Ρ

ραβδοσκόπος ως ραχώνω

ραβδοσκόπος (ο) - μάντης που ασκεί μαντεία με τη χρησιμοποίηση ράβδου, ιδίως για την ανεύρεση υπόγειων υδάτων < ράβδος + σκοπώ, ραβδομάντης

ραγάνι (το)- καταιγίδα με ανεμοστρόβιλο (πρβ. τυφώνας), απότομο δυνάμωμα του αέρα < τουρκ. uragan < γαλλ. ouragan || «Εκεί σε αυτή τη λίμνη βάζαμε τους μπόγους μας με τα πανιά απλωμένα πάνω στο άλπουρο και σαβουρωμένα στο αμπάρι με άμμο για να μην τα μπατάρουν τα ραγάνια του άερα που κατέβαιναν από τους γύρω λόφους.» (Βασίλης Μιχ.Λιάρος - ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΦΟΣ «ΒΥΡΩΝ»)

ράδα (η) - (ναυτ.) για πλοίο που μένει σταματημένο, αγκυροβολημένο ή όχι έξω από το λιμάνι ή σε υπήνεμο μέρος < βενετ. rota < ιταλ.rada

ραζακί ή ροζακί (το) - ποικιλία αμπελιού και το σταφύλι του < ροζακιά, τα < λατιν. rosacea

ραιβός-ή -ό - 1. αυτός που έχει στραβά πόδια με τα γόνατα να αποκλίνουν και τα πέλματα να συγκλίνουν προς τα μέσα, στραβοπόδης, στραβοκάνης 2. για κάθε μέλος ή τμήμα του σώματος που συγκλίνει προς τα μέσα, στρεβλός < αρχ. ραιβός

ραίσα (η) - περιοχή του θαλάσσιου βυθού που αποτελείται από πετρώδεις εκτάσεις, φυτική βλάστηση κ.λ.π. που δημιουργούν καλούς ψαρότοπους (ξέρα, κομμάτι) < ομηρ. ραίω = θραύω, τσακίζω, συντρίβω (λόγω του τρόπου δημιουργίας τους από φυσικές δυνάμεις, σεισμούς, κατολισθήσεις κ.λ.π.) (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ραμί (η) - παιχνίδι της τράπουλας < αγγλ. rummy

ραμολιμέντο (το) - 1. μαλάκυνση του εγκεφάλου, γεροντική άνοια, ξεμώραμα 2. άνθρωπος που πάσχει από άνοια, ο ξεμωραμένος < ιταλ. rammollimento

ράντα (η) - 1. (ναυτ.) ξύλινη οριζόντια δοκός, κάθετη στο κάτω μέρος του καταρτιού, πάνω στην οποία δένεται η κάτω πλευρά του τραπεζοειδούς ιστίου η «μπούμα». Συνηθίζεται να αναφέρεται και το ιστίο «μπούμα» ως «ράντα» 2. αιώρα, αιωρούμενη ξαπλώστρα 3. η τιράντα < ιταλ. randa || «ράντα (η) (Ιταλ) δημ. η κεραία του πλοίου ή κέρκος 2) είδος αιώρας προς κατάκλιση 3) συνήθ. κτ. πληθ. κτ. συγκ. του τιράντα, αναρτήρ τής περισκελίδος.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

ράπη (η) - το τμήμα του στελέχους από το στάχυ του σιταριού κ.λ.π. που μένει στο έδαφος μετά το θερισμό < αρχ. ραπίς = βέργα, ευλύγιστο κλαδί (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ).  Ελάχιστες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από την Λευκάδα, την Κρήτη αλλά και το Πήλιο. Η λέξη αναφέρεται και σε κάποια παλιά λεξικά || «Ράπη (είδος βούρλου, με το οποίον πλέκουν ταις χοντροψάθαις), φ. (εκ του Ρίψ και Ρίπος και Ριπός) (Επθείς ρίπον εκ καλάμου, Διοσκρ....)» ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857) || «Ραπίς, ίδος, η ή Ράπις, ιδος η ταόν τω Ράβδος, όθεν το Χρυσορράπις. Φαίνεται ότι μετά του Ρωψ, Ρωπός, έστιν το και το αυτό, ως το Ρωξ, Ραξ, Ραγή, κ.τ.τ. άρα Ραψ, Ραπός, όθεν Ραπίς, η. Ραπίζω, Ράβδος, η, εκ της Γενικ. Ραπίδος, ...» (Άνθιμου Γαζή «ΛΕΞΙΚΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΕΝΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ» ΤΟΜΟΣ 3ος 1816) || «Τον Ιούνη που ξεραινότανε ο βλαστός κόβαμε με το δρεπάνι τη ράπη (τον ξυλώδη βλαστό) και το κοπανίζαμε με ένα κόπανο.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

ραπόρτο ή ρεπόρτο (το) - αναφορά, μήνυμα, λεπτομερής ενημέρωση < ιταλ. rapporto ή γαλλ. reportage

ρασοβράκι (το) - βράκα από πρόχειρο βαμβακερό ύφασμα < ||rasse. Ύφασμα βαμβακερό. Όπου υπήρχε ποτιστική γη γινόταν καλλιέργεια βαμβακιού το οποίο χρησίμευε μετά από επεξεργασία για παραγωγή ειδών ρουχισμού. Στο Φαρακλό και στο Μισοχώρι γινόταν καλλιέργεια του φυτού για την κάλυψη τοπικών αναγκών. Ο γράφων θυμάται ότι στην παιδική ηλικία του άκουσε πολλές φορές τη λέξη ρασοβράκι, η οποία λεγόταν για κάποιον που ήταν ντυμένος με ευτελούς ποιότητας και όχι επιμελημένης κατασκευής ενδυμασία. Ο χαρακτηρισμός για το ταπεινό ντύσιμο ήταν μακρινή απήχηση της λέξης rasse των χρόνων την Βενετοκρατίας" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Τζώρτζης Ανωμήτρης "Οι παρά το κάστρο των Βατίκων οικισμοί κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία). Από τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Καστάνια και το Χάρακα Λακωνίας.

ράσπα (η) - η λίμα, το εργαλείο για το λιμάρισμα διαφόρων υλικών (ξύλου, μετάλλου κ.ά.) < ιταλ. raspa

ράτα (η) - 1. προθεσμία, ευκαιρία, δόση 2. μτφ. φόρα 3. σειρά < ιταλ. rata < βεν. rata. Λέξη με λίγες αναφορές. Η ακριβής έννοιά της, είναι δόση και με αυτή βλέπουμε να χρησιμοποιείται στη Λευκάδα (Σε μισθωτήριο συμβόλαιο του 1711 (ιστορικό Αρχείο Λευκάδας, Νο 3) διαβάζομε: «να δίνει του άνοθεν σορ σταμάτη τον κάθε χρόνω ριάλια πανίντα και έξη Νο 56 εισέ ράτες τρης, ίγουν εις πάσα τέσσαρους μίναις την κάθε ράτα ...». https://lexikolefkadas.gr/), αλλά και αναφέρεται σε γλωσσάρι από τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Η λέξη χρησιμοποιείται και με την έννοια της φοράς (όπως πολλές φορές χρησιμοποιείται και η «δόση» «θα τα πούμε την άλλη δόση ή την άλλη δόση που θα 'ρθεις κ.λ.π.» και με την έννοια αυτή βλέπουμε να χρησιμοποιείται στην Αρκαδία (https://www.arcadians.gr/index.php? option=com_content&view=article&id=321:-e--&catid=89). Στα μέρη μας έχω ακούσει να χρησιμοποιείται και με την έννοια της σειράς, της αράδας.

ραφινάρω - 1. καθαρίζω μια ουσία από περιττές προσμίξεις ή ακαθαρσίες, διυλίζω, φιλτράρω 2. μτφ. εκλεπτύνω < ιταλ. raffinare ραφιναρισμένος-η-ο, ραφινάρισμα

ραχατεύω - δεν ασχολούμαι με τίποτα, αναπαύομαι, χουζουρεύω < τουρκ. rahat ραχάτι = ανάπαυση, χουζούρι, ξάπλα ραχατλής-ου-ίδικο || «Μιά μέρα λοιπόν, οι δύο γέροι οπλαρχηγοί, με τις φεσάρες στο κεφάλι, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, με βήμα αργό και με αμέλεια, τραβούσανε για την παραλία του λιμανιού, όπου αρ­γόσχολοι στρατιώτες ραχατεύανε στα μαγέρικα και στους καφενέδες....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

ράχλα ή αράχλα (η) - ο ιστός της αράχνης < ομηρ. αράχνιον < αραρίσκω = συναρμόζω, συνδέω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται αυτή να συναντάται σαν μούχλα (Περδικάκι Αιτωλοακαρνανίας, Πολύδροσο Παρνασσού, Στεφάνι Κορινθίας) και σαν βρωμιά (Σοφάδες Καρδίτσας).

ραχώνω - παραλύω από το φόβο, στην κυριολεξία νοιώθω τη ράχη μου να σκιρτά να ανατριχιάζει από φόβο ή από δέος < πιθανολόγηση < αρχ. ραχίζω = σχίζω τη ραχοκοκαλιά, τη διαμελίζω (κάτι που γίνονταν στις θυσίες) ράχωμα, ραχωμένος-η-οΑπό τις ελάχιστες αναφορές της λέξης, φαίνεται να αυτή χρησιμοποιείται μόνο εδώ και στα Κύθηρα.

ρεβάνι (το) - το ρυθμικό βάδισμα τετράποδου ζώου (αλόγου κτλ.), όταν πατά μια στα δύο δεξιά πόδια και μια στα δύο αριστερά, πλαγιοτροχασμός < σλαβ. ravan ρεβανιάρικο (για άλογο)

ρεβέρα (η) - πλευρά (συνήθως του δρόμου), έκταση σε μορφή λωρίδας < ιταλ. riviera (ναυτ. έκφρ. «στο τόπο εκείνο, έχει μια ρεβέρα που κρατάει ψάρια» , «έκανα μια ρεβέρα με τα δίχτυα», «έριξα τα παραγάδια, έτσι μια ρεβέρα). Λίγες αναφορές της λέξης, τη συναντάμε κυρίως σαν την ελεύθερη κατάδυση για σπογγαλιεία, ίσως με την έννοια της παράλληλης προς την ακτή πορείας με γυαλί και αργότερα μάσκα και της βουτιάς μόλις εντοπιστεί σφουγγάρι ||  «Οι καλάδες που άνοιξε η «Αλκυόνη» βρίσκονται μέσα στη λεκάνη αυτή. Η μία καλάδα για τους μπακαλιάρους βρίσκεται στο νότιο μέρος της λεκάνης και ακολουθεί της ρεβέρα των 200 μέχρι 220 οργιών, από το μπογάζι Τζιά-Θερμιά προς του Τζώρτζη. Το μήκος της καλάδας αυτής, σε ευθεία γραμμή, είναι 7 μίλλια...» (Ελληνικόν Υδροβιολογικόν Ινστιτούτο Ακαδημίας Αθηνών - Αλιευτικόν Δελτίον αρ.8 1950)

ρεβερέντζα ή ρεβαράντζα (η) - υπόκλιση < ιταλική reverenza '' «...ρεβερέντζα (η) Ιταλ. δημ. υπόκλισις εθιμοτυπική προς εκδήλωσιν σεβασμού» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «Έτσι, αρχίσανε και αυτοί να ξομπλιάζουνε τα σουσούμια του, τα ρούχα που φο­ρούσε, τα ξουραφισμένα γενομούστακα, τις ρεβερέντζες και τα καμώματα, που στα μάτια του απλού ανθρώπου φαινόντουσαν όχι σοβαρά, αλλά κωμικά πράγματα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

ρεγάλο (το) - φιλοδώρημα, δώρο < ιταλ. regalo

ρεγκλέας (ο) - αυτός που ρουθουνίζει, που η αναπνοή του έχει ρόγχο < πιθανολόγηση: < αρχ. ρέγκω = ροχαλίζω (για άλογα = ξεφυσώ, ρουθουνίζω). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ρεγουλάρω - κάνω κάτι να λειτουργεί κανονικά, κανονίζω, ρυθμίζω (μηχανές) < μσν. ρέγουλα < λατιν. regula ρεγουλάρισμα, ρεγουλαρισμένος-η-ο ρεγουλατόρος = εξάρτημα που χρησιμοποιείται για το ρεγουλάρισμα ρεγουλαδόρος = μάστορας που ρεγουλάρει

ρείκι (το) - είδος ποώδους δασικής βλάστησης < ερείκιον < αρχ. ερείκη

ρεκτιφιέ (το) - 1. επισκευή 2. επισκευή στον κύλινδρο και στα έμβολα του μηχανής (λείανση της επιφάνειας) < γαλλ. rectifier

ρέλι (το) - 1. στρίφωμα 2. (ναυτ.) το περιμετρικό προστατευτικό κάγκελο καραβιού ή βάρκας < αγγλ. rail = κιγκλίδωμα < ιταλ. reglio = ανεμόσκαλα με κυλινδρικά ξύλα για σκαλοπάτια

ρεμέτζο (το) - άραγμα, φουντάγιο < ιταλ. remeggio = τράβηγμα κουπιών ρεμετζαρισμένος-η-ο = αραγμένος-η-ο με σιγουριά, ρεμετζάρω || "Στα Ελληνικά κατάντησε να σημαίνει αγκυροβολώ, ποδίζω, δένω το πλοίο. Ρεμέτζο λέγεται στη ναυτική διάλεκτο το αγκυροβόλιο. Εξ ού και η λέξη ρεμετζάρω (αγκυροβολώ). Εκεί οπου αράζει κανεις. Για το λόγο αυτό αποτελεί και προσφιλή τιτλο για θαλασσινά μπαράκια. (κουφονήσια). Τη χαριστική βολή στην παλαιά σημασία δίνουν νέες λέξεις από αυτοσχέδιους γλωσσοπλάστες. Ρεμετζόσχοινο είναι το σκοινί στο οποίο απολήγει το ρεμέτζο (μόνιμο αγκυροβόλιο εκτός ντόκου). Το ρεμέτζο αποτελείται από διάφορα βάρη (από άγκυρα μέχρι τσιμεντόλιθους ή ποντισμένα βάρη στις μαρίνες) και αλυσίδες. Όμως για να μη φθείρεται το σκάφος, το τελευταίο τμήμα του είναι κανονικό σχοινί και μάλιστα αρκετοί συμβουλεύουν να μη δένεται το ρεμετζόσχοινο κατ'ευθείαν στο σκάφος αλλά να χρησιμοποιείτι άλλος κάβος ή πρυμάτσα. Είναι προφανής η μετάλλαξη του όρου από τα Ιταλικά στα Ελληνικά. Πιστεύω πως η μετάλλαξη αυτή έγινε από την εποχή των σκαφών με μικτή πρόωθηση (κουπιά και πανιά). Τα κουπιά τα είχαν για τις μανούβρες. Ο πλούς γίνονταν με τα πανιά κι οι μανούβρες για το πλεύρισμα, το άραγμα γίνονταν με τα κουπιά. Όταν πρόκειται να πλευρίσει το πλοίο μπαίνει σε δράση το ρεμέτζο (κουπιά και κωπηλάτες). πβλ. σια και αράξαμε. (Άρης Στουγιαννίδης www.stougiannidis.gr)

ρεμούλα (η) - άρπαγμα, λεηλασία, σφετερισμός < ιταλ. rimula = ρήγμα

ρεμούλκιο ή ρεμούρκιο (το) - (ναυτ.) 1. η ρυμούλκηση 2. το ρυμουλκούμενο σκάφος < βεν. remurchio

ρεμπελεύω - είμαι αργόσχολος, γυρνάω άσκοπα εδώ κι εκεί, δεν κάνω τίποτα, αλητεύω, τεμπελιάζω ρέμπελος-η-ο, ρεμπελιό < βενετ. rebelo

ρεμπεσκές (ο) - άνθρωπος τεμπέλης, απρόκοφτος, άσωτος, αχαΐρευτος, ρεμπέτης < ίσως αλβ. rrebesh = ατύχημα

ρεμποκλείδια (τα) - 1. εξαρτήματα του αυτοσχέδιου μηχανισμού (πλάκας) που έστηναν για την παγίδευση πουλιών (δύο μικρά ξύλα δεμένα μεταξύ τους) 2. συνεκδ. τα εξαρτήματα και τα εργαλεία για κατασκευή κάποιας πατέντας < πιθανολόγηση: αρχ. ρέπω = (κλίνω προς το ένα ή το άλλο μέρος, είμαι ευμετάβλητος κ.λ.π.) + κλειδιά ή ρέμβω (ρίζα από την οποία προκύπτει και το ρεμπέτης, ρέμπελος κ.λ.π.) = ρίπτομαι εδώ και κει, κλίνω προς το ένα ή το άλλο μέρος, είμαι άστατος, περιφέρομαι, περιπλανώμαι, στρέφομαι ολόγυρα + κλειδιά. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ρεντίκολο (το) - γελοίο, γελοία πράξη, ρεζίλι < ιταλ.ridicolo < lat. ridiculus

ρεντικότα (η) - είδος παλαιού ανδρικού επίσημου ρούχου που φτάνει μέχρι τα γόνατα < γαλλ. redingote

ρεπόσο - συνήθως χρησιμοποιείται για τόπους που δεν έχουν ψαρευτεί (ρεπόσο νερά), αλλά και γενικά για ότι έχει παραμείνει χωρίς μεγάλη δραστηριότητα, αδούλευτο < ιταλ. riposo= ανάπαυση, ησυχία, άνεση, (βοταν.) αγρανάπαυση ρεποσάρω,ρεπόσος-α-ο, ρεποσάρισμα. Λίγες αναφορές της λέξης , όλες προερχόμενες από τα Εφτάνησα, με την αρχική της σημασία από τα ιταλικά.

ρεπουλίνη (η) - είδος λαδομπογιάς < γαλ. ripolin

ρεπούμπλικα ή ρεπούμπλικο (το) - είδος ανδρικού καπέλου από χοντρό ύφασμα (κετσέ) και με γύρο < ιταλ. repubblica = δημοκρατία, ίσως επειδή ζητωκραυγάζοντας «δημοκρατία» πετούσαν στον αέρα τέτοια καπέλα, σύμβολα αντιμοναρχικών επαναστάσεων

ρεσπέντζα (η) - ο χώρος καταστήματος ή καραβιού ο οποίος μεσολαβεί ανάμεσα στην κουζίνα κ.τ.λ. και στο σαλόνι και από τον οποίο δίνονται στους σερβιτόρους τα πιάτα με το φαγητό κ.τ.λ.< ίσως ιταλ.respingere = διώχνω, απομακρύνω ή βεν. despensa = διανομείο, σκευοθήκη, αποθήκη φύλαξης τροφίμων προς διανομή ρεσπεντζιέρος

ρεσπέτο (το) - 1. απόθεμα 2. ανταλλακτικό, εξάρτημα που προορίζεται για αντικατάσταση άλλου που πιθανόν φθαρεί ή χαθεί < βενετ. respeto

ρεστία (η) - η φουσκοθαλασσιά, το σουέλ, βουβό κύμα (κύμα δηλαδή χωρίς αέρα, το οποίο άλλες φορές είναι υπόλοιπο θαλασσοταραχής και άλλες φορές δείγμα επερχόμενης κακοκαιρίας, στην περιοχή μας ένδειξη επικράτησης βόρειου ανέμου) < πιθανολόγηση: ιταλ. resto = υπόλοιπο (ως υπόλοιπο θαλασσοταραχής;)

ρετζεβούτα (η) - η λέξη στο γλωσσάρι από τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγεννεσίας αναφέρεται ως απόδειξη πληρωμής, αλλά όπως φαίνεται πιο κάτω σήμαινε και απόδειξη οφειλής, χρέους. Λόγω της δεύτερης σημασίας της φαίνεται να έχει μείνει σε χρήση μεταγενέστερα και περισσότερο στην Κρήτη, ως δυσάρεστη εντολή, διαταγή < ιταλ. ricevuta || "...Επομένως οποιοσδήποτε ιδιώτης μπορούσε να μεταφέρει επιστολές αλλά και χρήμα­τα, όπως ακριβώς γινόταν και στο προεπαναστατικό παρελθόν. Στο ίδιο αρχείο του Νικολάου Γιαγιτζή διασώζεται μια απόδειξη παραλαβής χρηματοδέματος γνωστή ως «ρετζεβούτα»: (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ - 101 ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ "Σύρος και Ερμούπολη Συμβολές στην ιστορία του νησιού, 15ος-20ος αι.") ||'' ...και καλή ψυχή να πασχίσεις να μου εβγάλης τα γρόσια όπου μου χρεοστή ο Γεώργιος Στελίος καθός διαλαμβάνη η ρετζεβούτα μου την όπια την ενχήρησα του παπα Κυρ Ιωάννη να την κάνη ος θέλη και βούλεται......" (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Β' -Μηνάς Αναστασάκης "Σεπτά Κειμήλια")

ρετσιναίικο (το) - ύφασμα χαμηλής ποιότητας που χρησιμοποιούσαν τα φραγκοραφτάδικα της εποχής. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. ||«... Στον κύριο χώρο οι τοίχοι ήταν γιομάτοι ράφια και πάνω τους ήταν στοιβαγμένα οριζόντια, ντάνες τα τόπια τα υφάσματα σε διάφορες ποιότητες και χρωματισμούς από σεβιότ και μαλλομπάμπακα μέχρι ντρίλινα και ρετσιναίικα*...» * Ύφασμα ευτελούς αξίας που παραγόταν στο εργοστάσιο του Ρετσίνα, στον Πειραιά. Τέτοιας ποιότητας ρούχα φορούσαν σε άλλες εποχές μόνο άνθρωποι της χαμωζωής. (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ Τζώρτζης Ανωμήτρης - ΕΛΛΗΝΟΡΡΑΦΕΙΑ «ΦΡΑΓΚΟΡΑΠΤΑ∆ΙΚΑ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΟΡΑΠΤΑΙ»)

ρεφάρω - ξανακερδίζω τα χαμένα, ανακτώ (κυρίως σε τυχερό παιχνίδι) < γαλλ. se refaire ρεφαρισμένος-η-ο, ρεφάρισμα

ρεφόρτσο - (ναυτ.) ενδυνάμωμα, ενίσχυση (συνήθως για αντικείμενα σχοινιά, εξαρτήματα κ.λ.π. αλλά κάποιες φορές χρησιμοποιείται και για το δυνάμωμα του καιρού ) < ιταλ. rinforzo ρεφορτσάρω, ρεφορτσάρισμα

ρήσος ή ρέσος (ο) - ο λύγκας, αιλουροειδές σαρκοφάγο τετράποδο, με κιτρινοκόκκινο τρίχωμα, κοντή ουρά και οξύτατη όραση, που ζει σε χώρες του βόρειου ημισφαιρίου και παλιότερα συναντιόταν συχνά και στην Ελλάδα, ενώ τώρα είναι είδος προς εξαφάνιση. Το ζώο αυτό είχε έντονη παρουσία και στα μέρη μας και μάλιστα ακόμα και τώρα λέγετε ότι περιστασιακά ακούγεται το χαρακτηριστικό ουρλιαχτό από τέτοιο ζώο. Ο ρήσος ήταν θα λέγαμε ένα ζώο με το δικό του μύθο, αφού ήταν ακριβοθώρητο, επιβλητικό και άγριο ζώο που πλησίαζε σε κατοικημένες περιοχές μόνο τη νύχτα και λέγονταν ότι μπορούσε και πετούσε πέτρες. Ήταν το ζώο που όλοι φοβόντουσαν, ένοιωθαν την παρουσία του τριγύρω, άκουγαν τα βράδια το τρομερό ουρλιαχτό του, αλλά ελάχιστοι είχαν αντικρίσει. < σλαβ. ris

ριζά (τα) - οι ρίζες βουνού, οι πρόποδες < ρίζα κατά τα χαμηλά, τα ψηλά

ριζάφτι (το) - η ρίζα του αυτιού, ο κρόταφος < ρίζα + αυτί

ριζικό (το) - 1. η μοίρα 2. παλιό έθιμο κατά το οποίο την ημέρα του Άγιου Γιάννη του Ριζικάρη έβγαζαν από στάμνες διάφορα φρούτα (τα ριζικά) που είχαν τοποθετήσει μέρες πριν εκεί και έβλεπαν το ριζικό των κοριτσιών, ο κλήδονας < μτγν. ριζικόν < ιταλ. risico < ελλ. ριζικός

ριζιμιός-α-ο - ριζωμένος, μόνιμος (ριζιμιά πέτρα [βράχος] = η πέτρα που είναι χωμένη στη γη που δεν είναι επιφανειακή και πολλές φορές αναφέρονταν ως σταθερό σημείο συνόρων, αφού δεν μπορούσε να μεταφερθεί) < μσν. ριζιμαίος < ρίζα||«......με τα καμώματά τους γρήγορα θα σβηστούμε από τον χάρτη σαν έθνος, όπως το ριζιμιό δέντρο που το σκάβει στη ρίζα του το σκουλήκι, ο σάρακας και το αφανίζει.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

ρίμμα (το) - τμήμα του πληθυσμού των μελισσών μιας κυψέλης που αναγκάζεται να φύγει, να απομακρυνθεί, να απορριφθεί λόγω υπερπληθυσμού και να αναζητήσει νέα τόπο εγκατάστασης και τη δημιουργία νέας κυψέλης < ομηρ. ρίπτω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Η λέξη συναντάται ελάχιστα, υπάρχει μία αναφορά της από Λευκάδα σαν ρίμα και μία από τον Μαραθώνα σαν ρήμα || «Το σμήνος του μελισσιού που ζει σε μια κυψέλη λέγεται λαός. Την άνοιξη πολλές φορές ένα ρίμμα (μικρο σμήνος) φεύγει ομαδικά...» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ")

ρίνα (η) - είδος ψαριού με πλακωτό και στενόμακρο σώμα, μεγάλο κεφάλι και αναπτυγμένα πτερύγια ( σαλαχοειδές), που ζει στο βυθό της θάλασσας < αρχ. ρίνη

ριπίδιασμα ή ριπίδι (το) - ρυτίδιασμα της επιφάνειας της θάλασσας από την πνοή του ανέμου < μτγν. ριπίδιον = φυσητήρι, το μέσον με το οποίο κάνει κάποιος αέρα για να δροσιστεί < ριπίς < αρχ. ριπίζω Ρήμα: μόνο ριπιδιάζει η θάλασσα|| «Είχανε βάλει πλώρη, για τη Νεάπολη, με λασκαρισμένη τη σκότα, για να φουσκώνει το πανί από τη μπουκαδούρα που ριπίδιαζε το πέλαγος και έκανε την πάσαρα να φτερακάει στο μπογάζι.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

ρισμαρί (το) - είδος φυτού που μοιάζει πολύ με το δεντρολίβανο < βενετ. rosmarin < μσν. λατιν. ros marinus = δρόσος θαλάσσια, φυτό της μεσογειακής θάλασσας

ρόβι (το) - είδος όσπριου, το οποίο έσπερναν και χρησιμοποιούσαν ως ζωοτροφή, παρόμοια με τον βίκο < αρχ. όροβος

ροβολάω-ώ - 1. κατεβαίνω τρέχοντας την πλαγιά ενός υψώματος 2. κατρακυλώ, κατηφορίζω (ροβόλησε κατά τον κάμπο) 3.βάζω στην πορεία τους τα ζώα, οδηγώ τα ζώα προς μία κατεύθυνση (Ροβόλα τα , ροβόλα τα τα γίδια και τα πρόβατα) < μσν. ροβελεύω < ίσως ομηρ. ρέω < ρέβω = οδηγώ, χύνω και χύνο­μαι + βολώ ή ομηρ. ρώομαι = κινούμαι ταχέως και σφοδρώς, τρέχω ή κατεβαίνω μεθ' ορμής ή ομηρ. ρόος - ρους = ροή, ρεύμα, ρεύσις, ροή ύδατος + βάλ­λω, εβαλλόμην, βαλούμαι = θέτω, τοποθετώ, οδηγώ, ρίπτω ροβόλημα, ροβολητό

ροδάνι (το) - 1. όργανο με το οποίο τυλίγεται το νήμα της ανέμης στα μασούρια 2. έκφρ. η γλώσσα του πάει ροδάνι (πολύ φλύαρος) < αρχ. ροδάνη ή < ροδανός < ραδινός = ντελικάτος

ροδίτης (ο) - 1. ποικιλία σταφυλιού με ρόδινο χρώμα 2. είδος κρασιού < μτγν. ροδίτης < ρόδον

ροδομυγδαλάτος-η-ο- γλυκός σαν το ροδομύγδαλο (βλ.λέξη) < ρόδο + μύγδαλο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Να τη χαρώ τη γλώσσα σου τη ροδομυγδαλάτη, που είναι μέσα κουφωτή και ζάχαρη γιομάτη» (Μηνάς Αναστασάκης «Άσματα των Βατίκων-Τραγούδια του Γάμου» -Δημοσίευμα Εφημερίδας ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ)

ροδομύγδαλο (το) - παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού τριαντάφυλλο με ξεφλουδισμένα αμύγδαλα < ρόδο + μύγδαλο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ροζέτα (η) - 1. γύψινη ή ξύλινη διακόσμηση, στρογγυλή, ελλειψοειδής ή ορθογώνια, στο μέσο της οροφής δωματίου 2. πεπλατυσμένος δακτύλιος, ροδέλα 3. δαχτυλίδι με ανάλογο σχήμα 4. γραφικό κυκλικό κόσμημα < ιταλ. rosetta

ροΐ ή ρογί (το) - επιτραπέζιο δοχείο για λάδι, που έχει σχήμα κώνου και μακρύ ράμφος < ελνστ. ρογίον = δοχείο για απόσταξη, μσν.σημ.= αγγείο ||'' ΡΩΓΕΙΟΝ, Δ. Ρόγιον, Δ. Ρογί, Σ. υποκορ του Ρώξ, ρωγός, Ο Δ. το εξηγεί Δοχείον (vase), ο δε Σ. Λαδικόν. Λήκυθος, Ελλ. ήγουν δοχείον έλαίου. Πιθανόν ότι ούτως ώνομάσθη πρώτον το άκρον τού αγγείου, άπ όπου χύνεται το υγρόν, μεταφορ, από την ρώγα τού βυζίου, ώς και το συνών. Ρουξούνι (Ζ. Ρουξούνι), και άλλο συνών. Μαστάριον από τον Μαστόν (Ατακτ.2, σελ. 239), έπειτα κατά συν εκδοχήν και το όλον αγγείον" (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

ρόκα (η) - 1. ραβδί στην άκρη του οποίου στερεώνεται τουλούπα μαλλιού ή βαμβακιού που προορίζεται για γνέσιμο < μσν. ρόκα < ιταλ. rocca < αρχ. γερμ. roccho (εκφρ. κάνε ρόκα σου = κάνε τη δουλειά σου, μην ασχολείσαι, αυτός τη ρόκα του = αυτός κάνει αυτό που θέλει, δεν τον νοιάζει για κάτι που συμβαίνει ) 2. είδος φαγώσιμου χόρτου

ροκάνι (το) - χειροκίνητη πλάνια, ξυλουργικό εργαλείο για λείανση σανίδων < αρχ.ρυκάνη

ροσόλι (το) - 1. σιρόπι 2. είδος λικέρ με άρωμα ρόδου < ιταλ. (νότ. διάλ.) rosolio

ρούγα (η) - 1. δρόμος ή πλατεία 2. συνοικία, μαχαλάς, γειτονιά 3. το γειτονικό και οι συζητήσεις του < μσν. ρούγα < ιταλ. ruga

ρουμάνι (το) - πυκνό δάσος, χωράφι που γέμισε άγρια βλάστηση, θάμνους κ.τ.λ. < τουρκ. orman ρουμανιάζω

ρούμπος (ο) - 1. μονάδα βαθμολογίας σε διάφορα παιχνίδια (συνήθ. ομαδικά, λαϊκά) 2. (ναυτ.) ανεμολόγιο < ιταλ. rombo = ανεμολόγιο < παλ. ιταλ. rumbo < λατ. rhombus < αρχ. ρόμβος

ρουξούνι (το) - το προεξέχον συνήθως σημείο εκροής υγρών ή αεριών κάποιου αντικειμένου ή εξαρτήματος < ρώγα < ρωξ || " ΡΟΥΞΟΥΝΙ «Η μύτη τών αγγείων» ήγουν Ρωξούνιον , ουδέτ. βαρβαροσχηματισμένον , κατά μεταφορ, από το Ρώξ Ζ. Ρωγείον." (Αδ. Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

ρούπι (το) - υποδιαίρεση του (παλαιού) εμπορικού πήχη, ίση με το ένα όγδοο του ή με οκτώ εκατοστά του μέτρου (εκφρ. «δε το κουνάω ρούπι») < τουρκ. urup < rub από τα αραβ.

ρούσος-α-ο - ξανθός, ξανθοκόκκινος, κοκκινωπός < μτγν. ρούσιος < λατιν. russeus

ρούτζα (η) - μούτρωμα, κατήφεια< ιταλ. ruzzo ρουτζώνω, ρουτζωμένος- η-ο

ρούφουλας (ο) - 1. ανεμοστρόβιλος 2. δίνη νερού, ρουφήχτρα 3. μτφ. αυτός που πίνει πολύ < ίσως βεν. refolada = πλήθος αντικειμένων που παρασέρνονται από ξαφνικό φύσημα του ανέμου < ρουφώ

ρούχλα (η) - το καθισιό, η ξάπλα, η απραξία από βαρεμάρα και τεμπελιά ρούχλιασμα, ρουχλιάζω, ρούχλας-α < ;

ρύση (η) - η ροή (η ρύση της σκεπής, η ρύση της υδροροής κ.λ.π.) < αρχ.ρύσις < ρέω

ρώγιασμα (η) - η αδιαθεσία, η ζάλη με τάση για εμετό, η αδυναμία, απώλεια σωματικής δύναμης < ομηρ.ρωγός = ρήγμα, στενωπός < ρήγνυμι = συντρίβω, τσακίζω (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ) ρωγιασμένος-η-ο, ρωγιάζω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.