Κ

καβαλάκια ως καρύτζαφλας

καβαλάκια - (παίρνω κάποιον καβαλάκια) = παίρνω κάποιον στην πλάτη μου < καβάλα + καταλ. άκια.  Σπάνια συναντάται η λέξη σε άλλες περιοχές και σε κάποιες λίγες αναφορές στο διαδίκτυο, σαν καβαλάκια αναφέρονται κάποιου τύπου εκρηκτικά ή δυναμιτάκια.

καβαλικάδα (η) - 1. η καβάλα, το καβαλίκεμα  2. το ύφασμα που έστρωναν στο σαμάρι < καβάλα < μεσαιωνική ελληνική καβάλα < βενετική cavala < μεσαιωνική λατινική caballa < λατινική caballus . Η λέξη σπάνια χρησιμοποιείται σε άλλα μέρη και μόνο από τη σελίδα https://www.lithoksou.net/p/ka-kabo, φαίνεται ότι υπάρχει καταγεγραμμένη από παλιά, με χρήση στη Ζάκυνθο, την Κεφαλλονιά και την Ηλεία || "...Τραπεζομάντιλα. γύροι του κρεββατιού, μπαουλοσκεπάσματα, καβαλικάδα (=υφασμάτινη στρώση του σαμαριού) με κρόσσια χειροποίητα....." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια") 

καβαλίνα (η) - κοπριά ζώων, ειδικότερα των αλόγων και των γαϊδουριών < λατιν. caballinus = αλογίσιος || «ΚΑΒΑΛΙΝΑ, Καβαλίνα, Δ. Καβαλλίς , ίδος , Δ. Καβαλλήνα, Σ. η κόπρος τού αλόγου. Οι Ρωμαίοι την ωνόμαζαν cabalinum fimum» (Αδ.Κοράης Άτακτα τόμος 4ος 1832) «Καβαλίνα (η κοπριά του αλόγου κτλ. Καθ' ήν και ό Κοπρώνυμος Καβαλίνος έσκωπται. Ο Ευστάθιος [Οδυσ. Α, 155] παράγει την λέξιν από του Καταβαλείν και συγκοπτ. Καβαλείν).» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857) 

καβάτζα (η)- 1. κρυψώνα, καταφύγιο 2. απόθεμα < ίσως ιταλ. cava = λατομείο μτφ. αστείρευτη πηγή, υπόγειο καβατζώνω, καβατζομένος-η-ο

καβαρδιόλα ή καβαδιόλα (η) - το φαρδύ και μακρύ ρούχο, όπως το ράσο < πιθανολόγηση: καβάδιν το καβάδι, καβάδιον α) Mακρύ ένδυμα (ανδρικό και γυναικείο) β) αγροτικό ή πολεμικό ένδυμα γ) πολυτελές ένδυμα αξιωματούχων < τοπων. Kάβαδα της Kαρμανίας + κατάλ. ‑ι(ο)ν. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «...Από τη ζέστη, την κούραση και τον ψυχικό τάραχο να βγάλει κρίση, είχε πετάξει το καλυμ­μαύκι και τις καβαρδιόλες και όπως έμπαινε η μπουκαδούρα δροσερή από τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα και δρόσιζε τα φυλ­λοκάρδια του, μολαΐμισε, του έφυγε ο θυμός....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καβατζάρω - 1. παρακάμπτω ξεπερνώ κάποιο ακρωτήρι  2. παρακάμπτω, ξεπερνώ < κάβος  καβατζάρισμα, καβατζαρισμένος-η-ο

κάβος (ο) - 1. ακρωτήρι 2. καραβόσκοινο, χοντρό παλαμάρι < ιταλ. cavo

καβίλια ή γκαβίλια (η) - 1. σφήνα, μικρός πάσσαλος 2. εργαλείο με καμπυλωτή αιχμή < ιταλ. caviglia

καβούλα ή καβουλιά (η) - χεριά, όσα πιάνει μια παλάμη καβουλιάζω = πιάνω όσα χωράει μια παλάμη καβουλιασμένος-η-ο < πιθανολόγηση: κάβος < "Πιθ. από το αρχ. ελλ. κάπτω > κν. δημ. Χάφτω = καταπίνω, αρπάζω που μπορεί να ερμηνεύσει και το κάβος, αυτό που αρπάζει η παλάμη του ναυτεργάτη στη στεριά, το παλαμάρι" (Άρης Στουγιαννίδης www.stougiannidis.gr)Υπάρχουν κάποιες αναφορές της λέξης καβούλας στο διαδίκτυο, όπου χρησιμοποιείται να περιγράψει την μπάλα πηλού που παίρνει ο τεχνίτης για να ξεκινήσει τη διαμόρφωσή της στον τροχό, καθώς και στο διήγημα του Δημήτρη Καμπούρογλου «Η ιστορία των Αθηνών τόμος Γ'» αναφέρεται: «...και μία μεν των γυναικών έδιδεν αυτή μικρόν άρτον σύμβολον ευτυχίας, έτέρα ρόδι, σύμβολον πολυτεκνίας, και άλλη μίαν καβούλα βάμβακος, άτινα ή νύμφη λαμβάνουσα τα έδιδε προς τα πίσω χωρίς να στραφή, ενώ γυνή δι' ύδατος ...» ενώ σαν καβουλιά, υπάρχει μία αναφορά από την Πελλάνα Λακωνίας, χωρίς εξήγηση || «...Ύστερα στρω­νόντουσαν στο τραπέζι, καβουλιάζανε τα ποτήρια και πιάνανε το... προζύμι. Άνοιγε η όρεξη. Σε ενέργεια, λοιπόν το τηγάνι, που έβγαζε φωτιές από το δούλεμα....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καγιανάς (ο) - ομελέτα με ντομάτα και αυγά στραπατσάδα (η) < τουρκ. kaygana

καδένα (η) - (ναυτ.) 1. η αλυσίδα της άγκυρας 2. δοκάρι που συνδέει τις πλευρές καραβιού στο μέγιστο πλάτος του < βεν.cadena

καδενάτσος (ο) - σιδερένιος σύρτης < λατιν. catenatio. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στα Κύθηρα, στα Εφτάνησα αλλά και στην Κρήτη || « Ανήσυχος, ο άγιος Πέτρος, τραβάει τον καδενάτσο, το μάνταλο ξεθηλύκωσε από την θέση του, το κοντομήρι και άνοιξε την εξώπορτα....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καζάζης (ο)- μεταξουργός, μεταξοπώλης < τουρκ. kazaz καζάκικο = μεταξουργείο

καζάκα (η) - μακριά και φαρδιά ζακέτα< ιταλ. casacca

καζάντι (το) - ωφέλεια, κέρδος, προκοπή καζαντίζω ή καζαντώ < τουρκ. kazandim < kazanmak

καζίκι (το) - 1. πάσσαλος, παλούκι 2. έκφρ. η δουλειά είναι καζίκι (δύσκολη), έπαθα ένα καζίκι (κάτι δυσάρεστο) < τουρκ. kazik

καζίλι (το) - 1. (ναυτ). το λεπτό πλεκτό σκοινί με το οποίο αρματώνουν τα αλιευτικά δίχτυα 2. σπάγκος με τον οποίον έραβαν τα τσουβάλια < ; 

καζιλού (η)κουρελού φτιαγμένη από καζίλι, από λεπτό σκοινάκι ή χοντρό σπάγκο < καζίλι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || "Στη στοίβα βάζανε πατανίες, βελέντζες, κουρελούδες, καζιλούδες ......"(Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

κάης (ο) - αυτός που έχει πολλά βάσανα, ταλαίπωρος < Κάιν || «...Τραβερσάριζε, λοιπόν, στην Αγορά, τούτος ο ξενομπάτης Κάης και όπως λέει η λαϊκή σοφία, ήβρε το ταίρι του, κύλισε, δηλαδή, ο τέντζερης και ήβρε το καπάκι....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καημέχολος-η-ο - παραλλαγή της λέξης καημένος, με την ίδια έννοια χρησιμοποιούμενη < πιθανολόγηση : συνδυασμός των λέξεων καημός και χολή. Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές της λέξης, από τα Κύθηρα προερχόμενες, μία ως καϋμέχολο και 2-3 ως καημέχολο.

καθετή (η) - αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από λεπτή τεχνητή κλωστή (πετονιά) και έχει στην άκρη κάποιο βάρος και αγκίστρια < καθετός < κάθετος < καθίημι

κάθισμα (το) - (ναυτ.) προσάραξη σκάφους, ρίξιμο σε ξέρα ή αβαθή νερά < καθίζω, κάθομαι, καθισμένος-η-ο

καθήκι ή καθίκι (το) - 1. δοχείο νυκτός, το σημερινό γιο γιο των παιδιών, το οποίο υπήρχε στις κρεβατοκάμαρες παλιότερα, επειδή οι τότε τουαλέτες βρίσκονταν εκτός σπιτιού και ίσως στην άκρη του οικοπέδου 2. μτφ. για άνθρωπο τιποτένιο, βρωμερό 3. ειρων. για καπέλα δεικτικού σχήματος < κάθημαι < καθίζω || «ΚΑΘΗΚΙ, Σ. Kαθύκι, Δ. σκεύος αγγείων, όπου καθέζεται ο θέλων νά κενώση την κοιλίαν από τα περιττώματα, Λάσανον, Ελλ. Από του άχρήστου Καθέω τόν άχρηστον παρακείμενου Καθήκα, παράγεται το Καθήκιον. Ιπποκράτης τό όνομάζει Δίφρον, Θάκον και Θρόνον.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

καθούρι (το) - η ξαφνική, έντονη και μικρής διάρκειας βροχή, καταιγίδα < κατά + ομηρ. θούρος = ορμητικός, σφοδρός, ακάθεκτος (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) ||ΚΑΘΟΥΡΙΟΝ, και ΚΑΘΟΥΡΗ, Δ. και το εξηγεί βροχήν, φέρων μαρτυρίαν ανωνύμου ποιητού, Βροντάς μεγάλας κι αστραπας, καθούρη και χαλάζη. Eσημείωσε και ρήμα Καθουρέβω, Δ. με μαρτυρίαν τού αυτού ποιητού, Πού χαλαζώνονται συχνά εκ τά πολλά καθούρια, Πάντοτε καθουρέβoυσι έκτούς πολλούς ανέμους. Απορώ περί της ετυμολογίας. Ίσως έλαβεν αρχήν λέξις από βωμολοχικήν παραβολήν μεταφοράν, Kαθούριον, αντί τού Κατούριον, υποκοριστικών του Κάτουρον, και Καθουρέβω (γρ. Καθουρεύω) από το Κατουρεύω, Ελληνιστί Κατουρέω. Βωμολοχία ευρίσκεται εις τον Αριστοφάνην, κατά τον όποιον βροχή είναι του «Διός Κατούρημα»... Ενδεχόμενον όμως να παρεφθάρη λέξις και από το Κάτομβρος. Όπως αν ήναι, το Kαθούριον σημαίνει σχεδόν ό,τι εσήμαινεν εις τους παλαιούς Λαίλαψ, Καταιγίς, ήγουν σφοδρόν άνεμον με σφοδράν βροχήν συνωδευμένον. «Λαίλαψ, καταιγίς, ανέμου συστροφή μετά υετού λέγει Ησύχιος. Ίσως λοιπόν παράγεται από το Ούρος, άνεμος, Κατούριον, ως πιθανόν ότι και αυτό το Γαλλικόν ouragan, έγινε από τον Ούρον, και όχι, από των Ινδών την γλώσσαν (Ζ. Ουρανία), Ας σημειωθή τελευταίον και το πιθανώτερον τούτο, ότι το ΚΑΘΟΥΡΙΟΝ εχυδαΐσθη από το ΚΑΤΙΩΝ ΡΟΥΣ, το οποίον εμεταχειρίσθη ο Στράβων ....... Ας μη σιγηθή μηδέ του Ησυχίου το Καταίθυξ, όμβρος καταθύσσων κ.τ.λ.» και το «Κατουλάδα... κατόλεθρον ή ζοφώδη, και συστροφάς έχουσαν ανέμων». (Αδ.Κοραής Άτακτα, τόμος 4ος 1832)

καϊμακάμης (ο) - ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος επαρχίας του Οθωμανικού κράτους, τοποτηρητής < τουρκ. kaymakam

κακκαβιά ή κακαβιά (η) - η ψαρόσουπα < κακκάβι = χάλκινη χύτρα < μσν. κακκάβιν < αρχ. κακκάβιον.   Αρχικά ως κακκαβιά λογιζόταν η μαγεριά στο κακκάβι, αλλά επειδή οι ψαράδες, της παλιότερης αλλά και πιο σύγχρονης εποχής, στο κακκάβι συνήθως μαγείρευαν σούπα πάνω σε φωτιά που άναβαν εκεί που διανυκτέρευαν ή πάνω στο καΐκι και αποτελούμενη κυρίως από μικρόψαρα ή φαγωμένα ψάρια που δεν έπιαναν καλή τιμή πώλησης, έμεινε η ψαρόσουπα ως κύρια έννοια της κακκαβιάς.

κακανέβατος-η-ο - εκείνος που δύσκολα μπορείς να ανέβεις < επίρρ. κακά + επίθ. αναβατός. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «... Να σε βγάλω, του λέει, μπάρμπα καβαλλάκια στην Αγια- Τριάδα; Ο δρόμος ήτανε κακανέβατος και κοβότανε η ανάσα....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κακαροίκητος-η-ο - εκείνος που δεν ακούει καλά < κακός + αροικώ. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «...Δεν αροικούσε κι όλας. Όμως τέντωσε τις αυτούκλες, έβαλε και την χερούκλα χωνί στο κακαροίκητο αυτί και είπε στον αδελφό του:...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κακαρέντζα ή κακαράντζα (η) - κόπρανο κατσίκας, προβάτου, ποντικού κ.τ.λ. < πιθ. από το ιταλ. cacara (caco= αποπατώ, κάνω «κακά» < ελλ. κακά) με ιταλ. κατάληξη enza ιταλ. cacare + κατάλ. -άντζα ή < βλαχ. gagareatsa

κακάρι (το) - το κέντρο του κρανίου (εκεί που είναι οι ρίζες των μαλλιών) και γενικά το κεφάλι < κακάρα = κεφάλι, < αναδιπλασ. του ουσ.κάρα = κεφαλή < ομηρ. κάρηνον = το άνω μέρος, η κορυφή ενός αντικειμένου (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Λίγες αναφορές της λέξης, αναφέρεται σε κάποια κρητική μαντινάδα, καθώς επίσης τη χρησιμοποιεί ο Στρατής Τσίρκας στο βιβλίο του «ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ» (Μωρέ κοκορόμυαλοι, μας έλεγε, μωρέ βάλτε το καλά στο κακάρι σας, μουσαφιρέοι είμαστε, τι θαρρείτε;) || ΚΑΚΑΡΟΝ, Σ. Κράνιον, Σ. Κρανείου, Σ. Κρανίον. Από το Ελλ. Κάρη, με διπλασιασμόν της πρώτης συλλαβής. Εις τού Ομήρου Ιλιάδ. β', 259) το «Mηκέτ' έπειτ' Οδυσσήι κάρη ώμοισιν επείη» και σοφοί και άσοφοι ομοφώνως ήθελαν κρίνειν θηλυκού γένους το Κάρη, άν αυτός ποιητής δεν το έφερεν αλλού (Ιλιάδ.χ.,74) και ώς ουδέτερον «Πολιόν τε κάρη, πολιόν τε γένειον» Το μέγα τούτο κακόν έτάραξε τών γραμματικών τά κρανία, κ' επενόησαν θεραπείαν λέγοντες, ότι το Κάρη έγινε κατ' αποκοπήν άπό τό Κάρηνον, και το έταξαν εις τά άκλιτα. Οι Τραγικοί τρέψαντες εις τό Δωρικών Κάρα, τό έμεταχειρίσθησαν και αυτοί κατά τον διδάσκαλόν των Όμηρον ώς ουδέτερον. Πρό τούτων Θέογνις, και μετά τούτους ό Kαλλί μαχος, και άλλοι είπαν θηλυκώς, Κάρη, ώς έτι και σήμερον λέγομεν και ημείς Κάρα πλην ότι εις εκείνους έσήμαινεν άπλώς την κεφαλήν, εις ήμάς δε σημαίνει κεφαλήν σκελετού λειψάνου τινός άγιου...... Το δε κατ' αναδιπλασιασμόν Κάκαρον δηλοί, ώς και ώς και το συνώνυμον Κρανίον, όλον το κόκκαλον της κεφαλής, είτε ζώντος, είτε νεκρού.» (Αδ.Κοραή Άτακτα τόμος 4ος 1832)

κακαρώνω - πεθαίνω, ξεψυχώ: τα κακάρωσε, κακαρωμένος, κακάρωμα < καρώνω < αρχ. καρω < κάρος = νάρκη

κακίλι (το) - το μεσαίο δάχτυλο του χεριού και η απρεπής χειρονομία με αυτό (σχετιζόμενη με τη γενετήσια πράξη) < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά της, ούτε μπορεί να πιθανολογηθεί κάποια συσχέτιση της.

κακιλοκοταράς (ο) - ονομασία του μεσαίου δάχτυλου του χεριού, όταν με αυτό «εξέταζαν» κάποια κότα για να δουν αν έχει αβγό < κακίλι + κότα . Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά της.

κακομούντρουλος-η-ο - ασχημομούρης, κακομούτσουνος <πιθανολόγηση: κακό + μουτρούλι υποκορ. του μούτρο. Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Κρήτη.

κακόντελος-η-ο ή κακοντέλης-α-ικο - κακομοίρης < ίσως μσν. κακοτελής = που έχει κακό αποτέλεσμα < επίρρ.κακά + τελώ. Η λέξη ως κακοντέλης φαίνεται να χρησιμοποιείται κυρίως στη Λακωνία, αλλά και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου (Αρκαδία, Μεσσηνία), ενώ ως κακόντελος μόνο στα δικά μας μέρη.

κακοπίχερος-η-ο - 1. άτυχος, που έχει κακό χερικό 2. άτιμος, άχρηστος, < μσν. κακοπίχερος < κακώς + επιχειρώ

κακόσουρος-η-ο - ταλαίπωρος, άθλιος, κακότυχος < κακός + ούρος (ούριος)

κακοσύναγος-η-ο - απείθαρχος, που «δε συμμαζεύεται» < επίρρ. κακά + συνάγω

κακοφορμίζω - 1. ερεθίζομαι, αφορμίζω (πληγή) 2. προξενώ φλεγμονή πληγής < κακός + αφορμίζω κακοφορμισμένος-η-ο

καλαδούρι (το) - (ναυτ.) σημαδούρα που βάζουν στα δίχτυα ή στα παραγάδια στην επιφάνεια της θάλασσας για να τα εντοπίζουν < καλάρω

καλάι (το) - κασσίτερος , ψευδάργυρος < μτγν. κάλαϊς (λίθος) < λατιν. callais = είδος γαλάζιας πέτρας ή από το τουρκ. kalay || «Καλάγι ή Καλλάι (ως εκ των Καλλαϊκών, έθνους της Λυσιτανίας, μετακομισθέντος ίσως πρώτον εις την Ελλάδα του μετάλλου. Διότι, κατά τον Διόδωρον [Ε, 38] «Υπεράνω της των Λυσιτανών χώρας έστι μέταλλα πολλά του κασσιτέρου.» Το ίδιον λέγει και ο Στράβων [Γ', 147] και ο Πλίνιος [ΛΔ', 46), μέαλλ. «Κασσίτερος» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

καλαμάρι (το) - 1. μελανοδοχείο 2. γένος κεφαλοπόδων μαλακίων, καλαμάρι < αρχ. κάλαμ(ος) = πένα από καλάμι + άριον,ουδ. του -άριος < λατ. -arius και το μαλάκιο από το μελάνι που αφήνει και από την ομοιότητα του σχήματος με τα παλιά μελανοδοχεία καλαμαράς = αυτός που φτιάχνει καλαμάρια α) αυτός που ασχολείται με τα γράμματα, ο γραμματιζούμενος β) ο γραφιάς, ο γραμματέας

καλαμίζω - 1. τυλίγω νήμα στο καλάμι φτιάχνοντας μασούρι 2. βάζω καλάμια στα φυτεμένα κηπευτικά (ντομάτες, αγγουριές κ.λ.π.) για να στηριχτούν και να αναρριχηθούν < καλάμι + ίζω καλαμισμένος-η-ο, καλάμισμα

καλαμόβρακο (το) - το τμήμα του παντελονιού που αντιστοιχεί στις κνήμες, στα καλάμια < καλάμι + βράκα || «......βασανισμένοι και χλεμπονιάρηδες, βαρ­κάρηδες και χαμάληδες, ο χοντρός λαός, με ανασφουγγωμένα τα καλαμόβρακα και κορατσωμένα από το αλάτι.....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καλαμοκάνης (ο) - 1. ο πελαργός, που τα πόδια του είναι αδύνατα σαν καλάμια, 2. μτφ. αυτός που έχει λεπτά πόδια < καλάμι + κανί = κνήμη

καλαμοκάνι (το) - μεγάλο μασούρι τυλίγματος μάλλινης κλωστής, από χοντρό καλάμι < καλάμι + κανί = κνήμη

καλαμπαλίκι (το) - πλήθος ανθρώπων ή πραγμάτων που δημιουργούν θόρυβο, οχλαγωγία τα καλαμπαλίκια μτφ. τα αχαμνά < τουρκ. kalabalik = πλήθος

καλάρω - (ναυτ.) 1. ρίχνω τα δίχτυα, τα παραγάδια ή άλλο εργαλείο στη θάλασσα για ψάρεμα 2. καλάρισε νερά = έμπασε νερά (η βάρκα) 3. καλάρω τα πανιά = κατεβάζω τα πανιά < μσν.καλάρω = κατεβάζω, χαμηλώνω < βεν. calar < ιταλ. calare = κατεβάζω τα πανιά < αρχ. χαλώ= χαλαρώνω, αφήνω να πέσει καλαρισμένος-η-ο =αυτός που έχουν καλάρει αλλά και αυτός που έχει καλάρει. Εκφρ. «είμαι καλαρισμένος» ή «τα έχω καλαρισμένα» = έχω ρίξει τα δίχτυα ή τα παραγάδια κ.λ.π.

καλατζής ή καλαϊτζής (ο) - αυτός που γανώνει χάλκινα σκεύη, γανωτής, γανωματής< καλάι < τουρκ. kalayci καλατζίδικο = το εργαστήριο του καλατζή

καλαφάτισμα (το) - (ναυτ.) το γέμισμα των κενών ανάμεσα στα σανίδια ξύλινων σκαφών ή βαρελιών με στουπί και πίσσα καλαφάτης < μσν. καλαφάτης < ιταλ. calafato < αραβ. qalafat καλαφατίζω, καλαφατισμένος-η-ο, καλαφατικά = τα σύνεργα του καλαφατίσματος || «...... ανασφουγγωμένο πουκάμισο να ξεπροβαίνουνε τα αράπικα και μαλλιαρά αντίμπρατσα και οι σκληρές από τη δου­λειά παλάμες που είχανε γίνει από τον καθημερινό μόχθο, σα ματσόλες που βαράνε το καλαφατικό!...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καλεστικός-η-ο - αυτός που έχει καλεστεί, που έχει προσκληθεί (οι καλεστικοί του γάμου) < καλώ+ κατάλ. ‑τικός

καλημάνα (η) - είδος αποδημητικού πουλιού που έρχεται όταν πιάσουν τα κρύα < ίσως αρχ. καλός + μάνα

καληχέρα (η) - το δώρο που δίνουν στα παιδιά την Πρωτοχρονιά και που πολλές φορές ήταν χρήματα < καλό + χέρι καληχερίζω

καλιά - στη φρ. «πάω καλιά μου» φεύγω, αποχωρώ και μτφ. καταστρέφομαι, πεθαίνω < καλιά (η) = καλύβα, ξύλινη κατοικία,φωλιά, κοτέτσι < κάλον (το) = ξύλο (άντε καλιά σου = φύγε) (πάμε καλιά μας = πάμε σπίτι μας, αποχωρούμε) (αυτός πήγε καλιά του = αυτός έφυγε, αποχώρησε ή μτφ. = καταστράφηκε ή πέθανε) || «Με τη βοήθεια, λοιπόν, του ποτηριού, φεύγανε, γινόντουσαν άρατες κι απήλατες και οι σκοτούρες του μυαλού και ερχότανε, έτσι, μια φουσκοθαλασσιά στο αχόρταγο σώμα και πάει καλιά της η σωφροσύνη, η ρέγουλα το μέτρο και το αποτέλεσμα ήτανε νάρχεται χρόνος και παιδί.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καλιάζω - 1. ταιριάζω, συνδυάζω, εφαρμόζω 2. κάλιασε = πέτυχε, συνέπεσε, ταίριαξε < ίσως καλός ή καλλιόω -ώ»= κάνω κάτι ομορφότερο, βελτιώνω κάλιασμα

καλιακούδα (η) - το πουλί κάργια < κάλοιακας < κόλοιακας < αρχ. κολοιός

καλιαντρά ή καλιαρντά (τα) - η συνθηματική διάλεκτος των ομοφυλόφιλων και γενικά των ανθρώπων ελευθέριων ηθών < γαλλ.gaillard = τολμηρός, αναιδής

καλικαντζούρα (η) - συν. στον πληθ.κακογραμμένη, γραμμένη με άσχημο τρόπο < πιθ. μσν. καλικατούρα = καρικατούρα

καλικούτσα - πέρνω κάποιον στην πλάτη, καβαλάκια < γκαλιγκότσι(α) ή γκαλιγκούτσια < γκότσι = επιρ. επί ώμου φέρειν τινά 

καλικοσφύρια (τα) - τα σύνεργα της δουλειάς, τα εργαλεία του μάστορα < πιθανολόγηση: καλικώνω + σφυριά (τα εξαρτήματα του πεταλωτή (καλιγάς) καλικοσφύρης = αυτός που τα καταφέρνει σε διάφορες δουλειές, που επινοεί τεχνάσματα για να φτιάξει κάτι. Τα καλικοσφύρια αναφέρονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, αλλά σαν καλιγοσφύρια και εννοώντας τα σύνεργα του πεταλωτή (καλιγά).

καλικώνω - 1. βάζω πέταλο στην οπλή ζώου, πεταλώνω 2. έκφρ. «καλικώνει τον ψύλλο» = πολύ έξυπνος και ιδιαίτερα πονηρός επιδέξιος 3. σολιάζω 4. υποδένω < μσν. καλλιγώνω < καλλίγιον καλιγάς = πεταλωτής

καλόγηρος (ο) - λάδι που έβγαινε με δεύτερη επεξεργασία, από τον πυρήνα του ελαιόκαρπου και χρησίμευε για την παρασκευή σαπουνιού < πιθανολόγηση: καλόγηρος λόγω του μαύρου χρώματος που είχε από τα υπολείμματα της αρχικής θλίψης || «Στο τέλος της περιόδου οι εργάτες του ελαιοτριβείου, αρκετές ημέρες, αντί για ελαιόκαρπο έκοβαν ελαιοπυρήνα, τον έκαναν πολτό και με τον ίδιο τρόπο αλλά με πολύ καυτό νερό, τον έστυβαν πάλι στη μηχανή και έβγαζαν χονδρό λάδι (τον καλόγηρο) το οποίο μοιράζονταν να το χρησιμοποιήσουν για την Παρασκευή σαπουνιού...» (Γιάγκος Κοντός «ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ»)

καλοπέζουλος-η-ο - 1. αυτός που ζυγίζει καλά, ακριβοδίκαιος 2. μτφ. εύκολος, εύπιστος, συγκαταβατικός άνθρωπος < καλός + ιταλ. pesolo = εκκρεμές, κρεμαστό. Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές της λέξης, που φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Κέρκυρα, ενώ πιο ευρεία χρήση φαίνεται να έχει η λέξη ως καλοπέσουλος, όπως χρησιμοποιείται στα Κύθηρα και σε όλα τα Εφτάνησα.

καλοπίχερος-η-ο - 1. τυχερός, που έχει καλό χερικό 2. έντιμος, χρηστός, εύπορος < μσν. καλοπίχερος < καλώς + επιχειρώ καλοπιχεροσύνη (η) = εντιμότητα || «ΚΑΛΕΠΙΧΕΙΡΟΣ. Το γράφει διά του και Καλοπίχερος, ώς και το εναντίον Κακοπίχερος. Καλεπίχειροι ίσως είναι οι Ευχερούντες τους βίος, ίσως δε και από το Επιχειρία, Επιχειρίαν ωνόμαζαν οι Γραικορ, την συλλογών των σκευών , και εξαιρέτως την ναυτικήν σκευήν, ώς φαίνεται από τον νομικών Ευστάθιον. Εάν έχη το πλοίον πασαν την ΕΠΙΧΕΙΡΙΑΝ τελείως, ιστόν κεραίαν ισχυράν, άρμενα τε και διφθέρας, αγκύρας τε και σχοινία καννάβινα κ. τ. λ. ». Καλεπίχειρος λοιπόν λέγεται ότις έχει καλήν επιχειρίαν, όστις σιμα τών προς το ζήν αναγκαίων έχει ικανά και τα χρήσιμα. Εξεναντίας Κακεπίχειρος, ότινα λείπουν τα χρήσιμα «Χείριος, χρήσιμος λέγει Ησύχιος.» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

καλούμα ή καλούμπα (η) - 1. το λεπτό σκοινί που είναι δεμένο στις σημαδούρες και το οποίο με κάποιο βάρος αφήνουμε στο βυθό για να την κρατάει 2. γενικά το λεπτό σκοινί ή νήμα όπως του χαρταετού κ.τ.λ. < ιταλ. caluma καλουμάρω = κατεβάζω με σκοινί προς τα κάτω κάποιο αντικείμενο καλουμάρισμα (το)

καλοφεγγιά (η) ή καλόφεγγο (το) - οι μέρες που έχει πανσέληνο και μια-δυο γύρω από αυτή, που έχει δηλαδή αρκετό φως το φεγγάρι. Τις μέρες αυτές έκαναν διάφορες αγροτικές εργασίες, κυρίως το κλάδεμα, αλλά και έκοβαν τα δένδρα που προορίζονταν για ξυλεία, ιδίως για τη ναυπηγική < καλό + φέγγω. Ως καλοφεγγιά τη λέξη δεν την συναντάμε αλλού, ενώ υπάρχουν κάποιες λίγες αναφορές ως καλόφεγγο || "Το σιτάρι το σπέρνουν από τις 10 μέχρι τα τέλη του Νοεμβρίου. Προτιμούν τις ημέρες που βρίσκονται σε καλοφεγγιά (Πανσέληνο) και ιδίως το Σάββατο...." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β.ΚΑΛΠΙΤΖΗ) || «Κόβανε τα κυπαρίσσια όταν ήταν καλόφεγγο, για να βαστάνε τα ξύλα και να μην σαπίζουνε. Το κακοφεγγίτικο ξύλο σκουληκιάζει...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

καλοφεγγίζω - βλέπω να γίνεται κάτι καλό κάτι θετικό, αποδίδει η προσπάθειά μου < καλό + φεγγίζω (δηλαδή φεγγίζει, με την έννοια του φαίνεται, κάτι καλό)  καλοφέγγισμα, καλοφεγγισμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά  || " *καλοφεγγίζω, γεύομαι, τους πρώ­τους καρπούς της χρονιάς. *καλοφέγγισμα, το, το δοκίμασμα των πρώτων καρπών της χρονιάς, π.χ. Καλοφέγγισα το πρώτο αχλά­δι." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Α' -Γ.Ν.Μιχαλέτος "Η γλώσσα των Βατίκων" 

καλπάκι (το) - 1. μάλλινος ή δερμάτινος σκούφος 2. είδος στρατιωτικού καπέλου < τουρκ. kalpak

καλπουζάνης-α-ικο - 1. αυτός που κατασκευάζει κίβδηλα νομίσματα, πλαστογράφος, παραχαράκτης 2. μτφ. δόλιος, απατεώνας < τουρκ. kalpazan καλπουζανιά (η)

καλπουνάρα (η) - άνοιγμα στην πάνω πλευρά του βαρελιού, η οποία κατά τη διάρκεια που έβραζε ο μούστος, σκεπαζόταν πρόχειρα με θυμάρι, προκειμένου να βγαίνουν οι αφροί του μούστου, αλλά και να μην μπαίνουν βρομιές στο βαρέλι. Μετά το βράσιμο του μούστου την έκλειναν σφηνώνοντας κάποιο φελλό ή ξύλο < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογείται κάποια συσχέτισή της || "Ο μούστος μπαίνει σε βαρέλια που τοποθετούνται πλαγιαστά. Στην μία επίπεδη πλευρά του υπάρχει η καλπουνάρα, δηλ. στρογγυλό άνοιγμα που το κλείνουν με θυμάρι, ώστε να χύνεται ο αφρός του μούστου και να μην πέφτουν βρόμες μέσα..." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) 

καλτάκα (η) - δηλωμένη ιερόδουλος, πόρνη (με επιτ. σημασία καρακαλτάκα) < τουρκ. kaltak = σέλα

κάλφας (ο) - βοηθός αρχιεργάτη ιδιαίτερα ράφτη ή υποδηματοποιού, μαθητευόμενος < τουρκ. kalfa

κάμα (η) - δίκοπο μαχαίρι < τουρκ. kama

καμάρι (το) - (ναυτ.) ένα από τα δοκαράκια, κάθετα στον διαμήκη άξονα του ξύλινου σκάφους που υποστηρίζουν την κουβέρτα και τοποθετούνται σε αντιστοιχία με τα στραβόξυλα, δηλαδή ένα σε κάθε στραβόξυλο. Τα άκρα τους στηρίζονται σε ειδικά διαμορφωμένες εγκοπές και πάνω σε αυτά καρφώνονται τα σανίδια της κουβέρτας < πιθανολόγηση: καμάρα

καμαρότος-ος-άκι - (ναυτ.) ο καμαριέρης και ο σερβιτόρος σε καράβι< βεν. camaroto

καμιζόλα (η) - 1. κοντό γυναικείο σακάκι παραδοσιακής στολής 2. είδος φαρδιάς και ριχτής γυναικείας μπλούζας < βεν. camisola

καμουχάς (ο) - 1. ύφασμα βαρύτιμο από μετάξι 2. επενδύτης από καμουχένιο ύφασμα < μσν. καμουκάς, καμοχάς, καμπουχάς, χαμουχάς < περσ. kamkha, ιταλ.camocà και cammuccà || «ΚΑΜΟΥΧΑΣ, Καμουχάς, και Χαμουχάς, μεταξωτόν ύφασμα κεντητόν. Από τού παρακμ. Λατιν. Camoca ή Camucum» (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος 1832)

καμπανίτης (ο) - η σαμπάνια < Καμπανία (γαλλική επαρχία)

κάμποτο (το) - βαμβακερό ύφασμα με απλή ύφανση για εσώρουχα φτηνής ποιότητας < αγγλ. cabot

καμπούνι (το) - (ναυτ.) το μπροστινό, πλωριό, υπερκατασκεύασμα (υπερκατασκευή) του πλοίου, δηλαδή η υπερκατασκευή που βρίσκεται πάνω από το κύριο κατάστρωμα < ίσως ιταλ. capere = περιέχω ή ελλ. καμπή (Άρης Στουγιαννίδης, www.stougiannidis.gr) ||Τέτοια υπερκατασκευή έφεραν παλαιότερα όλα τα ιστιοφόρα, όπου έφεραν τα πρωραία πυροβόλα, εξ ου και ο αγγλικός όρος σε μετάφραση "πλωριόκαστρο". Συνέχισε όμως να φέρεται και στα ατμοκίνητα επιβατηγά, φορτηγά πλοία, δεξαμενόπλοια κ.ά. Το καμπούνι αποτελεί κυρίως αποθηκευτικό χώρο για υλικά και εργαλεία καταστρώματος, όπως π.χ. σχοινιά, συρματόσχοινα, χρώματα, λάδια, κ.λπ.. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν παλαιότερα και ενδιαιτήματα πληρώματος. Επί του καταστρώματος του προστέγου φέρονται τα βαρούλκα αγκυρών, ο πρωραίος ιστός και το στιλίδιο. Το καμπούνι κατά την κοινή ναυτική ολολογία αποτελούσε και αποτελεί τη "λέσχη του πληρώματος" των φορτηγών πλοίων. Εκεί συγκεντρώνονται οι ναύτες κατά την ώρα των διαλειμμάτων ή μετά την εργασία τους εξ ου και "γλώσσα του καμπουνιού" ονομάζεται η ιδιωματική γλώσσα "αργκό" των ναυτών (el.wikipedia.org)

καμώνομαι - προσποιούμαι, υποκρίνομαι, κάνω πως ή παριστάνω τον < μσν. καμώνω, -ομαι < συνοπτ. θ. καμ- (κάμνω δες στο κάνω) -ώνω

καναβάτσο (το) - ύφασμα κατασκευασμένο κυρίως από ίνες κανναβιού, χοντρό και τραχύ, πολλές φορές έφτιαχναν από αυτό και το καραβόπανο < ιταλ. canavaccio

κανάγιας (ο) - παλιάνθρωπος, χυδαίος, ελεεινός < γαλλ. canaille < ιταλ. canaglia < λατιν. canis

κανί (το) - το μακρύ και αδύνατο πόδι, γενικά το πόδι < καννίον < κάννα = καλάμι ||«...Από τη μέση και κάτω φορούσε ένα ανεσούσουμο πράγμα, τσίμα-τσίμα κολλημένο στο πετσί του που έμοιαζε με σωλήνα στον οποίον είχανε μπει μέσα τα μεριά και τα κανιά του και έφτανε μέχρι τα στραγάλια των ποδιών του....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

κανίσκι ή κανίσχι (το) - 1. πανέρι, κάνιστρο 2. δώρο 3. προγαμιαία δωρεά < αρχ. ουσ. κανίσκιον || «... Δεν επρόφτασε να γίνη δέκα χρονών και άρχισαν τα προξενιά. Από τον Μωριά, απότη Ρούμελη, την Έγριπο και την Αθήνα οι πλουσιώτεροι και αντρειώτεροι μπέηδες και αγάδες, έστειλαν πλούσια κανίσκια ν' αρραβωνιάσουν τη Γκιουλχανούμ....» (Ανδρεάς Καρκαβίτσας «ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ - ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ») || «Κανίσκι (το δώρον, το στελλόμενον τιμής και υποχρεώσεως χάριν. Τουρκ. πεσκέσι. Εις τους Βυζαντινούς συγγραφής αναφέρεται συχνά ή λέξις: » Δια το και τον πρώτον άνθρωπον αποστείλαι μετά μεγάλου κανισκίου τον Κουρκένιον ττρος τον βασιλέα, « Πορφυρογ. Ο Νικήτας το γράφει Κανίσγειον. Είχον δε και ρήμα Κανισκεύειν, δωροφορείν). » Δώρον, έπίσταλμα. (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

κανοναρχώ - 1. υποβάλλω, εισηγούμαι κάτι, κάνω το έργο του κανονάρχη 2. υπαγορεύω στον ψάλτη τους εκκλησιαστικούς ύμνους < κανόνας + άρχω

καντάρι (το) - 1. μονάδα βάρους ίση με 44 οκάδες (περ.57 κιλά) 2. είδος μικρής ζυγαριάς χειρός < ιταλ. cantaro < τουρκ.kantar < ελλ. κεντηνάριον < λατ. centenarium

καντήλα (η) - φουσκάλα με υγρό που σχηματίζεται στο δέρμα < καντήλα, ίσως επειδή μπορεί να προξενήσει κάψιμο

καντηλίτσα (η) - ναυτικός κόμπος από τους πιο βασικούς και διαδεδομένους ιδίως στο δέσιμο της βάρκας στο λιμάνι, γιατί έχει το ιδίωμα να μην σφίγγει με αποτέλεσμα να μπορεί να λυθεί από κάποιον εύκολα < ιταλ. candelizza , ισπαν. candeliza υποκορ. του candela < λατ. candela = καντήλα

καντίζω - δελεάζω, πείθω, χορταίνω, ικανοποιούμαι, συμφωνώ < τουρκ. kandim αόριστος του kanmak κάντισμα, καντισμένος-η-ο.  Μία λίγο χρησιμοποιούμενη λέξη, που τη συναντάμε και στην Κρήτη αλλά και στη Θράκη, με τις παραπάνω έννοιες. Στα Βάτικα το καντίζω ήταν το επιδεικνύω, εκθέτω τα προικιά πριν το γάμο. Τα προικιά, τα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και τα είχαν προς παρουσίαση και επίδειξη, για κάντισμα, προκειμένου να τα δουν οι συγγενείς και οι γνωστοί και πιθανά να πειστούν για την αξία τους ή να ικανοποιηθούν και να συμφωνήσουν || «Τα προικιά θα 'ταν κουβαλημένα στο σπίτι της νύφης πιο νωρίς, ή θα τα 'χαν βάλει στο σπίτι λίγες μέρες πριν, και θα τα 'χαν «καντίσει» όπως λέγανε. Θα τα 'βλεπε όποιος ήθελε και θ΄άκουγες τα κουτσομπολιά» (Τζ.Πασσάκος Εφημερίδα «Η ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ» τ.160) || "Μια εβδομάδα πριν το γάμο μαζεύονται γειτόνισσες και ξαδέρφες στο σπίτι της νύφης και πλένουν τα μπαμπακερά προικιά. Ύστερα τα καντίζουν, δηλ. τα χοντρά ρούχα τα κάνουν στοίβες μέσα στο σπίτι, ενώ τα άλλα δένουν σχοινάκια και τα κρεμούν, για να φαίνονται. Όσοι έρχονται να τα δουν τα ραντίζουν με λεφτά." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ) || ...Η ανάγνωση γινόταν την ώρα που οι γαμουλιάτες (=καλεσμένοι) έπαιρναν τα καντισμένα (διευθετημένα από ημερών για επίδειξη) προικιά από το σπίτι της νύφης, με προορισμό του σπίτι που θα έμενε το νέο ζευγάρι, του γαμπρού συνήθως....." (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια") 

καντίνι (το) - 1. η λεπτότερη χορδή ενός έγχορδου οργάνου 2. είμαι στο καντίνι = είμαι στην τρίχα, είμαι στην εντέλεια < ιταλ. cantino

κάντιο (το) - κρυσταλλική ζάχαρη που γίνεται από ζαχαροκάλαμο < ιταλ. candi , αραβ. kand = ζαχαροκάλαμο ''"...μα και "φραγκοραφτάδικες" φορεσιές και τσόχινες πατατατούκες για του άντρες, κάντιο* και "ναυτικά κουστουμάκια" για τα παιδιά......* χρωματιστή ζάχαρη σε κρυστάλλους, που έδιδαν παλιότερα στα παιδιά τα πάσχοντα από ιλαρά (για "μαγικούς" λόγους αποθεραπείας)" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") 

καούδι (το) - τα βάσανο, αυτό που μας καίει < καίω

καπακλί (το) - ξύλινο συνήθως βάζο ή δοχειάκι μεταφοράς τροφίμων, με καπάκι < καπάκι || «'Επαιρνε κι ένα δεμάτι σανό για το ζο και φαΐ για κείνον, ένα αγκωνάρι ψωμί και το καπακλί με τις ελιές ή το τουλουμοτύρι, κρεμμύδια νερό στο σταμνάκι και κρασί στο παγούρι.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

καπάρο (το) - προκαταβολή που δίνεται ως εγγύηση για αγοραπωλησία ή νοίκιασμα < ιταλ. caparra καπαρώνω

καπάτσος-α-ο - 1. αυτός που τα καταφέρνει με την επιδεξιότητά του, επιδέξιος 2. αυτός που είναι εντάξει στις συμφωνίες του < ιταλ. capace καπατσοσύνη 

καπελάγιο (το) - (ναυτ.) μεταλλικός δακτύλιος στο πάνω μέρος του άλμπουρου με πόρπες ανά 90°, όπου στερεώνεται η άνω άκρη των ξαρτιών. Λέγεται και στεφάνι. Περιορισμένης χρήσης λέξη με ελάχιστες αναφορές < ;  ||«...είχα ζητήσει από την αδερφή μου τη Μερόπη και μου είχε φτιάξει διάφορα σήματα και σημαίες που ξεκινούσαν από το μπαστούνι. Έφταναν μέχρι το καπελάγιο του άλμπουρου και κατέβαιναν στη συνέχεια μέχρι την πρύμη...» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

κάπελας (ο) - ταβερνιάρης < αρχ. κάπηλος = μικρέμπορος, οινοπώλης, από όπου και το καπηλειό

καπερώνα (η) ή καπερώνι (το)- η βαριά κάπα του βοσκού, φτιαγμένη από μαλλί των ζώων < ; (από την κάπα) || «Τις τρίχες και τα μαλλιά των κατσικιών και των αρνιών τώρα τα πετάνε. Άλλοτε τα κάνανε βελέντζες, καπερώνια...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

καπέτα ή καπετούλα (η) - χωρίστρα < βεν. capeta

καπίκι (το) - πόντος της πρέφας (χαρτοπαικτικό παιχνίδι παρόμοιο με το μπριτζ που παλιά παιζόταν καθημερινά στα καφενεία της περιοχής μας). Το όνομά του προέρχεται από το ρώσικο νόμισμα καπίκι που ισοδυναμεί με το 1/100 του ρουβλίου και επειδή η πρέφα ήταν πολύ διαδεδομένο παιχνίδι στη Ρωσία και αντί για πόντους παιζόταν με καπίκια < ρωσ. kopeika

καπίστρι (το) - χαλινάρι των ζώων < μσν. καπίστριον < κάπιστρον < λατιν. capistrum καπιστρώνω, καπιστρωμένος-η-ο (ξεκαπιστρώθηκε = πέταξε το καπίστρι και μτφ. για άνθρωπο που παρεκτράπηκε που δεν μαζεύεται, που ξέφυγε)

καπιτσάλι - 1. ξύλο στο στομα που βάζουν στα γαϊδούρια, μουλάρια κ.λ.π. για να μην τρώνε ή να μην δαγκώνουν όταν είναι δεμένα ή σε διάφορα ζώα για να μην βυζαίνουν 2. καπιτσάλι παραδοσιακών στολών, λωρίδα κάτω από το σαγόνι που συγκρατεί τα σκουφιά, φέσια κ.λ.π. που σε πολλές περιπτώσεις φέρει και μεταλλικό κόσμημα. Στο πολεμικό ναυτικό είναι η μαύρη υφασμάτινη λωρίδα που συγκρατεί το καπέλο. Στη Σκύρο καπιτσάλι λένε τη λωρίδα που στηρίζει τις κάλτσες της παραδοσιακής φορεσιάς, κάτω από το πέλμα του ποδιού)  < ;

καπιτσάλωμα - εκτός από το φόρεμα του καπιτσαλιού, μτφ. έχει την έννοια της έμμονης ιδέας, της έντονης επιθυμίας, καθώς και του φορτώματος μιας υποχρέωσης (μου έκατσε κάτι στο σβέρκο) , καπιτσαλώνω, καπιτσαλωμένος-η-ο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά|| «...Ζερβά του, στην αρχή του στενού, το υπόγειο του Παναγή, άχνιζε από το βαρελίσιο άρωμα, Ο πειρασμός, το κρασί, τονέ είχε καπιτσαλώσει και σαν να ήτανε σειρή­να τονέ λεβάρισε στο υπόγειο. Παλάμιασε τη μισή, ρουφούσε το κρασί και σοφάντιξε τον καταπίτη του...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ!»)

καπλαμάς (ο) - λεπτό φύλλο από ξύλο ή μέταλλο με το οποίο καλύπτεται η επιφάνεια επίπλων ή άλλων αντικειμένων < τουρκ. kaplama καπλάντισμα (το) - 1. επένδυση με καπλαμά 2. ντύσιμο παπλώματος με σεντόνι < καπλαμάς καπλαντίζω, καπλαντισμένος-η-ο

καπλάνι (το) - 1. τίγρη 2. άνθρωπος αιμοβόρος σαν την τίγρη < τουρκ. caplan

καπόνι (το) - 1. ευνουχισμένος κόκορας (με ιδιαίτερη εκτροφή) < ιταλ. cappone 2. είδος ψαριού 3. (ναυτ.) α) πρωραίο ξύλινο δοκάρι ιστιοφόρων για την ανέλκυση της άγκυρας β) μεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που φέρουν, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων < μσν. ελλ. καπόνιν < κάπων < βεν. capon

κάπος (ο) - αρχηγός, επικεφαλής ομάδας στρατιωτών, καπετάνιος < ιταλ. capo καπούραλος = το αυταρχικό, το άγριο αφεντικό

κάποτο (το) - χοντρό, μάλλινο επανωφόρι, κάπα, μανδύας < ιταλ. cappotto

καπότο (το) - χαρτοπαικτικός όρος όταν ο αντίπαλος παίκτης δεν πιάνει ούτε μία χαρτωσιά κυρίως σε παιχνίδια με μπάζες (πρέφα, κούπες, μπουρλώτο κ.λ.π.) < γαλ. capot

καπρόδοντο (το) - 1. δόντι του κάπρου 2. μτφ. μπροστινό δόντι παιδιού που σε κάποιες περιπτώσεις βγαίνουν μπροστά και πάνω από το παλιό δόντι < κάπρος + δόντι

κάρα (η) - κεφάλι < Ιων. κάρη = κεφαλή, η κορυφή κάθε πράγματος, ομηρ. κάρηνον = κεφάλι, κορυφή

καραβάνα (η) - 1. στρογγυλό και ρηχό μεταλλικό σκεύος με ένα ή δυο χερούλια, που χρησιμοποιείται για μαγείρεμα ή για σερβίρισμα στο στρατό 2. α) (ναυτ.) είδος μεγάλου πλοίου β) (ναυτ.) ομάδα από εμπορικά και πολεμικά πλοία, νηοπομπή < τουρκ. karavana ή < ιταλ. caravana 3. παιχνίδι που παίζονταν στις παλιές γειτονιές και στα προαύλια των σχολείων. Χαράζαμε στο χωμάτινο έδαφος 4 ή 5 συνεχόμενα παραλληλόγραμμα διαστάσεων 1,5-2Χ0,8-1 μέτρων και στη συνέχεια ένα ημικύκλιο. Κάθε παιδί είχε μια πέτρα πλατιά σαν αμάδα και προσπαθούσε πατώντας μόνο στο ένα πόδι (κουτσό) να χτυπήσει με το ίδιο πόδι την πέτρα και να την ρίξει μέσα στο πρώτο παραλληλόγραμμο. Στη συνέχεια πηδώντας με το ίδιο πόδι έπρεπε να μπει κι αυτό στο παραλληλόγραμμο να σπρώξει με τον ίδιο τρόπο την πέτρα στο επόμενο και ούτο καθεξής μέχρι να φτάσει στο ημικύκλιο και να γυρίσει ξανά πίσω. Οι γραμμές λέγονταν τσουζιά και δεν έπρεπε να πατήσει κανένα ούτε η πέτρα να ακουμπάει σε αυτά. Με αυτή την ονομασία δεν συναντάται πουθενά αλλού το εν λόγω παιχνίδι.

καραβανάς (ο) - ο μόνιμος υπαξιωματικός στρατιωτικού σώματος < καραβάνα (επειδή έτρωγαν σε καραβάνες)

καραβέλλα (η) - είδος παλιότερου ιστιοφόρου με τρία συνήθως κατάρτια < ιταλ. caravella < πορτογ. caravela < ίσως υποκορ. του ελλ. κάραβος

καραβοφάναρο (το) - (ναυτ.) πλοίο που χρησιμεύει σαν πλωτός φανός, αγκυροβολημένο σε επικίνδυνα σημεία ή περάσματα, υφάλους κ.λ.π. < καράβι + φανάρι, εκφρ. «έμεινε καραβοφάναρο» (μτφ. για κάποιον ή για κάτι) = έμεινε ακινητοποιημένος, άπραγος

καραβούζα (η) - βόλος, γυαλένιο. Ένα άλλο είδος καραβούζας ήταν η αυστραλέζα, που ήταν και αυτή πολύχρωμη αλλά η βάση της δεν ήταν διάφανη σαν γυαλί αλλά λευκή < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε είναι πιθανή κάποια συσχέτιση ή καταγωγή της λέξης.

καραγωγέας (ο) - οδηγός κάρου, ο αμαξάς < κάρον+ αρχ. ελλ.αγωγεύς

καρακαηδόνα (η) - η γυναίκα η ανόητη, η λογού και πεταχτή, που γίνεται ενοχλητική < πιθ.καρακάξα + αηδόνι (αυτή που είναι σαν καρακάξα και νομίζει ότι είναι σαν αηδόνι)

καρακατσουλιό (το) - 1. ασυγυρισιά, μεγάλη ακαταστασία 2. άνθρωπος άχρηστος, ασυγύριστος και βρωμιάρης < αλβαν. karkacul = κουρελής, φτωχοντυμένος

καρακόλι - 1. αστυνομικός σταθμός 2. ο αστυνομικός < τουρκ. karakol < βενετ.caraguol < ισπαν.caracol

καραμάνικο (το) - ράτσα πρόβατου με κοντή φαρδιά ουρά, προερχόμενη από την Καραμανία, παλιά ονομασία κεντρικής περιοχής της Μικράς Aσίας < Καραμανία || "Τις προβατίνες και τα κριάρια όταν έχουν φαρδιά ουρά, τα λένε καραμάνικα." (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ - ΕΙΡΗΝΗΣ Β. ΚΑΛΠΙΤΖΗ)

καραμοσάλι ή καραμουσάλι (το) - (ναυτ.) 1. είδος ιστιοφόρου 2. βαρύ αντικείμενο ποντισμένο με πλωτήρα στην επιφάνεια γιά την ευχερή αγκυρόδεση σκάφους 3. τρόπος αγκυροβολίας που όταν υπάρχουν δυνατά ρεύματα και δεν πιάνει η μπροστινή-κύρια άγκυρα, συνδέονται με ένα κάβο οι καδένες της μπροστά και της πίσω άγκυρας και υποβοηθείται έτσι από την πίσω άγκυρα, την οποία επίσης αγκυροβολούν < τουρκ.karamusal (από Τούρκο νάυαρχο του 14ου αι. Καρά Μουσέλ)

καραμπογιά (η) - 1. μαύρη μπογιά 2. μπογιά που έβαφαν τα μαλλιά και τα μουστάκια < τουρκ. karaboya

καραμπουζουκλής-ου-ιδικο - ο λεβέντης, ο μάγκας, ο τσίφτης (με διάθεση αστειότητας) < ίσως τουρ.kara+ bıyık+ -li (που έχει μαύρο μουστάκι και (κατ' επέκταση) είναι ανδροπρεπής

καραντί (το) - 1. (ναυτ.) η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά ή ρεστία < τουρκ. karıntı (δίνη, πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ως πρώτο συνθετικό 2. Η εγγύηση ή και το εγγυημένο, αυτό που συνοδεύεται από εγγύηση < γαλ. garantie αγγλ. guarantee

καραούλι (το) - 1. φρουρά, βάρδια 2. σκοπός, φρουρός, φύλακας 3. παρατηρητήριο, σκοπιά 4. έκφρ. φυλάω καραούλι (παραμονεύω) < ίσως τουρκ. κarakol = φρουρά

καράς (ο) - μαύρος < τουρκ. kara

καρατάρω ή καραντάρω - υπολογίζω, ζυγίζω < ιταλ. caratare καραταρισμένος-η-ο, καρατάρισμα

καρατζιώνα ή καρατζώνα (η) - μικρό ογκίδιο που βγαίνει στα δάχτυλα συνήθως, πολλές φορές και σαν ρόζος < ;  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε είναι πιθανή κάποια συσχέτιση ή καταγωγή της λέξης.

καρατζόβας (ο) - 1. αγροίκος, καράβλαχος, απότομος σε τρόπους 2. Μτφ. μόνιμος υπαξιωματικός του στρατού (προφανώς λόγο των τρόπων του) < τουρκ. Karacova < Karaca + ova (τοπωνύμιο) που αναφέρεται και τώρα στην περιοχή Αλμωπία της Βόρειας Αριδαίας

καρβασαράς (ο) - ξενώνας όπου στάθμευαν καραβάνια < τουρκ. kαrvansaray

καρβάσαρο - 1. όχημα ή αντικείμενο ξεχαρβαλωμένο, προβληματικό, παλιό 2. μεταφ. για άτομο ταλαιπωρημένο ή μεγάλης ηλικίας < πιθανολόγηση: καρβασαράς (συνεκδοχικά με το ότι οι άμαξες και τα κάρα έφταναν ταλαιπωρημένα και με διάφορα προβλήματα εκεί). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά.

καρδάρι (το) ή καρδάρα (η) - κάδος < καλδάριον < μεσν. λατ.caldarium

καρδιόπιασμα (το) - σφίξιμο της καρδιάς, βάρος στην καρδιά από σεβντά ή από χόρτασμα από ευφροσύνη < καρδιά + πιάσιμο καρδιοπιάνομαι. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά. ||«Έπιανε ο λυράρης το θεϊκό αυτό μουσικό όργανο, άγγιζε τις κορδές με το βέργουλο δοξάρι και ξεχυνό­ταν θεία μελωδία. Τα νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αφού γκαρδιοπιάνονταν με το φαί και το ευλογημένο βαρελίσιο, η φλόγα που σιγόκαιγε μέσα τους τα έκα­νε να στρώνονται στο χορό και να εκφράζονται με τσαλίμια και βεργολυγίσματα του κορμιού στον αέρα, όπως κανοναρχούσε με τις σαϊτιές του ο λυράρης.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΟΙ ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΤΗΕ ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΥ»)

καρηβαρία (η) - βάρος στο κεφάλι, πονοκέφαλος < αρχ. καρηβαρία

καρίκωμα (το) - 1. μαντάρισμα 2. σταυρωτό ράψιμο της άκρης υφάσματος < καρικώνω < ιταλ. carico = φόρτωμα καρικωμένος-η-ο

καριόλα (η) - 1. παλιό ξύλινο κρεβάτι 2. βάση σκελετός κρεβατιού < ιταλ.carriola

καρκαλέτσος (ο) - 1. ψηλός άνδρας 2. άχαρος, τσαπατσούλης < αλβ.karkalets

καρκάλο ή κάρκαλο (το) ή καρκάλα (η) - το κεφάλι < ίσως καύκαλον < καύχαλον = κρανίο, κεφάλι

καρκατσίλα (η) - κουτσουλιά < μσν. τσιλώ < αρχ. τιλάω = κουτσουλάω καρκατσίλισμα

καρλαύτης-ισσα-ικο - αυτός που έχει μεγάλα αυτιά < ίσως 1. «γαρλαύτης (ο)· ο έχων μεγάλα ώτα, γαϊδουραύτης» 2. κάρλα + αυτί, όπου κάρλα είναι ένα μεγάλου μεγέθους, ανοιχτό σκεύος, κάτι σαν πιατέλα < σλαβ. karle. Η λέξη συναντάται και σε Αχαΐα, Μεσσηνία, Ηλεία, Αρκαδία αλλά αναφέρεται και από τον Νίκο Καζαντζάκη στον «Καπετάν Μιχάλη».

καρμίρης-ισσα-ικο - τσιγκούνης, φιλάργυρος, σφιχτοχέρης καρμιριά, καρμίρικος < μσν. καριμοίρης < καρί (δοτική) + μοίρα

καρνάτσα (η) - 1. το κοκκινόχωμα 2. έκταση με σκληρό κοκκινόχωμα < πιθανολόγηση: ιταλ.carnicino = το χρώμα του κρέατος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται στα ερευνηθέντα λεξικά.

καρντάσης (ο) - αδερφικός φίλος < τουρκ. kardas

καρούλα (η) - φουσκάλα στο δέρμα με υγρό, από την τριβή μετά από χειρωνακτικές κυρίως εργασίες με τσάπα, φτυάρι κ.λ.π. < ;  καρούλιασμα, καρουλιάζω, καρουλιασμένος-η-ο.  Δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται αλλού η λέξη με αυτή την έννοια, ούτε πως μπορεί να έχει προέλθει η ονομασία αυτή και αν μπορεί να συσχετιστεί με τη γνωστή καρούλα.

καρούτα (η) - 1. ξύλινο πατητήρι ή ποτίστρα ζώων με τετράγωνο σχήμα 2. ξύλινη ή μεταλική ανοιχτή κατασκευή, σαν μπαγκαζιέρα, που προσαρτάται σε κάποιο όχημα, τρακτέρ κ.λ.π. για μεταφορά προϊόντων 3. μτφ. α) για οτιδήποτε έχει σχήμα άχαρο και φαρδύ β) για οποιοδήποτε μηχάνημα ή όχημα, παλιό και σαραβαλιασμένο < αλβ. karrute < σλαβ. koryto

καρρέ (το) - (ναυτ.) η αίθουσα του πλοίου που χρησιμεύει ως εστιατόριο ή ως εντευκτήριο του πληρώματος < γαλλ. carre

καρσί - αντίκρυ, ακριβώς απέναντι, (κάποιες φορές χρησιμ. και σαν ακριβώς) < τουρκ. karsi

καρτίνι (το) - (ναυτ.) το τέταρτο του ρόμβου, δηλ. 2ο , 48' ,45'' , κατά τις διαιρέσεις των παλαιών τύπου ανεμολογίων < ιταλ. quarto

κάρτο (το) - το ένα τέταρτο μιας οποιασδήποτε μονάδας < ιταλ. quarto

καρτούτσο (το) - το ¼ του κιλού, συν. ένα καρτούτσο κρασί < ιταλ. cartuccia

καρύτζαφλας ή καρίτζαφλας (ο) - 1. ο λάρυγγας της κότας και των άλλων πουλιών 2. ο λαιμός των ανθρώπων και κυρίως το «καρύδι», το μήλο του Αδάμ < πιθανολόγηση: αρχ. κάρυον = καρύδι. Λέξη με λίγες αναφορές, κυρίως προερχόμενες από Λακωνία, Μεσσηνία και Αρκαδία.