Τ

ταγή ως τρακάδα

ταγή (η) - φαγητό ζώου < αρχ. ταγή < τάσσω || «Ταγή (το κριθάρι ή βρώμη, όπου δίδουν εις τα άλογα εκτός του αχύρου, το τουρκ. γέμι)» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

τακάκι (το) - το τσίγκινο καπάκι γυάλινου μπουκαλιού μπύρας, αναψυκτικών κ.λ.π. < πιθανολόγηση: τακάρω.  «Τακάκια» λέγαμε ένα παιχνίδι που παίζαμε μαζεύοντας από τα μπουκάλια τα τακάκια και αφού μετατρέπαμε κάποια από αυτά σε «μπάλες» γεμίζοντας την μέσα τους πλευρά με λιωμένο κερί για να αποκτήσουν βάρος, σε επίπεδο έδαφος, προσπαθούσαμε να πετύχουμε την μπάλα του άλλου παίχτη χτυπώντας τη δική μας με το δάχτυλο του χεριού (συνήθως το μεσαίο, το οποίο κοντράραμε στη δαχτύλα). Σε κάθε επιτυχημένη βολή ο αντίπαλος έδινε ένα τακάκι από τη συλλογή που είχε μαζί του, αυτός που πετύχαινε συνέχιζε να σημαδεύει μέχρι να αστοχήσει, οπότε και αναλάμβανε ο επόμενος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

τακάρω - 1. στηρίζω, σφηνώνω με τάκους 2. τοποθετώ κάτι πάνω σε τάκους 3. συμπιέζω, στουμπώνω, πατικώνω μέσα σε κάτι < τάκος τακάρισμα, τακαρισμένος-η-ο

τακίμι (το) - 1. σύνολο από πράγματα, που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό 2. ομάδα ανθρώπων που εργάζονται μαζί τις ίδιες ώρες 3. ο φίλος, ο σύντροφος 4. (ναυτ.) σχεδόν συγκεκριμένη ποσότητα αλιευτικών διχτυών, που συνήθως μαζεύονται σαν μπόγος πάνω στη βάρκα < τουρκ. takim τακιμιάζω, τακιμιασμένος-η-ο, τακίμιασμα

ταμάμ - 1. τελείως σωστά, ακριβώς, ότι πρέπει 2. την καθορισμένη ώρα ή στιγμή < τουρκ. tamam (από τα αραβ.)

ταμπαναγέρι (το) - σημείο που το χτυπάει ο αέρας, άνοιγμα, αγιάζι < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ταμπούκιο ή ταμπούκι (το) - (ναυτ.)υπερκατασκευή στο κατάστρωμα βάρκας, συνήθως ξύλινη, σε βάρκα που σκεπάζει το αμπάρι και έχει είσοδο προς αυτό < ισπαν. λέξη

ταλαγάνι (το) - το πανωφόρι των βοσκών < αλβ. tallagane

τανιέμαι - τεντώνομαι, σφίγγομαι, ιδιαίτερα στη γέννα ή στην τουαλέτα τάνισμα < αρχ. τανύομαι = τεντώνω

τάνυσμα - 1. το ξεδίπλωμα, το τέντωμα 2. γενικά, η ένταση μιας προσπάθειας, το σφίξιμο, το ζόρισμα < αρχ. τανύω τανύζω = τεντώνω τανυσμένος-η-ο

ταξίμι (το) - τμήμα τραγουδιού κατά το οποίο κάποιος οργανοπαίκτης αυτοσχεδιάζει επιδεικνύοντας τις ικανότητές τους < τουρκ. taksim

τάπια (η) - οχύρωμα, προμαχώνας < τουρκ. tabya

τάρα ή ντάρα (η) - η διαφορά μικτού και καθαρού βάρος, το απόβαρο < ιταλ.tara <αραβ. tarah

τάρα μανέλα ή ντάρα μανέλα - η έκφραση αυτή προήλθε από την ζύγιση με τις μεταφερόμενες ζυγαριές δηλαδή τις παλάντζες και τα καντάρια, τα οποία τα αναρτούσαν, από τον γάντζο τους, σε ξύλα που τα έλεγαν μανέλες. Λέγοντας λοιπόν τάρα μανέλα, εννοούσαν ότι και η μανέλα θα μετρηθεί ως απόβαρο οπότε θα ζημιωθεί ο πωλητής. Γενικά η φράση υπονοούσε ότι δεν θα δοθεί πολύ σημασία στην ζύγιση ή στην ποσότητα προκειμένου να κλείσει η δουλειά ή η συμφωνία < τάρα + μανέλα. Λίγες αναφορές της λέξης, προερχόμενες από το Πήλιο, το Ρέθυμνο Κρήτης αλλά και την Χαλκιδική.

ταρσανάς (ο) - ναυπηγείο, ναύσταθμος < τουρκ. tersane

ταταλιώ (η) - άνθρωπος που με πολλά λόγια προσπαθεί να καλοπιάσει και να παινέψει κάποιον (ανεξαρτήτου γένους, ο χαρακτηρισμός λέγεται σαν θηλυκού) < πιθανολόγηση: Υπάρχουν κάποιες λίγες αναφορές του ρήματος ταταλίζω, όπου σε κάποια μεταφραστικά κυρίως λεξικά, εξηγείται με την έννοια φωνάζω κάποιον με χαϊδευτικό όνομα, βαυκαλίζω, καλοπιάνω και με πιθανή προέλευση το αρχ.τατά.  Στην Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας των H.G. Liddell & R. Scott συναντάμε το: ομηρ. τέττα (φιλική ή τιμητική προσφώνηση νεώτερου προς μεγαλύτερο, Πατέρα). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

ταυραμπάς (ο) - χαρακτηρισμός παχύσαρκου παπά, που έγινε γενικότερος χαρακτηρισμός ιερωμένου με επικριτική διάθεση < ταύρος + παπάς «Ο ταυραμπάς είναι υβριστικός χαρακτηρισμός για κληρικό· αρχικά σήμαινε τον παχύσαρκο ιερωμένο, αλλά σήμερα χρησιμοποιείται αδιακρίτως, σαν ευπρεπέστατο συνώνυμο του τραγόπαπα. Η λέξη ακούγεται αρκετά, αλλά τα νεότερα λεξικά δεν την έχουν, ίσως από σεμνοτυφία. Ίσως και από ετυμολογική αμηχανία, διότι δεν είναι σαφής η προέλευση της· κατά τον Φαίδωνα Κουκουλέ, προήλθε από τις λέξεις ταύρος και αββάς, δηλ. «καλόγερος εύσαρκος σαν ταύρος». Κατ' άλλους, ο αρχικός τύπος είναι ταβλαμπάς, τουρκικής αρχής (tavlabaz), που σημαίνει έναν κάδο φαρδύ σαν τύμπανο και κοντό. Συχνά χρησιμοποιούσε τη λέξη ο Καζαντζάκης, ή μάλλον έβαζε ήρωες των έργων του να τη χρησιμοποιούν, π.χ. «τον τραγογένη, τον ταυραμπά, μουρμούρισε, κι η γλώσσα του μπερδεύουνταν καταμέθυστη» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται), ή «να του πω του ταυραμπά να ξεκουμπιστεί, να φύγει;» (Καπετάν Μιχάλης), σε σημείο που ορισμένοι σήμερα νομίζουν ότι τη λέξη την έπλασε ο Καζαντζάκης. Ο τύπος ταβλαμπάς είναι παλαιότερος. Βρίσκεται στο ελληνογαλλικό λεξικό του Βλάχου (1909, απ' όπου την είχε αποδελτιώσει στο προσωπικό του λεξικάκι ο Καβάφης). Αλλά και στον Ζωγράφο, το μυθιστόρημα του πρωτοπόρου Γρ. Παλαιολόγου (1842), βρίσκουμε να αποκαλείται ταβλαμπάς ένας ιερωμένος. Οπότε, μπορεί αυτός να είναι ο αρχικός τύπος και να παρετυμολογήθηκε στη συνέχεια από τον ταύρο, μια και δεν είχε ετυμολογική διαφάνεια. (https://www.periergos.gr/erotiseis/ti-einai-o-tayrampas)»

ταφτάς (ο) - ύφασμα από λεπτό και πυκνοϋφασμένο μετάξι ταφταδένιος-α-ο < τουρκ. tafta < περσ. tafta

ταχταρίζω - κουνώ πάνω κάτω βρέφος που κρατώ στα χέρια μου για να το καθησυχάσω ή να το διασκεδάσω ταχτάρισμα < ονομ. λέξη ίσως τουρκ.(;) σύγκρ. νταχτιρντί

ταχτέρου - το πρωί της επόμενης ημέρας < ταχύς + έτερος (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ). Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Κρήτη || «ταχυτέρου - έπιρρ. μον, δημ. αύριον λίαν πρωί, ταχιά, ταχύ, ......» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

τεζάκι (το) - έπιπλο ή πάγκος του καφενείου με ποτήρια, φλιτζάνια κ.τ.λ. < τουρκ. tezgah. Λίγες οι αναφορές της λέξης με την έννοια αυτή, βλέπουμε αρκετές αναφορές για το τεζάκι ως εργαλείο χειροποίητης βιβλιοδεσίας || «τεζιάκι (το) (τουρκ.) δημ. και τεζάκι,- η τράπεζα καταστήματος, Ιδ. ποτοπωλείου, έφ' ης γίνεται ή ζύγισις η μέτρησις των πωλουμένων, δ. μπάγκος.» Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «Ο Σταύρος, με αναμμένο το τσιγάρο στο στόμα, έκανε τα σούρτα- φέρτα του στο μαγαζί, πάστρευε με την ποδιά το τεζάκι και έλεγε και ξανάλεγε, χαρούμενος που ικανο­ποιήθηκε η απορία που τονέ βασάνιζε: «Μου γάνωσε το μυαλό, κυρ-Νίκο, τι έγινε το τσιγά­ρο!»... (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τελάκι (το) - λεπτό και μικρό καρφάκι, προκάκι < πιθανολόγηση: τέλι (λεπτό μεταλικό σύρμα, συρμάτινη χορδή) < τουρκ. tel. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

τελατίνι (το) - 1. κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού 2. μτφ. α) έκανες τα νεύρα μου τελατίνι = τα τέντωσε πολύ β) τον έκανε τελατίνι = τον έδειρε άγρια ή τον εξευτέλισε < τουρκ. telatin || (Στα Τούρκικα, telatin σημαίνει επίσης μικρό μοσχάρι και το δέρμα του μικρού μοσχαριού αλλά είναι δάνειο από τα Ρώσικα και αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στο λεγόμενο «ρώσικο δέρμα» - ένα είδος δέρματος με το χαρακτηριστικό χρώμα του κόκκινου κεχριμπαριού που φημίζεται για το πόσο μαλακό είναι. Έτσι, το με κάνουν τελατίνι ή γίνομαι τελατίνι σημαίνει ότι έχω φάει τόσο ξύλο που το πετσί μου έχει μαλακώσει ή ότι έχω εξαντληθεί τόσο πολύ που κοντεύω να λιώσω)(www.slang.gr)

τελειέμαι τελιέμαι;) - στη φράση "δεν τελειέμαι" αναφερόμενοι σε αναλώσιμα πράγματα που καταναλώνονται σύντομα, που χρειάζονται συχνά αναπλήρωση (π.χ. δεν τελειέμαι βενζίνη με αυτό το αυτοκίνητο ή δεν τελειώμαστε φαγητό τόσο που τρώμε) < πιθανολόγηση: αρχ. τελειόω παθ. τελειούμαι = (για πράγματα) κάνω τέλειο, συμπληρώνω, εκτελώ.  Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

τελεμές (ο) - μαλακό, λευκό τυρί, που φέρεται στο εμπόριο μέσα σε τσίγκινα δοχεία < τουρκ. telemes

τέλι (το) - λεπτό μεταλλικό σύρμα, χορδή < τουρκ. tel

τεμπελχανάς-ού-ούδικο - πολύ οκνηρός, τεμπελόσκυλο < τουρκ. tembel-hane = κατοικία τεμπέληδων τεμπελχανιό, τεμπελχανιάζω, τεμπελχανεύω

τεμπεσίρι (το) - 1. κιμωλία 2. κατ' επέκταση ο πίνακας που έγραφαν τα βερεσέδια 3. κιμωλία που εφαρμόζεται πάνω στην μύτη της στέκας του μπιλιάρδου < τουρκ. tebesir

τέμπλα ή ντέμπλα (η) - το μακρύ ραβδί για ράβδισμα καρπών < λατ. templum=δοκός

τεπές ή ντεπές (ο) - οχυρό μέρος, κορυφή υψώματος, κορυφή < τουρκ. tepe

τεντζερέδια ή τζεντζερέδια (τα) - το σύνολο των μαγειρικών σκευών < τέντζερης

τέντζερης (ο) - χάλκινη χύτρα < τουρκ. tencere

τερλίκι (το) - παντόφλα από μαλλί ή χοντρό ύφασμα σε σχήμα κάλτσας < μσν. τερλίκι < τουρκ. terlik

τερτίπι (το) - τέχνασμα για εξαπάτηση ή παραπλάνηση < τουρκ. tertip

τεσσεροχάλι (το) - άγκυρα με τέσσερις χάλους, με τέσσερις κυρτούς σταθερούς βραχίονες < τέσσερα + χάλος. Η λέξη αλλού χρησιμοποιείται ως τεσσαροχάλι και σπάνια ως τεσσεροχάλι.

τεφαρίκι (το) - εκλεκτό πράγμα, ότι πρέπει < τουρκ. tefarik

τζαβέτα (η)- (ναυτ.) μεγάλο μεταλλικό καρφί ή μεταλλική βίδα, που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική. Στα ξύλινα καΐκια, οι τζαβέτες είναι μεγάλες περαστές βίδες που ενώνουν την καρένα με τα στραβόξυλα (νομείς) και το σωτρόπι, που είναι ένα μεγάλο ξύλο παράλληλο προς την καρένα στο εσωτερικό μέρος του σκάφους, καθ' όλο το μήκος του. Επειδή είναι εκτεθειμένες, πρέπει να είναι από γερό υλικό για να αντέξουν συνήθως από ανοξείδωτο χάλυβα < βενετ. giaveta, ιταλ. chiavarda = μεγάλο καρφί || «με την κάμινον πλήρη ανθράκων, με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας βαρείας σφύρας των, έκοπταν, έκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες» (Αλ.Παπαδιαμάντης «Ολόγυρα στο λίμνη»)

τζαναμπέτης-ισσα-ικο - δύστροπος, κακότροπος, ανάποδος < τουρκ. cenabet τζαναμπετιά

τζάνερο (το) - ο καρπός της τζανεριάς, το κορόμηλο < τουρκ. can-erigi

τζανούμι (το) - λεπτό ύφασμα σαν μαντήλι που φορούσαν παλιότερα οι γυναίκες στο κεφάλι τους < ; Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, δεν αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά, ούτε πιθανολογήθηκε κάποια συσχέτισή της || «Αι νέαι, αι μεσόκοποι και αι γραίαι εφορούν επάνω εις τα μαλλιά τους το τζανούμι, τετράγωνον τεμάχιον υφάσματος σαν γάζα που το δένουν «ντουρελέ» δηλ. το διπλώνουν διαγωνίως, το βάζουν στο κεφάλι τους, γυρίζουν τις άκρες πίσω από το λαιμό και τις δένουν μετά επάνω από το μέτωπο. Το τζανούμι εφόρουν συνεχώς ημέραν και νύχτα, για να μη σκονίζονται τα μαλλιά.» (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΙΚΩΝ Ειρήνης Β. Καλπιτζή)

τζάντζαλο (το) - κουρέλι, παλιό τριμμένο ρούχο < όψιμο μσν. τζάντζαλο < μσν. τσάντσαλον < ιταλ. cencio = κουρέλι

τζαχτιλής-ου-ίδικο- αυτός που ενεργεί γρήγορα, άμεσα, δραστήρια < ψάχνοντας από πού προέρχεται η λέξη, συναντάμε ελάχιστες αναφορές, της λέξης τζάχτι όπως παρακάτω: «- Α, κορίτσια, τζάχτι και σας πήρε η νύχτα! Και αι εργάτιδες, κύπτουσαι υπό τα κατάκαρπα δένδρα, συνέλεγον μίαν προς μίαν την μαύρην ελαίαν, την στιλπνήν, ως τα ματάκια των τα κατάμαυρα ελαίαν, άδουσαι συνάμα είτε κατά μόνας είτε κ' εν χορώ......" (Διήγημα Αλέξανδρου Μωραϊτίδου «Ο ΔΕΚΑΤΙΣΤΗΣ» του 1893») '' «τζάχτι, το = ζόρι, στανιό, επιμονή, βιασύνη» (Τρημινιαίο Ηλεκτρονικό Περιοδικό Σύλλογου Συριανών) και '' τζάχτι, βία, δύναμις, έπιφών. ένθαρ. (www.stougiannidis.gr"Γλωσσάριο το καράβι και τη θάλασσα" ) '' «Κάλλιος είναι ο τζαχτιλής (αυτός που ενεργεί γρήγορα, δραστήρια) παρά ο προκομένος!» (ΑΡΕΣΚΟΥΣΑ ΤΟΜΟΣ Γ' -Μηνάς Αναστασάκης "Τη θάλασσα την αλμυρή θα την ποτίσω μέλι") '' «κάλιο ο τσαχτιρλής παρά ο προκομμένος (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ"). Στην τελευταία αναφορά, πιθανόν να έχει γίνει εσφαλμένη καταγραφή ή να έγινε κάποια παραφθορά της λέξης από τον πληροφορητή.

τζελάτης (ο) - ο δήμιος, ο μπόγιας < τουρκ. cellat

τζενεραλάδικο (το) - (ναυτ.) φορτηγό βαπόρι που μεταφέρει κάθε είδους φορτίο < αγγλ. general = γενικό

τζερεμές (ο) - 1. πρόστιμο που επιβάλλεται αδικαιολόγητα, άδικη ζημιά 2. το δύστροπο άλογο 3. μτφ. τεμπέλης, φυγόπονος άνθρωπος < τουρκ. cereme = πρόστιμο

τζερτζελές (ο) - αναστάτωση, ευχάριστη αναταραχή < τουρκ. zelezele = σεισμός

τζίβα (η) - 1. ινώδες χόρτο, χρήσιμο στην κατασκευή σκοινιών και στο παραγέμισμα στρωμάτων κ.τ.λ. 2. μτφ. το άλουστο και αχτένιστο μαλί < ίσως από το αμερικάνικο δέντρο caiba

τζιέρι ή τζιγέρι (το) - το συκώτι και τα σπλάχνα, τα εντόσθια < τουρκ. ciger || «Έβανε το ένα πόδι καβάλλα στο άλλο, άναβε το σέρτικο με το φιλντισένιο της τσακουμάκι, τραβούσε βαθειά ρουφηξιά που πήγαινε μέχρι τα τζιγέρια της και μετά φυσούσε τον καπνό από το στόμα και τα ρουθούνια της, σα νάτανε αναρρούσα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τζιμάνι (το) - πολύ ξύπνιος, ικανός άνθρωπος< ίσως αμερικ. g-man (goverment man, πράκτορες του FBI)

τζιριτζάντζουλα (η) - 1. ο ελιγμός, η περιστροφή 2. οι -ες, τα κόλπα, τα καμώματα, τα νάζια < ιταλ.gironzolare = περιστρέφομαι

τζιτζί (το) - όμορφο, σένιο < τουρκ. cici = όμορφος, κούκλα, παιχνίδι

τζιτζιφιόγκος (ο) - κοροϊδευτικά, ο κομψευόμενος νέος ή ο νέος με υπερβολικά ευγενικούς τρόπους (συνώνυμο: λιμοκοντόρος) < τζιτζί + φιόγκος

τζιφάρι ή τσιφάρι (το) - σιφώνι, αντλία αναρρόφησης< αραβ. ziffar

τζοβαΐρι ή τζιβαέρι (το) - 1. πολύτιμος λίθος, κόσμημα από πολύτιμο λίθο 2. τζοβαΐρια - τα χρυσαφικά, τα πολύτιμα κοσμήματα < τουρκ. cevahir

τζόβενο (το) - 1. (ναυτ.) μούτσος, ναυτόπαις 2. μτφ. α) νεαρός σε ηλικία β) άμαθος, ανεκπαίδευτος < ιταλ.giovane

τζογαδούρα (η) - παντελόνι με στενά μπατζάκια. Τα παντελόνια αυτά τα προτιμούσαν την παλιά εποχή οι μάγκες, τα κουτσαβάκια όπως αναφέρεται και σε στίχους κάποιων ρεμπέτικων < ; Η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται κυρίως στη ρεμπέτικη φρασεολογία και σε στίχους ρεμπέτικων τραγουδιών || «...Παντελόνι, τζογαδούρα, παπούτσι μυτερό με ποντίνι και ψηλό τακούνι, φανέλα πλεχτή στο χέρι από άσπρο αρνίσιο μαλλί, πουκάμισο αργαστηρίσιο και φαρδύ μακρύ ζουνάρι πλεχτό από μαλλί κι αυτό, σφιχτό στη μέση με τα κροσσάκια του να κρέμονται στα πλάγιαστο μεσοκόρμι μπηχτά. Ανάμεσα στις δίπλες του περαστή η μαυρομάνικη κάμα στολισμένη στο φούχτωμά της με μπιχλιμπίδια. Σκαλωμένα στο αφτί κλωνάρια βασιλικός που μοσκοβολούσε και καντιφές που ξεπρόβαινε από τα σγουρά δαχτυλιδάκια που κατηφορίζανε ρέμπελα από το δασωμένο κορφοκέφαλο. Πολύ αντριλίκι!...» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ Τζώρτζης Ανωμήτρης («∆ΗΜΑΡΧΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΣΤΑ 1896»)

τζόγια (η) - 1. χάρμα οφθαλμών 2. έκφρ. τζόγια μου (αγάπη μου, χαρά μου) < όψιμο μσν. τζόγια < ιταλ. gioia = χαρά

τζόρας (ο) - τσαμπουκάς, αψύς, ευερέθιστος < σερβοκρ. zoran «ρωμαλέος - βίαιος

τζορμπατζής (ο) - αυτός που έχει πολλά κτήματα, επιχειρηματίας < τουρκ. corda-ci

τηράζω ή τηράω - κοιτώ, βλέπω, παρατηρώ, προσέχω, έχω το νου μου < αρχ. τηρέω < τηρός = φύλακας τήραγμα = κοίταγμα, παρατήρηση || «...Αγνάντευε, λοιπόν, ο γέρος, τήραζε την κοιλάρα του Γιαννόπουλου που φάρδαινε έτοιμη να κρεπάρει, κουνούσε την κεφά­λα με την κόκκινη φεσάρα και την κροσσωτή φούντα και του έ­λεγε: «Μην πίνεις άλλο βρε Σπύρο». «Θα το πιώ κι ας με πιει», του απαντούσε, εκείνος. Από το πολύ ρούφα, τα μάτια του γινόντουσα αναψοκοκκινισμένα κάρβουνα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τιαφολός (ο) - συσκευή για το θειάφισμα των κηπευτικών ή του αμπελιού < πιθανολόγηση: θειαφολόγος (συχνά χρησιμοποιείται το τιάφι και το τιάφισμα). Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

τίγαρις - μην τάχα, μήπως < αρχ. από τη φράση "τι γαρ"

τιλογάς ή τίλιογας - για ποιο λόγο, για ποια αιτία (συν. σε ερώτηση τιλογάς;) < πιθανολόγηση: τι + λογώ (λέγω) < λόγος. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.  || «... Να, θειά, ένας άνθρωπος σκιστός, περνάει από το χωριό μας και ανηφορίζει, για το Φαρακλό. «Σκιστός, είπες; Και τίλιογας σκίστηκε ο κουρούνης, γκρεμί­στηκε;»...» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») 

τιπούζι (το) - πείσμα, θυμός, ξέσπασμα < πιθανολόγηση: τουρκ. topuz = ρόπαλο. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά || «Βρε, Σπύρο, φώναξε. Βρε, Σπύρο. Τι να τού κάνουμε αυτουνού του «τραγιού» και ξεστόμισε το γνωστό χαρακτηρισμό που συνήθιζε να λέει, άμα τον έπιανε το κεφαλλονίτικο τιπούζι.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») 

τοιγάρι ή τοιγάρις - γι αυτό, λοιπόν, επομένως < ομηρ. τοιγάρ (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ)

τόκα (η) - 1. η χειραψία, το σφίξιμο των χεριών , τόκα το = κόλλα το < ιταλ. toccare 2. τόκα λέγεται επίσης ο στόχος που συνήθως είναι ένα ξύλινο καδρονάκι 25-30 εκατοστών, το οποίο σημαδεύουν με τις μπάλες στο παιχνίδι «μπαλιά ή κόστα» που παίζουν στον Άγιο Νικόλα. Στην Καστανιά παρόμοιο παιχνίδι παίζεται με αμάδες αντί για μπαλιά σημαδεύοντας και εκεί την τόκα και στα Βελανίδια παίζεται το παιχνίδι «τόκα» όπου τόκα αποτελεί ένα μεταλλικό καπάκι βαρελιού (περιγραφή στη διεύθυνση: https://societyvsdistortion.wordpress.com/2013/05/09/%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%BE%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B3%CF%89-%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1/»

τόμπολα (η) - 1. παλαιότερο είδος τυχερού παιχνιδιού 2. επιφ. (ειρωνικά) για ξαφνικό εμπόδιο, όταν κάτι ξαφνικά πάει στραβά< ιταλ. tombola

τουζλούκι (το) - προστατευτικό κάλυμμα της κνήμης από μάλλινο ύφασμα, που σκεπάζει το πάνω μέρος του υποδήματος και φτάνει μέχρι πάνω από το γόνατο < τουρκ. tozluk ||«τουζ(ου)λούκι (το) τουρκ.) δημ. είδος περικνημίδων εξ έριούχου υφάσματος, καλύπτον τό άνω μέρος του υποδήματος και φθάνον προς τα άνω μέχρι του γόνατος.» (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ) || «...Σεργιανούσανε στην Αγορά με τα χέρια πίσω και πολύχαντρο κομπολόι που το ξεκοκκίζανε με τα δάχτυλα για να περνάει η ώρα τους, με τις βράκες να ζερβοδεξιογυρίζουνε σε κάθε βήμα τους, με το λουστρίνι παπούτσι, τις γαλάζιες κάλτσες και τα τουζλούκια, με το γαλαζωπό γελέκι, το μεταξωτό ζουνάρι και το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα...» (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ Τζώρτζης Ανωμήτρης («∆ΗΜΑΡΧΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΣΤΑ 1896») 

τουλούμι (το) - 1. ασκί 2. έκφρ. έφαγε ξύλο με το τουλούμι (τον έδειραν υπερβολικά, ανελέητα), έβρεξε με το τουλούμι (έριξε ραγδαία βροχή) τουλουμιάζω, τουλουμίσιος, τουλούμιασμα < τουρκ. tulum || «...Η κοιλάρα του η χορευταρού πήγαινε το πέρα - δώθε και δε συμμαζευότα­νε. Ήτανε σαν τσαμαδούρα και αφού πήγε όσο πήγε προς τα πάνω και προς τις πάντες, η υπόλοιπη κρεμότανε σαν φουσκω­μένο τουλούμι, προς τα κάτω....» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τουλουμοτύρι (το) - άσπρο πικάντικο τυρί που φτιάχνεται και διατηρείται αλατισμένο μέσα σε τουλούμι και που αποτελείται από κομμάτια αλλά και λιωμένο τυρί σαν αλοιφή την ζαλάκα < τουλούμι + τυρί

τουλούμπα (η) - 1. η αντλία, η τρόμπα 2. είδος γλυκίσματος < τουρκ. tulumba τουλουμπατζής = ο χειριστής της τουλούμπας κυρίως ο πυροσβέστης

τουλούπα (η) - 1. τούφα από βαμβάκι ή μαλλί 2. τούφα χιονιού ή καπνού < τουλούπα (αφομ. ) < αρχ. τολύπη || "ΤΟΥΛΟΥΠΑ, Σ. Και την γένεσιν και την σημασία από το Τολύπη. μαλλίον ξαμένον διά νά νεσθή. Κατά τον Ησύχιον, Τολύπη, το κατασκευαστόν έριον. Αγαθίδιον στήμονος ή ροδάνης Σ),Λέγει και ό Φώτιος «Τολύπευμα, το κατασκευασόν και πεφιλoκαλημένον έριον ». Μόνην την μεταφορ, σημασίαν « Τουλούπαχιόνι, Στουπιχιόνι» φέρει ο Σ. ...." (Αδ.Κοραής Άτακτα τόμος 4ος ΙΙ 1832)

τουλουπάνι (το) - 1. λεπτό και αραιοϋφασμένο βαμβακερό ύφασμα, που χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από γυναίκες ως κεφαλόδεσμος, το φακιόλι, το τσεμπέρι 2. κομμάτι από τέτοιο ύφασμα που χρησιμεύει στο σούρωμα υγρών < όψιμο μσν. τουλπάνι < τουρκ. tulbend < περσ. dulband

τούμπα (η) - ο χαμηλός λοφίσκος, το υψωματάκι, συνήθως σε αμμώδεις εκτάσεις < λατιν. tumba < αρχ.τύμβος = ο σωρός χώματος πάνω από τον τάφο τουμπάκι = μικρό υψωματάκι

τουμπεκί (το) - 1. ψιλοκομμένος καπνός κατάλληλος για ναργιλέ 2. έκφρ. έκανε τουμπεκί (το βούλωσε, σταμάτησε να μιλάει) < τουρκ. tombaki (Τζ.Ανωμήτρης δημ. εφημ.ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ)

τούπεξα ή τούπαιξα - κατευθύνθηκα, πήγα προς τα εκεί < πιθανολόγηση: αρχ. τουπέκεινα < επ-έκειναεπίρρ., αντί επ' εκείνα, σε εκείνη την πλευρά, πέρα. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά. || «Σε λίγες μέρες, το «Χαμηδιέ» μπαζάρισε στα παράλια της Αλ­βανίας και βάρεσε με τα κανόνια του τέσσερα ελληνικά φορτη­γά, με σέρβικο στρατό. Ύστερα τούπαιξε για την Αίγυπτο, πέ­ρασε το κανάλι του Σουέζ και καταφυγιάστηκε στην Ερυθρά θάλασσα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τουρνόκωλα - 1. με γυρισμένα τα οπίσθια 2. μτφ. ανάποδα, άνω κάτω, αναποδογυρισμένα τουρνοκώλιασμα, τουρνοκωλιάζομαι, τουρνόκωλος-η-ο, τουρνοκωλιασμένος-η-ο < πιθανολόγηση: τούρλα + κώλος < τουρλόκωλα (με τουρλωμένο τον κώλο). Από τις λίγες αναφορές της λέξης , φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στην Μεσσηνία.

τούρτουρας (ο)ή τούρτουρο (το)- ρίγος, σύγκρυο < μσν. τουρτουρίζω < ελνστ. ταρταρίζω < Τάρταρος (τάρταρα) τουρτουρίζω ||«Τούρτουρον (το) από του Τάρταρος (ο οποίος επειδή από τον Ησίοδο επονομάζεται Κρυδείς, και αναλογεί με των εκκλησιαστικών το Εξώτερον σκότος, όπου έσται ο βρυγμός των οδόντων, κατήντησε λέξις συνώνυμος του «Ρίγος», ίδε την λέξιν και τρεμούλαν» (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857) || «Τούρτουρας τούς έπιασε. Να σφαλάνε τις πόρτες στα μαγα­ζιά, να γυρίζουν στην κλειδωνιά κάτι κλειδάρες, που η καθεμιά ζύγιζε 300 δράμια, να σιγουρέψουνε τα εμπορεύματα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ») 

τούρλα (η) - 1. καθετί που είναι υψωμένο σαν τρούλος 2. σωρός που μοιάζει με λόφο 3. στρογγυλό ύψωμα τουρλώνω τουρλωμένος-η-ο

τουρλωτός-η-ο < μσν. τούρλα < τρούλλα (μετάθ. ) = κούπα

τουρλίδα (η) - είδος υδρόβιου πουλιού με μακρύ ράμφος < πιθανολόγηση: από την αγγλική ονομασία του πτηνού (Curlew) που είναι ονοματοποιημένη από την χαρακτηριστική φωνή του

τουρλού (το) - 1. φαγητό του φούρνου, που φτιάχνεται από ανάμεικτα λαχανικά της εποχής 2. έκφρ. «τουρλού τουρλού» = λογής λογής, ανάμεικτα) < τουρκ. turlu

τουρλουμπούκι (το) - ανάκατα, μπερδεμένα, χωρίς τάξη< τουρκ. turlu + μπουκιά

τουρμπάνι (το) - 1. λεπτό βαμβακερό ύφασμα, το τουλπάνι, η μουσελίνα 2. λεπτό ύφασμα, που χρησιμοποιούν οι μουσουλμάνοι ως κάλυμμα του κεφαλιού, το σαρίκι < γαλλ. turban < τουρκ. turbend

τραβαγιάρω - υποφέρω, ζορίζομαι, δυσκολεύομαι < ιταλ. travaglio = κουραστική δουλειά, βάσανο τραβάγιο, τραβαγιαρισμένος-η-ο. Λίγες αναφορές στο διαδίκτυο, από τις οποίες φαίνεται ότι χρησιμοποιείται σε διάφορες περιοχές, στην Αρκαδία, στην Κρήτη, στη Χίο, στη Πάρο και στη Νάξο

τραβατζάρω - μεταγγίζω, μεταφέρω υγρό (λάδι, κρασί) από ένα βαρέλι σε άλλο< βεν. tavasar < ιταλ. travasare < λατ. transvasare τραβάτζο, τραβατζαρισμένος-η-ο. Από τις λίγες αναφορές της λέξης, φαίνεται ότι αυτή χρησιμοποιείται και στα Εφτάνησα.

τραβέρσα ή τράβα (η) - 1. δοκάρι που τοποθετείται εγκάρσια ή πλάγια σε κάποιο άλλο 2. (ναυτ.) γερό ξύλο που συνδέει ζεύγος σιδερένιων ή ξύλινων στύλων του καταστρώματος < όψιμο μσν. τραβέρσα < ιταλ. traversa

τραβερσώνω - (ναυτ.) πλέω αναγκαστικά λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής, ελαττώνοντας ταχύτητα και γυρίζοντας την πλώρη κόντρα στον καιρό προκειμένου να μην δημιουργούνται μεγάλες κλίσεις στο πλοίο τραβερσάρω = πλέω τραβέρσο τραβέρσο = πλεύση κόντρα στον καιρό, τραβέρσωμα = η στροφή για να γυρίσει το πλοίο τραβέρσο< 2. μτφ. πηγαίνω σιγά σιγά προς κάποια κατεύθυνση, περπατάω αργά< ιταλ. traverso || «Πρωί - πρωί, λοιπόν, στο συνηθισμένο σημείο, ξεπρόβαινε, ένας - ένας και γινότανε το ματσάκι της τριάδας. Από εκεί με πειράγματα και αστεία που διασκεδάζανε τους μαγαζάτορες της Αγοράς και τους περαστικούς, τραβερσάρανε μέχρι του Νυχά.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τραγάνα (η) - είδος βυθού, συνήθως ισοβαθή, σκληρού, αποτελούμενο από πέτρωμα κοραλλιογενούς τύπου, με αραιή βλάστηση που αποτελείται από θαλασσόχορτα. Μοιάζει σαν ένα θαλάσσιο λιβάδι με ευτροφικό βυθό, με πλούσια τροφή για τους θαλάσσιους οργανισμούς, όπως τα κοράλλια, σφουγγάρια, ανεμώνες γαρίδες, σκουλήκια και άλλα και θεωρείται πολύ καλός βυθός για ψάρεμα, αφού ευνοεί την ύπαρξη ψαριών < πιθανολόγηση: τραγανός (λόγω της υφής των κοραλλιογενών πετρωμάτων τα οποία σπάνε και τρίβονται εύκολα)

τραΐνι (το) - (ναυτ.) ψάρεμα χταποδιών από τη βάρκα, κατά το οποίο σύρονται στο βυθό δεμένα σε πετονιά φρέσκα ψάρια, στα οποία επιτίθεται στο χταπόδι < πιθανολόγηση: ιταλ. trainare = σέρνω, τραβώ τραϊνεύω. Δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πουθενά αλλού η λέξη, δεν υπάρχουν αναφορές της, ούτε αναγράφεται σε κάποιο από τα ερευνηθέντα λεξικά.

τρακάδα (η) - η στοίβα, η τοποθέτηση πραγμάτων σε σειρά σε τάξη τρακαδιάζω, τρακάδιασμα, τρακαδιασμένος-η-ο < ; Σπάνια σε χρήση λέξη, κυρίως  το ρήμα τρακαδιάζω φαίνεται να χρησιμοποιείται και στην Γορτυνία, στο Πολύδροσο Παρνασσού και αλλού || «Τα πρώτα χρόνια στολίδι του σπιτιού ήταν ο γιούκος, ή στοίβα ή αλλιώς τρακάδα, που άρχιζε από το πάτωμα και έφτανε ως τα δοκάρια της σκεπής.» (Ασπασία Κατσούλη-Συμεώνογλου "ΒΑΤΙΚΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ") 

τραμουντάνα (η) - 1. ο βορράς (σημείο του ορίζοντα) 2. ο βόρειος άνεμος 3. άστρο της τραμουντάνας, ο πολικός αστέρας μαϊστροτραμουντάνα (ΒΒΔ), γρεγοτραμουντάνα (ΒΒΑ)< μσν. τραμοντάνα < ιταλ. tramontana = αέρας που φυσά από τα βουνά του βορρά

τράμπα (η) - ανταλλαγή εμπορευμάτων και γενικότερα κάθε ανταλλαγή < τουρκ. trampa < ιταλ. (διαλεκτ.) trampa = εξαπάτηση

τραμπαρίφας (ο) - 1. αυτός που έχει πολλές εναλλακτικές λύσεις, αυτός που ξέρει να ελίσσεται, κατ΄επέκταση διορατικός < τράμπα + τουρκ. arif = εκπαιδευμένος, γνώστης (γνωστός ο Μανώλης Τραμπαρίφας από το τραγούδι των Σογιούλ-Σακελλάριου, ο οποίος ήταν υπαρκτό πρόσωπο και ταξιτζής) 2. Στην εποχή μας όμως η έννοια του τραμπαρίφα σχετίζεται με τον χαζό, αυτός που δεν ξέρει που παν τα τέσσερα

τραντές ή ατραντές (ο) - δαντέλα που παρεμβάλλεται σε ύφασμα < < γαλλ. entre-deux

τράτο (το) - επαρκής χρόνος, περιθώριο, παράταση < ιταλ. tratto '' τράτο (το) (ιταλ.) δημ. διάστημα τοπικόν ή χρονικών επαρκές διά τινά πράξιν : δέν έχει τράτο νά τρέξει - νά διάβαση γιά εξετάσεις* 2) φορά, φόρα : πήρε τράτο καί πήδησε τόν τοίχο (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

τρατάρω - προσφέρω ποτό ή γλυκό σε κάποιον, κερνώ, φιλεύω κάποιον τρατάρισμα, τραταρίστηκα, τραταρισμένος-η-ο < όψιμο μσν. τρατάρω < ιταλ. trattare

τραχταλεύω - ανησυχώ, αναστατώνω, ξεσηκώνω κάποιον ενοχλώντας τον < ; Καμία αναφορά σε διαδίκτυο και σε ερευνηθέντα λεξικά

τρελή (η) - (ναυτ.) η ανέμη στο μπροστινό σημείο της βάρκας, πάνω στην οποία γυρίζουν τα δίχτυα κατά το μάζεμα, ιδίως όταν λειτουργεί σαν συνοδευτική μηχανικού βιντζιού < τρελή (πιθανολόγηση: επειδή γυρίζει σαν τρελή, αυθαίρετα από το υπόλοιπο σύστημα)

τρελοκαμπέρω (η) - γυναίκα ζωηρή και άμυαλη, τρελοπαντιέρα < τρελο + καμπέρ(ης)-ω < τουρκ. kamber (από τα αραβ.) = αχώριστος σύντροφος, (ειρ.) που δεν μπορεί να λείπει, που είναι μέσα σε όλα

τρεμιντίνα (η) - αλοιφή από ρετσίνι πεύκου < ιταλ. trementina < λατιν. terebinthina < ελλ.τερέβινθος

τρεμοκουκουρίζω - τρέμω από το κρύο, τρέμω σύγκορμος < τρέμω + κουκουρίζω ; τρεμοκουκούρισμα. Λέξη με λίγες αναφορές, από τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Πελοπόνησσο και κυρίως στη Μεσσηνία, Ηλεία και Αρκαδία.

τρέσα (η) - 1. πλέγμα που μοιάζει με ταινία 2. τραβέρσα με την οποία ισχυροποιείται ή προφυλάσσεται το κατάρτι των μεγάλων ιστιοφόρων < γαλλ. tresse

τρεσέκι (το) - η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι και συνεκδοχικά έχει πάρει τη σημασία «σοκάκι- στενό δρομάκι, γενικώς μικρό πέρασμα» < τουρκ. dirsek = καμπή δρόμου. Σπάνιες αναφορές της, λέξης, υπάρχει μία αναφορά ως τερσέκι, προερχόμενη από την Καλαμάτα. Περισσότερο συναντάται ως τρισέκι '' τρισέκι (το) τουρκ. δημ. κ. τερσέκι γωνία οδού (Δ.Δημητράκος ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ)

τρεχαντήρι (το) - 1. είδος ξύλινου σκάφους με κυρτή πλώρη και πρύμνη, το πιο διαδεδομένο ψαράδικο σκαρί στις ελληνικές θάλασσες 2. μικρό, γρήγορο, ακτοπλοϊκό ιστιοφόρο < μσν. τροχαντήριον < μτγν. τροχαντήρ, με παρετυμολ. επίδραση του τρέχω '' «Τρηχαντήρι (προφ. και Τρεχαντήρι και Τροχαντήρι, είδος πλοίου εις το Αιγαίον Πέλαγος). «δρόμων, δρομάς (ολκάς) και κατά του Βυζ. Δρομώνιον (κυρ. του τουρκ΄καντζαμπάσι). Τροχαντήρ (ελέγετο και εν μέρος τη πρύμνης). κέλης-ητος (ο) (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου 1857)

τριβέλι (το) - τρυπάνι τριβελίζω, τριβέλισμα < μσν. τριβέλλιν < τρεβέλλιον < λατιν. terebellum, με επίδραση του τρύπανον τριβελίζομαι = μτφ. βασανιζομαι, κάτι με τρώει

τριβόλι (το) - 1. ζιζάνιο φυτό των αγρών 2. γένος κολεόπτερων εντόμων τα οποία προκαλούν καταστροφές στα σιτηρά 3.είδος παλαιού αλωνιστικού οργάνου < αρχ. τρίβολος < τρι- + βαλειν/βάλλω

τρικέρης (ο) - ένα ακόμα επίθετο του διαβόλου < τρικέρατος

τριτσιμπίδας (ο) - περιπαικτικός χαρακτηρισμός, λόγω της γλαφυρότητας του επιθέτου < Τριτσιμπίδας Αναστάσιος ο οποίος υπήρξε οπλαρχηγός κατά την επανάσταση του 1821 και παράλληλα μεγαλοκτηματίας στην περιοχή της Βαρβάσαινας Ηλίας. Σε ηλικία 22 ετών έλαβε μέρος σαν αρχηγός του Επαναστατικού Αγώνα στην ευρύτερη περιφέρεια του Πύργου. Το όνομά του έγινε ευρύτερα γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα με το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι : "...Στης Μπαρμπάσαινας τον κάμπο ο Τριτσιμπίδας κανει γάμο, την Μαριωρή παντρεύεται κι όλος ο κόσμος χαίρεται....ποιον θα πάρεις Μαριωρή του Τριτσιμπίδα το παιδί που χει στον Πύργο κτήματα στην Πάτρα καταστήματα..." που τραγουδιέται και χορεύεται μέχρι και τις μέρες μας

τρίψαλο (το) - θρύψαλο, τρίμα < πιθανολόγηση: τρίβω ή θρύψαλο < θρυματίζω < αρχ. θρύβω < θρυψ με επίδραση του τρίβω. Σπάνιες αναφορές της λέξης, τη χρησιμοποιεί ο Κωστής Παλαμάς στο έργο του «Η φλογέρα του Βασιλιά» καθώς επίσης υπάρχει και σε στο βιβλίο «Ναπολέων Λαπαθιώτης Διηγήματα και Πεζά» σε επιμέλεια Μάνου Τραΐανού (https://ikee.lib.auth.gr/record/130029/files/tra.pdf)

τροκάδα (η) - (ναυτ.) σαθρό ασβεστολιθικό πέτρωμα του βυθού της θάλασσας που συνήθως έρχεται στην επιφάνεια μπλεγμένο στα δίχτυα < τραγάνα < τραγανός

τρομιζάμενος-η-ο - αυτός που τολμάει, ο τολμηρός, ο αποφασιστικός < ; Ελάχιστες αναφορές της λέξης, κάποιες από αυτές αναγράφονται πιο κάτω. Επίσης υπάρχει μία αναφορά της λέξης ως τραμεζάμενος από τα Λαγκάδια Αρκαδίας και μία ως τρομεζάμενος από την Κίμωλο (τρομιζάμενος = ο τολμών ο τολμητίας (διαλ.Νάξου Ελληνογαλλικόν Λεξικόν της λαλούμενης νεοελληνικής γλώσσης Αντισυνταγματάρχου Αντωνίου Υπήτη 1910) ||«τρομιζάμενος = ο τολμών, τολμητίας «μην είσαι τρομιζάμενος να κάμης αυτό το κίνημα, γιατί, καϋμένε, εχάθηκες = μη τολμήσεις κτλ. Πάντοτε δε γίνεται χρήσις της μετοχής εν τοιαύτης) περιφράσει (εκ του του τολμαζάμενος, νεοπλάστου ρήματος, τροπή του λ εις ρ και μεταθέσει αυτών (ΕΝ ΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ ΖΩΝΤΑ ΕΝ ΤΩ ΝΥΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩ ΛΑΩ)» (https://archive.org/stream/zgrapheiosagnto00turkgoog/zgrapheiosagnto00turkgoog_djvu.txt) '' Στίς 27 'Ιανουαρίου 1791, ό Γιουσούφ αφέντης, κεχαγιασής της Σάχ Σουλτάνας στην οποία είχαν παραχωρηθεί οι πρόσοδοι της "Ανδρου, αποστέλλει στους Γ. Κονδύλη καί Λ. Καΐρη διαταγή στην όποια τους τονίζει:... «λαμβάνοντας τό παρόν μου ενδοξον μπουγουρτί, προστάζω εσάς τους κοντζαμπασήδες όπου καί ήθελεν εύρεθή ή από πραγματεία ή από ξύλα ή χαλάτια ή άλλο τινά είδος αυτουνού του καραβιού νά τά κάμετε ζάπτι καί νά στέκουν εις τό χέρι σας έως νά ιδούμε ϊσως ήθελε εύρεθή ό νοικοκύρης καί νά μήν είναι τρομιζάμενος τινός νά κρύψη, όχι πολύ, ίσια μέ έναν καρφί, διότι θέλει παιδευθή σφοδρώς καί αν τινάς οπού έβγαινε άπό αυτό τό πράγμα καί σας άντισταθή καί δέν τό δώση, νά μας τόν σημειώνετε καί ημείς θέλομεν αποφασίσει τήν παιδείαν του»... (https://docplayer.gr/4632916-Ta-istorika-periodiki-ekdosi-istorikon-spoydon.html)

τρόμπα μαρίνα (η) - ο τηλεβόας < ιταλ. tromba marina '' «Ξεφταλαγιάζανε τον τόπο από τις φωνάρες. Στη συζήτηση, στην κουβέντα, ότι κατέβαινε σαν ιδέα από τα πάνω διαμερί­σματα, από το θαλάμι της κεφαλής, γινότανε λόγος και έβγαινε από το στόμα σα νά 'βγαινε από τρόμπα μαρίνα, από τηλεβόα.» (Τζώρτζης Ανωμήτρης «ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΚΙΣΤΟΣ»)

τρόμπας (ο) - 1. ανόητος άνθρωπος 2. αυτός που σπαταλά άδικα το χρόνο του 3. αυτός που «τρομπάρει» εννοώντας αυτόν που αυνανίζεται < τρόμπα

τρόπιδα (η)- 1. ως ναυπηγικός όρος, το κατώτατο τμήμα του σκελετού του πλοίου, που εκτείνεται από την πλώρη έως την πρύμνη και που έχει συνήθ. τη μορφή μιας ή περισσότερων επάλληλων ξύλινων ή σιδερένιων δοκών, καρίνα 2. πλατύ κόκαλο που υπάρχει στο θώρακα των πτηνών < αρχ. τρόπις

τρουκάνι ή τροκάνι (το) - βαρύ κουδούνι που κρεμάνε στα πρόβατα τροκάνα < από τον ήχο τρόκ τρουκάνισμα ή τροκάνισμα, τρουκανίζω ή τροκανίζω