύφασμα, είτε από σακί, με ανάλογο μάκρος ώστε να την ζώνονται στην πλάτη προκειμένου να τραβήξουν στην ακτή την τράτα. Στην άκρη της ζώνης ήταν ένα μικρό σχοινί 15 πόντους περίπου, στην άκρη του οποίου ήταν περασμένο ένα μικρό κομμάτι ξύλο στρογγυλό σαν καρύδι, για να το γαντζώνουν στο σχοινί της τράτας < πιθανολόγηση: αρχ. κροκύς = ρούχο με κατσαρό μαλί < κρόκη = κλωστή που περνάει ανάμεσα στα νήματα του στημονιού του αργαλειού

κροκύδα (η) - ξασμένο μαλλί < μσν.κορκύδα < αρχ. ουσ. κροκύς

κροσάρω - (ναυτ.) 1. διασχίζω 2. διασταυρώνω (διασταυρώνομαι συνήθως με άλλο σκάφος του οποίου η πορεία είναι κάθετη με τη δική μου) < αγγλ. cross = σταυρός κροσάρισμα

κρυολός-η-ο - αυτός που κρυώνει εύκολα, κρυουλιάρης < κρύο + καταλ. λος (η οποία χρησιμοποιείται σε συνδυασμό και με μερικά άλλα επίθετα τονίζοντας κάποιο χαρακτηριστικό ή συνήθεια π.χ. τσιγαρολός = αυτός που καπνίζει πολύ, που του αρέσει πολύ το τσιγάρο). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

κρυόμπλαστρος-η-ο - μτφ. άνθρωπος άνοστος, ασυμπαθής, κρύος < κρύο + έμπλαστρο

κρωντήρι ή κροντήρι (το) - πήλινο ή μεταλλικό αγγείο που που κρατάει δροσερό το περιεχόμενό του. Συνηθέστερα το κροντήρι παλιότερα συσχετιζόταν με το κρασί και χρησιμοποιείτο και σαν μονάδα μέτρησης του μούστου κατά το πάτημα των σταφυλιών < μσν. κρυωντήρι(ο)ν, κρωτήρι || "...Μετρούν το μούστο με το κροντήρι, 25 κροντήρια κάνουν ένα φορτίο." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ)

κυλητούρι ή στεφάνι ή τσέρκι - αυτοσχέδιο παιχνίδι, προάγγελος της σημερινής ρόδας, κυρίως φτιαγμένες από παλιές ρόδες ποδηλάτων, από τις οποίες είχε μείνει μόνο το στεφάνι της ζάντας. Η καθοδήγηση της γινόταν από ένα καλάμι που βαστούσαμε στο ένα χέρι και στο οποίο ήταν προσαρμοσμένο στον άκρη του ένα χοντρό σύρμα σε π, ώστε να περιβάλει το φάρδος της ζάντας. Εκτός από την "περηφάνια της οδήγησης" το στοίχημα ήταν η γρήγορη και σε όσο το δυνατό πιο δύσκολο έδαφος οδήγηση του οχήματος, η οποία συχνότατα συνοδευόταν και από σχετικά ηχητικά μαρσαρίσματα, θορύβους εξάτμισης κ.λ.π.... < κυλώ . Η ονομασία κυλητούρι δεν υπάρχει πουθενά αλλού || "Παιχνίδια αγαπημένο μας, ακόμα, ήταν το τσέρκι ή το στεφάνι. Τα τσέρκια τα παίρναμε ή τα αρπάζαμε από τους βαρελάδες της εποχής εκείνης, τον μπάρμπα Γιώργη Μπιλλίνη-Μουστάκια και τον Βασίλη Γεωργουδή. Για να έχουμε τέλειο παιχνίδι παίρναμε ένα χοντρό σύρμα, το στρίβαμε στη μια άκρη του και το κάναμε χούφτα, σωφυλλιάζαμε σε αυτή τη χούφτα το τσέρκι και έπειτα αρχίζαμε την τρεχάλα με το τσέρκι μπροστά και εμείς πίσω να κρατάμε σε ισορροπία το σύρμα με το τσέρκι και να πιλαλάμε στην Αγορά και στα σοκάκια της Νεάπολης." (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

κυλντώ - κυλώ, κατρακυλώ, κυλιέμαι < πιθανολόγηση: αρχ. κυλίνδω.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά ||"*κυλντώ, κυλάω, γίνομαι ορμητι­κός, φθάνω στο αποκορύφωμα. Κύλντησε ο χορός = άναψε ο χο­ρός. (Αρχ. λ. κυλινδώ)." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") 

κυπρί (το) - χάλκινο αντικείμενο (μορφή κουδουνιού) που κρεμιέται από το στεφάνι στο λαιμό του γιδιού < ίσως Κύπρος (χώρα προέλευσης του χαλκού)

κυράτσα (η) - 1. γυναίκα σεμνότυφη ή φαντασμένη 2. δύστροπη, κουτσομπόλα < μσν. κυράτσα < κυρ(ά) -άτσα

κώλεθρο ή κόλεθρο (το) - 1.το νεογνό που μόλις έχει πέσει από την κοιλιά της μάνας του, το ασθενικό και αδύνατο νεογνό, 2.  τα  υγρά που αποκολλούνται μαζί με το έμβρυο όταν γεννούν τα ζώα, μεταφορικά το απόβλητο, το σιχαμερό < ; Ελάχιστα διαδεδομένη λέξη, την οποία συναντάμε με αυτή την έννοια και στον Καρδαμά Ηλείας,  στον Άγιο Κωνσταντίνο Λακωνίας (Πελλάνα-Γεωργίτσι), καθώς και σε χωριά της Αρκαδίας και Αχαΐας. Στο βιβλίο (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων") η λέξη αναγράφεται ως  "*κώλεθρον, το, το σκαμνί που κά­θεται ο πισινός (κώλος + θρόνος) περιφρονητικά και μεταφορικά α­σήμαντος, τιποτένιος, π.χ. Άσε τη χαμένη, το κώλεθρο", αλλά δεν γνωρίζω αν η  πρώτη εκδοχή της χρησιμοποιείται, καθώς και αν η ετυμολόγηση που δίνετε είναι σωστή. 

κώλον (το) - 1. μέρος άκρο του σώματος, κυρίως το πόδι 2. λείψανο < αρχ. κώλον = 1.μέλος, άκρο του σώματος, ιδίως, το πόδι 2. για φυτά το χοντρό κλαδί δέντρου 3. μέρος από οτιδήποτε, όπως τμήμα κτιρίου, π.χ. πλάγια ή μετώπη 4. ένα σκέλος ή μισό διάστημα ενός αγώνα δρόμου 5. μέλος ή κώλο πρότασης. Εκφρ. «παρέδωσε τα κώλα» = πέθανε || «...... Αφήνανε ευκή και κατάρα, με κρασί να τους πλύνουνε, άμα, όπως λέγανε «τινάζανε τα κώλα»....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κωλονούρι (το) - το σημείο που ξεκινά η ουρά< κώλος + ουρά || «... Κάθισε στο τραπέζι και η παρέα του απλοχέρισε ό,τι είχε περισσέψει, σβερκόλαιμα, κωλονούρι, κουτρουλομέρια. Νερό δεν έβαλε, ο Λάμπης, στο τραπέζι, παρά μονάχα αφρισμένο αθάνατο.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κωλοπηλάλα (η) - 1. ακράτητη βιασύνη λόγω διάρροιας 2. μτφ. τρέξιμο για πολύ βιαστική δουλειά < κώλος + πηλάλα

κωλορίζι (το) - κλαδί που πετάγεται από τον κορμό του δέντρου, από δυνατή ρίζα, παραφυάδα < πιθανολόγηση: αρχ. κώλον = χοντρό κλαδί δέντρου + ρίζα

κωλοφωτιά (η) - 1. η πυγολαμπίδα 2. μικρή λάμψη ή φλόγα 3. (μτφ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου εξαιρετικά εύστροφου < μσν. κωλοφωτία < κώλο + φωτία